Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψυχοφελή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψυχοφελή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2021

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ 149 - Φεβρουάριος 2021

 

ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Δύο άνδρες, και οι δύο σοβαρά άρρωστοι, έμεναν στο ίδιο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Ο ένας αφηνόταν να σηκωθεί όρθιος στο κρεβάτι του για μία ώρα κάθε απόγευμα, για να κατέβουν υγρά από τα πνευμόνια του. Το κρεβάτι του βρισκόταν δίπλα στο μοναδικό παράθυρο του δωματίου.

Ο άλλος έπρεπε να περνάει όλη την ώρα του ξαπλωμένος.

Οι άνδρες μιλούσαν για ώρες αδιάκοπα. Μιλούσαν για τις οικογένειές τους, τα σπίτια τους, τις δουλειές τους, τη θητεία τους στο στρατό, πού πήγαν διακοπές.

Κάθε απόγευμα, όταν ο άνδρας δίπλα στο παράθυρο μπορούσε να σηκωθεί, περνούσε την ώρα του περιγράφοντας στο «συγκάτοικό» του όλα όσα μπορούσε να δει έξω από το παράθυρο.

Ο άνδρας στο άλλο κρεβάτι άρχιζε να ζει για αυτές τις περιόδους μιας ώρας που μπορούσε να ανοιχτεί και να ζωογονηθεί ο δικός του κόσμος από όλη τη δραστηριότητα και το χρώμα του κόσμου εκεί έξω…

Το παράθυρο έβλεπε ένα πάρκο με μια όμορφη λιμνούλα. Πάπιες και κύκνοι έπαιζαν στα νερά, ενώ παιδιά αρμένιζαν τα καραβάκια τους. Νέοι έκαναν την βόλτα τους ανάμεσα σε κάθε χρώματος λουλούδια και μπορούσες να δεις μια ωραία θέα του ορίζοντα της πόλης στο βάθος.

Καθώς ο άνδρας στο παράθυρο περιέγραφε όλο αυτό με θεσπέσιες λεπτομέρειες, ο άνδρας στο άλλο μέρος του δωματίου έκλεινε τα μάτια του και φανταζόταν αυτό το γραφικό σκηνικό.

Ένα ζεστό απόγευμα, ο άνδρας στο παράθυρο περιέγραφε μια παρέλαση που περνούσε.

Αν και ο άλλος άνδρας δεν μπορούσε να ακούσει τη φιλαρμονική, μπορούσε να τη δει στο μάτι του μυαλού του, καθώς ο κύριος δίπλα στο παράθυρο το απεικόνιζε με παραστατικές λέξεις.  Μέρες, βδομάδες πέρασαν...

Ένα πρωί, που η πρωινή νοσοκόμα ήρθε να τους φέρει νερό για το μπάνιο τους, αντίκρισε το άψυχο σώμα του άνδρα δίπλα στο παράθυρο, ο οποίος πέθανε ειρηνικά στον ύπνο του. Ξαφνιάστηκε και κάλεσε τους θεράποντες ιατρούς.

Όταν θεωρήθηκε πρέπον, ο άλλος άνδρας ρώτησε αν θα μπορούσε να μεταφερθεί δίπλα στο παράθυρο. Η νοσοκόμα ευχαρίστως έκανε την αλλαγή και, εφ’ όσον σιγουρεύτηκε ότι ο άνδρας αισθανόταν άνετα, τον άφησε μόνο.

Σιγά, επώδυνα, στήριξε τον εαυτό του στον ένα του αγκώνα, να δει για πρώτη του φορά τον έξω κόσμο. Πάσχισε να γείρει να δει έξω από το παράθυρο, δίπλα στο κρεβάτι. Αντίκρισε έναν λευκό τοίχο...

Ο άνδρας ρώτησε τη νοσοκόμα τι μπορεί να ανάγκασε τον συγχωρεμένο συγκάτοικό του να περιγράφει τόσο έξοχα πράγματα έξω από το παράθυρο.

Η νοσοκόμα αποκρίθηκε πως ο άνδρας ήταν τυφλός και δεν μπορούσε να δει ούτε τον τοίχο! Πρόσθεσε: «Ίσως ήθελε απλώς να σου δώσει θάρρος».

Λίγα λόγια για το θέμα του μήνα.

Είναι αναντίρρητο γεγονός πως οι άνθρωποι αντιδρούμε με διαφορετικό τρόπο στα διάφορα ερεθίσματα που λαμβάνουμε. Υπάρχουν άνθρωποι που επίτηδες αποφεύγουν να έρθουν αντιμέτωποι με την πραγματικότητα, θεωρώντας ότι όλα είναι καλά, γιατί δεν θέλουν να αναλάβουν ευθύνες-ζουν στον δικός τους κόσμο. Υπάρχουν άνθρωποι που εξετάζουν τα δεδομένα, θετικά και αρνητικά, αγωνίζονται να ξεπεράσουν τις δυσκολίες και ζητούν και τη σύμπραξη των άλλων, αλληλοϋποστηριζόμενοι. Υπάρχουν, τέλος, και κάποιοι που βλέπουν μόνο τα μελανά σημεία και απογοητεύονται μη θέλοντας να προσπαθήσουν, οδυρόμενοι για τα δεινά.      

Ζώντας για έναν σχεδόν χρόνο πρωτόγνωρες καταστάσεις, καλούμαστε να εντάξουμε τον εαυτό μας σε μία από τις παραπάνω ομάδες. Τί θέλουμε να είμαστε; Αιθεροβάμονες, μαχητές ή παραιτημένοι;

Ο τυφλός πρωταγωνιστής της ιστορίας μας  αγωνιζόταν να ξεπεράσει τη δική του αδυναμία και να δίνει ελπίδα, θάρρος, κουράγιο στο συγκάτοικό του. Περιέγραφε αυτά που η ψυχή του είχε, ως θέα από το παράθυρο του δωματίου. Δεν έμενε στα σκοτάδια των τυφλών ματιών του και δεν θρηνούσε την «κατάντια» του!  Έπαιρνε χαρά από τη χαρά που έδινε! Έκανε τον εαυτό του παράθυρο ελπίδας, παράθυρο προοπτικής ουρανού για τους άλλους!

Έτσι να πορευόμαστε και εμείς. Αγωνιζόμενοι παίρνοντας δύναμη από τη Χάρη του Θεού και βοηθώντας τους άλλους.

Υ.Γ. Ευτυχώς που το δωμάτιο είχε παράθυρο και έδινε αφορμή να σκέπτονται και όχι οθόνη τηλεόρασης…

-----------------------------------------------------------------------------------------------

Δεν νοείται χριστιανός απογοητευμένος, ανυπόμονος, ανέλπιδος, κακομοίρης, κατσούφης και αγνώμων!

Δικαιολογημένα το θέμα των ημερών μας είναι η σοβαρή οικονομική κρίση που διέρχεται η πατρίδα μας. Γι' αυτό υπάρχει μεγάλη ανασφάλεια, ανησυχία, αγωνία, αγανάκτηση, σύγχυση, φόβος και άγχος. Οι καιροί είναι πράγματι χαλεποί. Σ' αυτή την κατάσταση καλούνται οι χριστιανοί να δώσουν τη μαρτυρία και την ομολογία τους.

Καταρρέουν κάστρα σαν πύργοι στην άμμο. Παγιδεύονται πλούσιοι, δημιουργούνται πολλά προβλήματα, ανατρέπονται ισορροπίες, γεννιούνται  πονηρές επιθυμίες κι εκμετάλλευση. Αυξάνεται η ανεργία, η αβεβαιότητα, η εγκληματικότητα, η παρανομία και η φτώχεια. Όλα αυτά φανερώνουν καθαρά την πνευματική νωθρότητα και πενία πολλών. Μακάρι το ισχυρό αυτό τσουνάμι να δημιουργήσει έγερση από τον λήθαργο, σεισμό προς εγρήγορση, ρωγμές προς επίγνωση, τομές για υπεύθυνες αποφάσεις.

Είναι ανάγκη να επανέλθει σύντομα η λησμονημένη αισιοδοξία, η
κρυμμένη ελπίδα, η χαμένη χαρά και η ποθητή ειρήνη.

Πίσω από τον ανθρώπινο πόνο, την πικρή δοκιμασία, την κουραστική στενοχώρια και τη φοβερή θλίψη κρύβεται το φιλόστοργο μάτι του Θεού. Η αφύπνιση από τη ζωή της ύλης, της ηδονής, της καλοπέρασης και του ατομισμού θα φέρει τον άνθρωπο στην πνευματική ενατένιση, την ορθή όραση, την εγνωσμένη μελέτη, στην απομάκρυνση του ψυχοφθόρου
άγχους. Ο άνθρωπος έχει πολλές και άγνωστες εσωτερικές δυνάμεις. Να μη λυγίζει εύκολα, μην πέφτει απερίσκεπτα, μη μένει κάτω, μην κυριεύεται από την απόγνωση.

Μάλιστα δεν νοείται χριστιανός απογοητευμένος, ανυπόμονος, ανέλπιδος, κακομοίρης, κατσούφης και αγνώμων.

Ο κόσμος προκαλεί και προσκαλεί συνεχώς στην κοινωνία της αφθονίας, του υπερκαταναλωτισμού, του κορεσμού και της πλησμονής. Η ζωή των πολλών είναι φιλοχρήματη, φιλόσαρκη, φιλήδονη και φιλόϋλη. Η κοινωνία κατάντησε αισθησιοκρατούμενη και λατρεύουσα υπερβολικά τη σάρκα. Έχει δυστυχώς επέλθει μια τρομερή σύγχυση, μία πονηρή παγίδευση, μία αποτελμάτωση και νάρκωση μόνο στα επίγεια αγαθά. Δεν υπάρχουν στοιχεία αφύπνισης, αντίστασης, δυναμικής αντιμετώπισης, μεταστροφής και μετάνοιας.

Γι' αυτό και η οικονομική κρίση ενοχλεί τόσο μα τόσο πολύ. Δεν αντιμετωπίζεται σαν μια σημαντική ευκαιρία για μία ουσιαστική αλλαγή. Το ευαγγέλιο συνεχώς μιλά για άσκηση, εγκράτεια, απλότητα, λιτότητα και ελεημοσύνη. Μιλά για σταυρό, για θλίψη, για καρτερία, για μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στο Θεό. Τώρα είναι η ώρα να φανεί η πίστη, να δοθούν εξετάσεις, να κριθεί η γνησιότητα της πίστεως του καθενός. Να μη μένει σε λόγια. Στους πειρασμούς, στις δοκιμασίες, στις θύελλες φαίνεται έμπρακτα το πιστεύω μας. Ο πόνος φανερώνει τη νόσο. Ο πόνος μπορεί να γίνει ιατρός. Είναι ανάγκη να πονέσουμε, για να συμπονέσουμε. Ο πόνος, είναι αλήθεια, μπορεί να μαλακώσει τον άνθρωπο και να γίνει ευλογία και μπορεί να τον σκληρύνει και να γίνει γι αυτόν μαρτύριο, βάσανο ή κατάρα. Όπως λένε, οι θερμές ακτίνες του ήλιου λιώνουν το κερί και σκληραίνουν τη λάσπη. Έχει ιδιαίτερη σημασία η ελεύθερη βούληση του κάθε ανθρώπου. Είναι πολλοί οι λόγοι που θα έπρεπε ο άνθρωπος να αγωνίζεται συνεχώς και ανυποχώρητα. Η απελπισία είναι ανεπίτρεπτη. Η υπομονή είναι πάντοτε απαραίτητη. Δεν είμαστε μόνοι αγωνιζόμενοι στη ζωή. Ο καλός καραβοκύρης στη φουρτούνα φαίνεται, λέει σωστά ο λαός μας. Φουρτούνα, συννεφιά, μπόρα είναι και θα περάσει. Ξεφύγαμε κι εμείς απρόσεκτα. Καιρός να επιστρέψουμε πιο συνετά στην ευθεία, στο μέσον, το μέτρο, τη μετρημένη ζωή. Είναι μία ευκαιρία. Μία ευκαιρία σημαντική.

 (Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Εφημερίδα «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» 5 Ιουνίου 2011)

 

Ο μακαριστός π. Μωϋσής  έγραψε το παραπάνω άρθρο για την οικονομική κρίση του 2010. Δυστυχώς, δεν αλλάξαμε όμως. Ξαφνιαζόμαστε για τα σκάνδαλα στο χώρο του αθλητισμού και του θεάτρου, απορούμε για οικονομικές συναλλαγές φαρμακευτικών εταιρειών, κατακρίνουμε τους εμπόρους ναρκωτικών, αισθανόμαστε αποτροπιασμό για τις συμμορίες ανηλίκων - όλα από την επικαιρότητα των ημερών-  σα να μην τα ξέρουμε, να μην τα φανταζόμαστε! Ενώ, αν δεν τα δοκιμάσαμε τα ζηλέψαμε, αν δεν τα επιθυμήσαμε τα ανεχθήκαμε, αν δεν τα επιδοκιμάσαμε τα αποδεχθήκαμε! Τί προβάλλουν τα δημοφιλή reality shows;  Γι΄ αυτό και φταίμε όλοι μας για το κατάντημα της κοινωνίας μας. Γι΄ αυτό και ο Θεός επιτρέπει νέες δοκιμασίες, για να μετανοήσουμε, να επιστρέψουμε σ΄ Αυτόν!

Οι πνευματικοί νόμοι λένε πως όσο εμμένουμε στη ζωή της ύλης, της ηδονής, της καλοπέρασης και του ατομισμού, τόσο θα δεχόμαστε επισκέψεις αφύπνισης, ισχυρότερες κάθε φορά. Στμεν καλς!

Σάββατο 3 Αυγούστου 2019

Το καλάθι...


Ζούσε κάποτε, σ’ ένα χωριό μία χήρα πολύ φτωχιά με τον μοναχογιό της. Για να μεγαλώσει το παιδί της ξενοδούλευε, κι όταν ήρθε ο καιρός για να το σπουδάσει, πήγε κι έπεσε στα γόνατα μπροστά στην Παναγία κι έλεγε: «Παναγία μου, αξίωσέ με, εμένα την αμαρτωλή, να σπουδάσω τον μοναχογιό μου». Έτσι, με χίλιες στερήσεις και προσευχές κατάφερε η φτωχή χήρα να σπουδάσει τον γιο της γιατρό.
Κάποια μέρα, με το δίπλωμα στην τσάντα ξεκίνησε ο γιατρός να επισκεφτεί τη μάνα του, που είχε πια γεράσει, για να την ευχαριστήσει. Η μάνα τον υποδέχτηκε με πολλή χαρά και με βαθιά ευγνωμοσύνη στην Παναγία, που την αξίωσε να πραγματοποιήσει το όνειρο της ζωής της. Την άλλη μέρα, Κυριακή, πηγαίνει και ξυπνάει τον γιο της και του λέει: «Σήκω, γιε μου, να πάμε να ευχαριστήσουμε την Παναγία για την προκοπή σου.» Ο γιατρός, όμως, της αρνήθηκε να πάει στην εκκλησία, γιατί δεν πίστευε, όπως της είπε, και αυτά τα θεωρούσε ξεπερασμένα.
Η μάνα φαρμακώθηκε, δεν είπε τίποτε, μόνο πήγε μονάχη της κι έκλαψε μπροστά στην εικόνα της Μεγαλόχαρης με ευχαριστία αλλά και πόνο. Όταν γύρισε στο σπίτι, ο γιος της, ο γιατρός, τη ρώτησε: «Ε! Μάνα, τι κατάλαβες απ’ τα λόγια της εκκλησίας, εσύ, αγράμματη γυναίκα;».
Η χήρα δεν απάντησε, μόνο έπιασε ένα καλάθι από την αποθήκη και του λέει: «Γιε μου, το πρωί δεν με άκουσες να ΄ρθεις μαζί μου στην εκκλησία. Συγχωρεμένος να είσαι. Τώρα, όμως, θέλω να μου κάνεις μία άλλη χάρη και μη μου την αρνηθείς. Θέλω να πάρεις το καλάθι και να πας στο ποτάμι να μου φέρεις νερό». «Μα με το καλάθι να σου φέρω νερό, μάνα; Τόσο τα χεις χαμένα;», λέει εκείνος. «Πήγαινε εσύ για το χατίρι μου», του απαντάει εκείνη, «κι ό,τι θέλει ας γίνει».
Παραξενεμένος ο γιατρός, πηγαίνει στο ποτάμι, βουτάει μέσα το καλάθι, το βγάζει και γυρίζει στο σπίτι με το καλάθι άδειο. «Να, μάνα, το καλάθι σου, όπως μου το ‘δωσες. Σου την έκανα την χάρη. Βλέπεις εσύ να έχει νερό μέσα;», λέει ο γιατρός. «Ευχαριστώ, γιε μου, που μ’ άκουσες. Βλέπεις, όμως, εσύ το καλάθι, όπως σου το 'δωσα;», απαντάει η μάνα. «Ε ναι, μόνο που είναι βρεγμένο», αποκρίνεται ο γιος. «Βλέπεις, λοιπόν, γιε μου, ότι δεν είναι το ίδιο, όπως σου το 'δωσα; Το πήρες στεγνό, κατάξερο και μου το 'φερες μουσκεμένο. Έτσι κι εγώ πηγαίνω η αγράμματη στην εκκλησία. Δεν φέρνω τη σοφία της, αλλά είμαι δροσισμένη απ’ τη χάρη Της και αυτό με συντηρεί τόσα χρόνια και κατάφερα με τη χάρη Της να σε σπουδάσω».
Τότε κατάλαβε ο γιατρός, ότι ο Θεός «εμώρανε την σοφίαν του κόσμου τούτου… και τα μωρά του κόσμου εξελέξατο…» κι έβαλε μετάνοια στη μάνα του και πήγαν ύστερα μαζί στην εκκλησία κι ευχαρίστησαν την Παναγία.
(Μακαριστού Οικονόμου π. Ευέλθωντος Χαραλάμπους)

Σάββατο 22 Ιουνίου 2019

Υπάρχει ζωή μετά τον … τοκετό;

Υπάρχει ζωή μετά τον … τοκετό;

Στη μήτρα μιας μητέρας βρίσκονται δύο μωρά. Το ένα ρωτά το άλλο: "Πιστεύεις στη ζωή μετά τον τοκετό;" κι εκείνο απάντησε, "Γιατί ρωτάς; Φυσικά. Κάτι θα υπάρχει μετά τον τοκετό. Μπορεί να είμαστε εδώ για να προετοιμαστούμε, για αυτό που θα ακολουθήσει αργότερα."
"Ανοησίες", είπε το πρώτο. "Δεν υπάρχει ζωή μετά τον τοκετό. Τι είδους ζωή θα ήταν αυτή; "
Το δεύτερο είπε: "Δεν ξέρω, αλλά θα υπάρχει περισσότερο φως από ό, τι εδώ. Ίσως να περπατάμε με τα πόδια μας και να τρώμε με το στόμα. Ίσως να έχουμε περισσότερες αισθήσεις, που δεν μπορούμε καν να φανταστούμε τώρα."
Το πρώτο απάντησε: "Αυτό είναι παράλογο! Το περπάτημα είναι αδύνατο. Και να τρώμε με το στόμα; Γελοίο! Ο ομφάλιος λώρος μας δίνει την τροφή και όλα όσα χρειαζόμαστε. Αλλά ο ομφάλιος λώρος είναι πολύ κοντός. Οπότε, η ζωή μετά τον τοκετό, λογικά, αποκλείεται."
Το δεύτερο, όμως, επέμενε: "Λοιπόν, νομίζω ότι υπάρχει κάτι και ίσως είναι διαφορετικό από ό,τι είναι εδώ. Ίσως να μη μας χρειάζεται αυτό το φυσικό «καλώδιο» πια."
Και το πρώτο απάντησε: "Ανοησίες. Και επιπλέον, αν υπάρχει ζωή, τότε γιατί ποτέ κανείς δεν έχει γυρίσει πίσω από εκεί; Ο τοκετός είναι το τέλος της ζωής, και μετά από τον τοκετό δεν υπάρχει τίποτα, παρά μόνο σκοτάδι, σιωπή και λήθη. Δεν οδηγεί πουθενά."
"Λοιπόν, δεν ξέρω", λέει το δεύτερο, "αλλά σίγουρα θα συναντήσουμε τη μητέρα και αυτή θα μας φροντίσει."
Τότε το πρώτο μωρό απάντησε: "Μητέρα; Πιστεύεις στη μητέρα; Αυτό είναι γελοίο. Αν η μητέρα υπάρχει, τότε πού είναι τώρα; "
Το δεύτερο είπε: "Είναι παντού γύρω μας. Είμαστε περικυκλωμένοι από αυτήν. Είμαστε μέρος της. Ζούμε μέσα της. Χωρίς αυτήν, αυτός ο κόσμος δεν θα μπορούσε καν να υπάρχει."
Τότε είπε το πρώτο: "Λοιπόν, εγώ δεν την βλέπω, έτσι είναι λογικό ότι δεν υπάρχει."
Και τότε το δεύτερο μωρό απάντησε: "Μερικές φορές, όταν κάνεις ησυχία και επικεντρωθείς και ακούσεις πραγματικά, μπορείς να αντιληφθείς την παρουσία της, και μπορείς να ακούσεις την αγαπημένη της φωνή, να σε καλεί από ψηλά."
(Του συγγραφέα Pablo J. Luis Molinero, "Morphogeny")

Λίγα λόγια για το θέμα του μήνα.

Με τη Χάρη του Θεού περάσαμε κι εφέτος τη Μεγάλη Εορτή του Πάσχα, που έκλεισε με την Ανάληψη του Χριστού και θα σφραγιστεί με την Πεντηκοστή. Ίσως μας φαίνονται συνηθισμένα και τυπικά αυτά τα ονόματα των εορτών, χωρίς να συνειδητοποιούμε την ουσία τους, άρα και την αξία τους και τη σπουδαιότητά τους. Και αυτό, γιατί οι εορτές αυτές αναφέρονται στην προετοιμασία του καθενός μας για κάτι που έρχεται, για κάτι που δεν έχουμε την εμπειρία του, για κάτι που, δυστυχώς, δεν ελπίζουμε ή καλύτερα δεν πιστεύουμε. Όλες οι εορτές της Εκκλησίας μας έχουν σκοπό να μας θυμίσουν ότι προορισμός της ζωής μας είναι η ένωσή μας με τον Θεό, η αιώνια ζωή κοντά Του, ο αγιασμός μας, να πάμε στον Παράδεισο, όπως απλά λέμε. Κι έτσι το ερώτημα που ζητά απάντηση από τον καθένα μας είναι: «Πιστεύεις στον Θεό; Στην αιώνια ζωή; Στη ζωή μετά τον θάνατο;» Σίγουρα ο ορθολογισμός μας, η επιστήμη που ζητά αποδείξεις με τις αισθήσεις και άλλοι πολλοί παράγοντες δημιουργούν αμφιβολίες στην πίστη μας στα παραπάνω, όπως ακριβώς το πρώτο έμβρυο της ανωτέρω διήγησης. Όμως, αν μείνουμε στα δεδομένα των αισθήσεων, του ορθολογισμού και της αμφισβήτησης, μάλλον δεν θα έπρεπε να είχαμε γεννηθεί. Κάθε γέννα είναι ένας θάνατος. Το έμβρυο πεθαίνει στη γέννα και γεννιέται ένα λογικό βρέφος. ‘’Τελειώνει με τη γέννηση, όχι μία φάση, αλλά ένας τρόπος ύπαρξης. Το έμβρυο δεν ξέρει τίποτα για τη μετά τον θάνατό του ζωή, για τον τρόπο της ύπαρξης μετά τη γέννηση. Κανένα έμβρυο «δεν γύρισε πίσω» ποτέ, να ξαναγίνει έμβρυο μετά τη γέννησή του, για να πληροφορήσει τα έμβρυα ποια θα είναι η υπαρκτική τους πραγματικότητα μετά τη γέννησή τους!’’ (Χρήστος Γιανναράς: «Πτώση, Κρίση, Κόλαση»)
Η εμπειρία, λοιπόν, της γέννησης του ανθρώπου, μπορεί να γίνει υπόδειγμα για την αλλαγή του τρόπου ύπαρξής μας μετά τον θάνατο και τη μετάβαση στην αιώνια ζωή. Η Εκκλησία μας προβάλλει τη ζωή του Χριστού και των Αγίων μέσα από τις εορτές, για να μας δείξει και δια παραδείγματος ότι η ύπαρξή μας δε χάνεται με τον θάνατο, ότι υπάρχουμε, αλλά χρειάζεται η ησυχία η εξωτερική και κυρίως η εσωτερική –της ψυχής μας η ησυχία- για να ακούσουμε πραγματικά, να αντιληφθούμε την παρουσία του Ουράνιου Πατέρα Θεού που μας καλεί!
Εύχομαι όλο και περισσότερο να συνειδητοποιούμε την αγάπη Του, την προσφορά Του, την παρουσία Του, μέσα από τις Εορτές της Εκκλησίας μας και να στερεωνόμαστε στην πίστη!

Οι Ακολουθίες του Νυχθημέρου.
Συνεχίζοντας με τις ακολουθίες που τελούνται στην Εκκλησία μας, θα αναφερθούμε σε κάποιες που στις ενορίες έχουν πρακτικά ατονήσει, γιατί προήλθαν από τα μοναστήρια. Έτσι, η επιθυμία των μοναχών να προσεύχονται περισσότερες φορές μέσα στην ημέρα, καθιέρωσε τις Ακολουθίες των Ωρών, που γίνονται σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα της ημέρας. Η πρώτη (Α΄) Ώρα γίνεται με το τέλος της Ακολουθίας του Όρθρου, κάπου στις 6 το πρωί, η Τρίτη (Γ΄) Ώρα γύρω στις 9 το πρωί, η έκτη (Στ΄) Ώρα γύρω στις 12 το μεσημέρι και η ενάτη (Θ΄) Ώρα πριν τον Εσπερινό της επόμενης ημέρας, περίπου στις 3 το απόγευμα.
Είναι κατά βάσιν ψαλμοί και τροπάρια, που αναφέρονται στα γεγονότα του Πάθους του Κυρίου μας κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή της ημέρας: «Κύριε ο το πανάγιόν σου πνεύμα εν τη Τρίτη ώρα τοις Αποστόλοις σου καταπέμψας...», «Ο εν έκτη ημέρα τε και ώρα τω Σταυρώ προσηλώσας...», «Ο εν τη ενάτη ώρα δι ημάς σαρκί του θανάτου γευσάμενος...».
Οι ακολουθίες αυτές εντάχθηκαν στη λατρεία, ώστε να συνειδητοποιούμε πως η ζωή μας πρέπει να αναφέρεται στον Θεό κάθε ώρα και στιγμή.
Υπάρχουν και οι Μεγάλες και Βασιλικές Ώρες, οι οποίες ψάλλονται κατά την παραμονή των Χριστουγέννων, την παραμονή των Θεοφανείων και τη Μ. Παρασκευή. Είναι Ακολουθίες, οι οποίες αναφέρονται στον Βασιλέα Χριστό, και επιπλέον σε αυτές –κατά το βυζάντιο- ήταν παρών και ο βασιλέας, εξ ου και Βασιλικές. Αναφέρονται, με ιδιαίτερα τροπάρια και ψαλμούς, στα μεγάλα γεγονότα της ημέρας, που εορτάζονται από την Εκκλησία μας με κατάνυξη και μεγαλοπρέπεια.

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2019

ΧΑΙΡΕ Η ΚΛΕΙΣ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ, ΧΑΙΡΕ ΕΛΠΙΣ ΑΓΑΘΩΝ ΑΙΩΝΙΩΝ

Σε κάθε περίσταση της ζωής μας, σε κάθε σχέση, σε κάθε στόχο πάντοτε υπάρχουν κάποια κλειδιά που ξεκλειδώνουν τις πόρτες και ανοίγουν τον δρόμο για να πετύχουμε αυτό που ζητούμε. Οι ειδικοί συστήνουν ως κλειδιά την υπομονή, την εργατικότητα, την ενσυναίσθηση, το να μπαίνουμε δηλαδή στην θέση των άλλων, την αξιοποίηση των πνευματικών μας χαρισμάτων, ιδίως της ευφυΐας κλπ.
Οι στόχοι που βάζουμε μας οδηγούν στο μέλλον. Υπάρχει όμως και ένας στόχος που έρχεται από το μέλλον. Αυτός είναι η Βασιλεία του Θεού. Και η Βασιλεία του Θεού έρχεται από το μέλλον, γιατί ό,τι είναι μας έχει δοθεί ήδη από τον Θεό και θα ολοκληρωθεί στο μέλλον, αλλά είναι ήδη στο παρόν, αρκεί να έχουμε τρία χαρακτηριστικά κλειδιά: το ένα είναι η ομολογία της πίστης. Το δεύτερο είναι η βία. Το τρίτο είναι η ευχαριστία, το « Δόξα τω Θεώ». Αυτά τα τρία κλειδιά καθιστούν το μέλλον παρόν. Μας παίρνουν από το χέρι και μας εντάσσουν στην ζωή και τον τρόπο της Εκκλησίας και ανοίγουν για πάντα την πόρτα της Βασιλείας, η οποία μπορεί να είναι στενή και τεθλιμμένη, αλλά είναι η μόνη που δεν χάνεται, ούτε καν στον θάνατο, όπως όλοι οι εφήμεροι στόχοι.
Η ομολογία της πίστης είναι αποδοχή και βίωση του λόγου του αποστόλου Πέτρου, όταν ο ο Χριστός ρώτησε τους μαθητές Του ποιος νομίζουν οι άνθρωποι ότι είναι και ο Πέτρος απάντησε: «συ ει ο Χριστός, ο υιός του Θεού του ζώντος» (Ματθ. 16, 16). Η πίστη αυτή είναι έργο όχι σαρκός και αίματος, δώρο της λογικής μας, αποτέλεσμα της επιχειρηματολογίας του νου, αλλά πηγάζει από την κοινωνία με τον Χριστό, από την αναζήτηση της αλήθειας για το πρόσωπο του Κυρίου, αυτή που δίνεται από τον ίδιο τον Θεό όταν Τον αναζητούμε με καρδιά καθαρή και καλοπροαίρετη. Ο άνθρωπος που ζει τον Χριστό ως τον υιό του Θεού του ζώντος έχει πάρει τα κλειδιά της Βασιλείας. Δεν πιστεύει σε έναν φιλόσοφο, σε έναν δάσκαλο, σε έναν ιδεολόγο, σε έναν επαναστάτη, σε έναν μάρτυρα, αλλά στον Θεό που γίνεται άνθρωπος για να μας υπενθυμίσει ότι είμαστε παιδιά Του.
Το δεύτερο κλειδί είναι η βία. «Η βασιλεία των ουρανών βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. 11, 12). Αρπάζεται η βασιλεία του Θεού. Δεν μας παραδίδεται όπως η δύναμη της ομολογίας. Θέλει να αφήσουμε πίσω τον ίδιο μας τον εαυτό, να βάλουμε βία στην φύση μας, αλλά και στην προαίρεσή μας που μας λέει ότι ο κόσμος, τα αγαθά, οι απολαύσεις, ακόμη και οι σχέσεις μας, οι επιτυχίες μας, η δίψα για αναγνώριση, οι κατακτήσεις μας, η εξουσία μας έχουν σημασία. Όλα αυτά πρέπει να μείνουν πίσω, σαν τα πλοιάρια και τα δίχτυα των μαθητών, για να δούμε την ζωή της Βασιλείας ως την προτεραιότητά μας. Αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι θα εγκαταλείψουμε τον κόσμο. Σημαίνει ότι τίποτε από αυτά δεν θα βάλουμε πιο πάνω από την σχέση μας με τον Χριστό. Κι αυτό χτίζεται στιγμή- στιγμή, με αγώνα, με άσκηση, με θέαση των άλλων όχι ως βημάτων για την εκπλήρωση του συμφέροντός μας και για εξόντωσή τους, αλλά ως προσώπων που θα νοιαστούμε γι’ αυτούς όσο γίνεται και θα συνυπάρξουμε με αγάπη και συγχώρεση. Εδώ όμως θέλει συνεχή βία, για να νικήσουμε τη φωνή που σπρώχνει στην προτεραιότητα του εγώ.
Το τρίτο κλειδί είναι η ευχαριστία. Είναι η αναζήτηση του θελήματος του Θεού και η ευγνωμοσύνη γι’ αυτό. Το « Δόξα τω Θεώ» σε κάθε περίσταση, για κάθε πρόσωπο που συναντούμε, είναι το σταμάτημα της μέριμνας στο σήμερα και η δοξολογία του Θεού για κάθε τι που επιτρέπει να μας συμβεί, είναι το «ζητείτε την βασιλείαν του Θεού και τη δικαιοσύνην αυτού» , το «η αύριον μεριμνήσει τα εαυτής» (Ματθ. 6, 33-34), είναι το να κοινωνούμε Χριστό μέσα στην εκκλησιαστική ζωή, να μην φοβόμαστε την ήττα, αλλά να εμπιστευόμαστε Αυτόν που ξέρει γιατί συμβαίνει, διδασκόμενοι από τα λάθη μας, αλλά και αφήνοντας στα δικά Του χέρια ό,τι δεν μπορούμε να εξηγήσουμε. Είναι η μετοχή στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, η κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, η οποία αγιάζει την φύση μας και την κάνει κάθε στιγμή να ξεκινά από την αρχή, ζώντας το μέλλον ως παρόν.
Αυτός είναι ο δρόμος που ακολούθησε η Υπεραγία Θεοτόκος. Και γι’ αυτό ο υμνογράφος των Χαιρετισμών, απευθυνόμενος προς αυτήν λέει: « Χαίρε η κλεις της Χριστού βασιλείας, χαίρε ελπίς αγαθών αιωνίων» . Το κλειδί τώρα δεν είναι ο τρόπος, αλλά το ίδιο το πρόσωπό της. Έζησε η Παναγία και την πίστη και την βία και την ευχαριστία και προχώρησε από το να έχει βρει τα κλειδιά και να έχει ανοίξει τη πόρτα της Βασιλείας στο να είναι η ίδια το κλειδί. Όποιος την επικαλείται με πίστη, παίρνει από αυτήν την βοήθεια για να μπορέσει να αξιοποιήσει τα δικά του κλειδιά!

Σάββατο 23 Μαρτίου 2019

Ο ΜΕΓΑΣ ΣΥΜΠΟΝΕΤΙΚΟΣ


Λίγοι φίλοι είναι τόσο πιστοί στη ζωή του κάθε ανθρώπου, όσο ο ανθρώπινος πόνος. Ο πόνος μιας μάνας μάς φέρνει στη ζωή, με πόνο της δικής μας ψυχής την αποχαιρετούμε. Και στο ενδιάμεσο, ο πόνος, ο κάθε είδους πόνος, πάντα παρών. Πολλές φορές μάλιστα παρών, έστω και απών, καθώς ο φόβος και η αγωνία για τον ερχομό του σφραγίζει ακόμη και την ώρα της χαράς ή της ανάπαυσης.
Διαχρονικό και πανανθρώπινο το ερώτημα: Γιατί ο πόνος στη ζωή μας; Γιατί τόσο μεγάλη η δύναμη του, ώστε και ο θάνατος να φαντάζει πολλές φορές ως λύτρωση; Και αν ο κοσμικός άνθρωπος, ο ξεκομμένος από κάθε μεταφυσική αναζήτηση, ο εμπλεγμένος μόνο στις διαδικασίες της καθημερινότητας πνίγεται από την αγωνία του ερχομού του ή τα βάζει με την κακοτυχία του όταν νιώσει την επίσκεψή του ή, τέλος, μαθαίνει να υπομένει στωικά την παρουσία του, ο πιστός χριστιανός βρίσκεται αντιμέτωπος με μία θεμελιώδη αντίφαση: πώς συμβιβάζεται η παρουσία του πόνου και της πάσης φύσεως οδύνης στη ζωή του άνθρωπου με την άπειρη αγάπη και φιλανθρωπία του Δημιουργού;
Από το ερώτημα αυτό ίσως να ξεκινάει η αναζήτηση της ουσίας της χριστιανικής θεολογίας. Μία σειρά από «γιατί» θα μάς φέρουν αργά η γρήγορα στην πύλη της Εδέμ, που μόλις έχει κλείσει, αφήνοντας έξω τους πρωτοπλάστους. Την ώρα που η Εύα και ο Αδάμ στέκονται αμήχανοι μπροστά στο ξεκίνημα της νέας τους ζωής, ο κύκλος της οδύνης έχει ανοίξει. Κι όσο κι αν ακούγεται σκληρό και περίεργο, οι πατέρες της Εκκλησίας συμφωνούν πως ο Θεός δεν τιμωρεί άλλα προικίζει τον άνθρωπο με τη φθορά και το θάνατο. Γιατί; Γιατί τόση σκληρότητα, θα ρωτήσουν πολλοί. Κι όμως! Όσοι κρατήσουν στην ψυχή τους ακλόνητη την πίστη σε έναν Θεό αγάπης και ελέους, θα καταφέρουν, αν όχι να καταλάβουν, τουλάχιστον να υποψιαστούν το τι πασκίζει ο Θεός να καταφέρει.
Δε θέλει ο Θεός να ξεχαστεί ο παράδεισος. Δε θέλει να δει τον άνθρωπο να συμφιλιώνεται με την αποτυχία και να θεωρεί φυσιολογικό το λάθος. Δεν ευλογεί ο Θεός την αιωνιότητα του «τίποτα». Αυτού του «τίποτα» τη γεύση είχε ο καρπός του δέντρου. Και η ίδια αυτή πικρή γεύση διαπότισε μέσα από την προπατορική αμαρτία όλη την Κτίση. Με πόνο και όχι με οργή ανακοινώνει στον Αδάμ την προπατορική συνέπεια. Πικρό το ψωμί που θα τρως, τον κύκλο του θανάτου θα κινεί. Πικρός κι ο ερχομός της ζωής για τη γυναίκα σου. Με πόνο θα γεννάει.
Όποιος ακούσει μόνο αυτά, δε θα μπορέσει να καταλάβει το σχέδιο της αγάπης του Θεού. Και είναι η πίστη εκείνη που κάνει τον άνθρωπο ικανό να ακούσει τα υπόλοιπα. Ναί, ο πόνος και ο θάνατος είναι η πιο απτή, η πιο βέβαιη πραγματικότητα. Ναί, το κορμί μας πονάει και γερνάει. Ναί, είμαστε όντα με αρχή και τέλος. Δεν είναι όμως αυτά η μοίρα μας. Δεν είναι η καταδίκη μας. Είναι το υλικό να κρατηθεί ζωντανή η πυρά της μνήμης. Ο πόνος δεν αφήνει την ψυχή να ξεχάσει την ποιότητα της ζωής για την οποία ήταν πλασμένη. Η οδύνη της ψυχής και του σώματος είναι το απτό ανθρώπινο παράπονο για μία ζωή που δε μάς αξίζει και το αίτημα για κάτι που κάποτε μάς χαρίστηκε σαν δώρο και που ποτέ δε μάς αφαιρέθηκε.
Δεν πλαστήκαμε για να πεθάνουμε. Δεν πλαστήκαμε για να πονάμε. Κι όμως. Όσο κι αν η νοσταλγία δεν έσβησε, όσο κι αν το αίτημα παρέμενε, έπρεπε ο Θεός να γίνει άνθρωπος, για να φανεί πως ο δρόμος της επιστροφής ήταν αδιάβατος. Έπρεπε ο Θεός να γίνει άνθρωπος, για να περπατήσει μέσα από τον πόνο και το θάνατο και να οδηγήσει το ανθρώπινο γένος «εις αναψυχήν». Πέρασαν παιδαγωγοί και συμβουλάτορες πολλοί από την ιστορία. Άλλοι ξόρκισαν τον πόνο με χίλιους δυό τρόπους. Άλλοι τον είδαν σαν βάρος ασήκωτο κι άλλοι σαν φάντασμα. Πάντα με φόβο, πάντα με πανικό, πάντα με εκείνη την ηρεμία του κατάδικου. Παιδαγωγοί δεν έλειψαν ποτέ, ούτε λείπουν.
Πάντα έλειψαν και πάντα λείπουν τα χέρια να στηρίξουν και να τραβήξουν από το τέλμα. Έπρεπε ο Θεός να γίνει άνθρωπος για να καταλάβουμε, όσο καταλάβουμε, πως πιστεύουνε σε θεό σύν-πόνιας. Έπρεπε ο Θεός να γίνει άνθρωπος, για να φανεί ο πόνος και ο θάνατος σαν δρόμος και σαν σκιά. Δρόμος με τέλος όχι τον Γολγοθά, άλλα πιο πέρα κι από κει. Με τέλος το κενό μνημείο. Και σκιά ανίκανη να βλάψει αυτόν που με πίστη και γενναιότητα κρατάει το χέρι του Εσταυρωμένου, το χέρι του Μεγάλου Συμπονετικού, που δεν εγκατέλειψε ούτε στιγμή το σχέδιο Του: να μας δει να γευόμαστε τη Ζωή, ξεχείλισμα ζωής, βυθισμένη στη χαρά και την αιωνιότητα!
Τα σεπτά Πάθη του Θεανθρώπου μάς υπέδειξαν την σύν-πάθεια και την σύν-πόνια που καλούμαστε να δείξουμε στον πλησίον. Αυτά είναι ο δρόμος πού οδηγεί στην Ανάσταση κάθε κυττάρου της ύπαρξής μας κάθε μέρα, κάθε στιγμή, για όλη μας τη ζωή και πέρα απ’ αυτήν. Ας είναι το συμπόσιο αυτό ένα βήμα κοντύτερα προς αυτόν τον προορισμό.

του ΗΛΙΑ ΛΙΑΜΗ, Περιοδικό Πειραϊκή Εκκλησία, τ. 171, Μάιος 2006

Λίγα λόγια για το θέμα του μήνα.

Η είσοδός μας στην περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής έρχεται να μας ενεργοποιήσει εντονότερα στην συνειδητοποίηση του γεγονότος της Ανάστασης. Είναι μια περίοδος χαρμολύπης, χαράς και λύπης μαζί, γιατί εκφράζει από την μία την αποτυχία μας, την αμαρτία μας, δηλαδή την αιτία του πόνου και της φθοράς στη ζωή μας, αλλά από την άλλη επισφραγίζεται με την βεβαιότητα της τελικής νίκης επί του πόνου, της φθοράς και του θανάτου, με την Ανάσταση του Χριστού και τη δωρεά της αιωνιότητας σε κάθε άνθρωπο που την επιζητάει.
Έτσι, η περίοδος αυτή της νηστείας είναι η δική μας προσπάθεια, ο δικός μας αγώνας, η απόδειξη της διάθεσής μας να συμμετέχουμε στη δωρεά του Θεού.
Με αγωνιστική διάθεση και αποφασιστικότητα ας ξεκινήσουμε την πορεία για την συνάντηση και αναγνώριση του εαυτού μας, για την συμφιλίωση και την συγχώρεση με τον συνάνθρωπο, για τη συγγνώμη και την κοινωνία με τον Θεό.

Οι Ακολουθίες του Νυχθημέρου.
Κατά την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής τελούνται περισσότερες ακολουθίες στους Ναούς, ώστε να δίνεται περισσότερος χρόνος στη Λατρεία του Θεού. Έτσι έχουμε το Μεγάλο Απόδειπνο, την ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου συνυφασμένη με το Μικρό Απόδειπνο τις Παρασκευές, τις Λειτουργίες των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων. Συνεχίζοντας τη σχετική ενημέρωση, θα δούμε ακόμη:
4.- Ο Όρθρος. Όπως στο τέλος της ημέρας έτσι και στην αρχή της αισθανόμαστε την ανάγκη να ευχαριστήσουμε τον Θεό για την εκ του ύπνου έγερση, να χαιρετήσουμε τον ερχομό του αισθητού φωτός που πάλι μας υπενθυμίζει το νοητό φως, τον Χριστό, και να ζητήσουμε την ευλογία του Θεού για τα έργα της ημέρας. Ο Όρθρος αποτελεί την κυριότερη, εκτενέστερη και πλουσιότερη ακολουθία της ημέρας. Σ’ αυτόν κυρίως ψάλλονται οι ειδικοί ύμνοι που δίνουν το ιδιαίτερο χρώμα της εορτής ή της ημέρας. Ο Όρθρος παρουσιάζει αρκετές παραλλαγές. Κυρίως όμως διακρίνουμε τον Όρθρο των Κυριακών και εορτών, κατά τον οποίο ψάλλουμε τη μεγάλη δοξολογία και τον Όρθρο των καθημερινών, κατά τον οποίο διαβάζουμε τη μικρή δοξολογία.


Παρασκευή 22 Μαρτίου 2019

ΧΑΙΡΕ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ ΤΗΝ ΚΑΜΙΝΟΝ ΣΒΕΣΑΣΑ, ΧΑΙΡΕ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΤΟΥΣ ΜΥΣΤΑΣ ΦΩΤΙΖΟΥΣΑ

Στους Χαιρετισμούς της Υπεραγίας Θεοτόκου ο ποιητής αναφωνεί: «Χαίρε της απάτης την κάμινον σβέσασα». Κάνει μία αναφορά στην παλαιά Διαθήκη, στην εξουσία ενός παντοδύναμου βασιλιά, ο οποίος είχε κατασκευάσει μία τεράστια χρυσή εικόνα του εαυτού του και ζητούσε από όλους τους ανθρώπους που είχε υπό τις διαταγές του να πέσουν να την προσκυνήσουν. Απειλούσε ότι όποιος δεν θα δήλωνε υποταγή, θα είχε ως συνέπεια να μπει σε ένα φλογισμένο καμίνι, στο οποίο θα έπαιρνε το μάθημά του τελειώνοντας την ζωή του με φρικτό τρόπο, αλλά και δείχνοντας στους πιθανούς αμφισβητίες ποιος είναι αυτός που ρυθμίζει τον κόσμο. Και τρία παιδιά, πιστά στον αληθινό Θεό, αρνήθηκαν να προσκυνήσουν τον βασιλιά ως Θεό, και στην ειρωνική του απειλή «αν υπάρχει θεός που θα σας σώσει από τα χέρια μου» αναφώνησαν «Έστι Θεός»! Ρίχτηκαν στην κάμινο της απάτης και περπάτησαν εντός της, με την βοήθεια Αγγέλου, δείχνοντας ότι πάνω από την ανθρώπινη εξουσία υπάρχει η παντοδυναμία του Θεού, η δύναμη της πίστης, η ελπίδα της αιωνιότητας.
Καμίνι της απάτης αυτό που χρησιμοποίησε ο Βαβυλώνιος Ναβουχοδονόσωρ, διότι η εξουσία είναι απάτη που πρόσκαιρα απειλεί. Καμίνι απάτης αποτελούν σήμερα η ψευδαίσθηση ότι ο άνθρωπος είναι παντοδύναμος με την επιστήμη και την τεχνολογία του να καταργεί το Θεό. Καμίνι απάτης είναι η δύναμη του εφήμερου και του φθαρτού πάνω μας, που μας απομακρύνουν από το αιώνιο και το άφθαρτο.
Ο υμνογράφος χαιρετίζει την Υπεραγία Θεοτόκο, διότι αυτή είναι που έσβησε την απάτη της καμίνου. Αυτή έφερε τον Χριστό, ο Οποίος νίκησε τον θάνατο και την ματαιότητα περπατώντας στην κάμινο του Άδη. Και την ίδια στιγμή μας έδειξε ότι όταν κάποιος πιστεύει σ’ Αυτόν, όπως η Υπεραγία Θεοτόκος, μπορεί να περπατήσει εντός του κόσμου, χωρίς να καεί, όσο μεγάλες και να είναι οι φλόγες της εξουσίας. Η Παναγία νίκησε την εξουσία του Νόμου, που δεν επέτρεπε στις κοπέλες να γίνονται μητέρες χωρίς συζυγία. Νίκησε την εξουσία της λογικής που δεν επέτρεπε να νοηθεί ο Αχώρητος Θεός ότι χωρείται στον πεπερασμένο άνθρωπο, λαμβάνοντας από αυτόν σάρκα. Νίκησε την εξουσία του φόβου, που ο καθένας θα είχε στην θέση της, αν δεχόταν αυτήν την πρόσκληση της ενανθρωπίσεως εντός του τού Θεού και ότι δεν άξιζε τέτοιας τιμής, αλλά και του πώς θα έφερε εις πέρας την συνέχεια του έργου. Νίκησε την εξουσία του κόσμου, ο οποίος ουδέποτε θα μπορούσε να καταλάβει το μυστήριο το εν αυτή και ό,τι δεν καταλαβαίνουμε συνήθως το υποτιμούμε, το απορρίπτουμε και εξουθενώνουμε αυτόν που το βιώνει. Νίκησε την εξουσία των επωνύμων, οι οποίοι θεωρούν πως η δόξα, το χρήμα, οι θέσεις, η μόρφωση, η ισχύς είναι υπεραρκετά όπλα για να περιθωριοποιήσουν κάθε ασήμαντο, ακόμα κι αν έχει την χάρη του Θεού, και αισθάνονται ότι ανά πάσα στιγμή μπορούν να παίξουν και να διαλύσουν και τα πιο ανθρώπινα και ωραία συναισθήματα, όπως αυτά που φέρνει η αγάπη της μητρότητας. Νίκησε την εξουσία του χρόνου, ο οποίος απειλεί τον καθέναν με το αίσθημα της τελικής ματαιότητας, πως ό,τι κι αν κάνουμε, στο τέλος θα φύγουμε νικημένοι από τον θάνατο.
Από την μία η κάμινος της εξουσιαστικής απάτης. Από την άλλη η Υπεραγία Θεοτόκος και όσοι πιστεύουν στον Θεό, όπως οι Τρεις Παίδες της Παλαιάς Διαθήκης. Όσο κι αν οι καιροί μας περιφρονούν την πίστη, εμείς θα αντέχουμε. Ακόμη κι αν οι ρυθμοί της ζωής μας τρέχουν μαζί με τον τρόπο του αιώνος τούτου, στην καρδιά μας θα εξακολουθούμε, όντας μέλη της Εκκλησίας, να διασώζουμε το νόημα που δίνει Αυτός και όσοι Τον ακολούθησαν, με πρώτη την Παναγία μας, νικώντας κάθε εξουσία. Ακόμη κι αυτήν που φαίνεται ακατανίκητη, που απειλεί με τη δύναμη της καμίνου της να μας καταπιεί.
«Έστι Θεός»!



Παρασκευή 15 Μαρτίου 2019

ΧΑΙΡΕ ΚΛΙΜΑΞ ΕΠΟΥΡΑΝΙΕ ...

ΧΑΙΡΕ ΚΛΙΜΑΞ ΕΠΟΥΡΑΝΙΕ, ΔΙ’ ΗΣ ΚΑΤΕΒΗ Ο ΘΕΟΣ, ΧΑΙΡΕ ΓΕΦΥΡΑ ΜΕΤΑΓΟΥΣΑ ΤΟΥΣ ΕΚ ΓΗΣ ΠΡΟΣ ΟΥΡΑΝΟΝ
Μία από τις πιο όμορφες εικόνες με τις οποίες παρομοιάζεται η πορεία του ανθρώπου προς τον Θεό είναι και αυτή της κλίμακας, της σκάλας. Ανεβαίνουμε από την γη προς τον ουρανό μέσα από μία σκάλα, μιμούμενοι τους Αγγέλους που είδε ο προπάτορας του Χριστού ο Ιακώβ, όταν είχε αφήσει το πατρικό του σπίτι και πορευόταν προς την Μεσοποταμία (Γεν. 28, 10-22). Είχε κοιμηθεί με προσκέφαλο μια πέτρα και είδε αυτό το εντυπωσιακό όραμα. Την κλίμακα ανεβοκατέβαιναν άγγελοι, ενώ στην κορυφή της στηριζόταν ο Θεός. Τον ευλόγησε και του υποσχέθηκε, ότι τη γη όπου κοιμόταν θα τη δώσει σ’ αυτόν και τους απογόνους του, που θα πληθυνθούν σαν την άμμο της θάλασσας. Ότι δεν θα άφηνε να πάθει κανένα κακό. Ανανέωνε έτσι την διαθήκη που είχε δώσει στον Αβραάμ, τον παππού του Ιακώβ, ότι θα είναι Θεός του λαού.
Η εικόνα αυτή είναι προτρεπτική για μας τους ανθρώπους. Η κλίμακα δείχνει ότι, όπως σε κάθε έργο μας, έτσι και στην πνευματική μας πορεία, τα πάντα θέλουν βήματα ανόδου. Χρειάζεται απόφαση να ανεβούμε τα σκαλοπάτια της. Αυτά είναι οι αρετές. Είναι η επιλογή όχι απλώς της βελτίωσης του εαυτού μας, αλλά της πάλης για ποιότητα εσωτερική η οποία θα δίνει στον Θεό τα πάντα. Την διάθεση της καρδιάς. Την σκέψη. Τις επιθυμίες. Την ελευθερία. Το νόημα σε ό,τι κάνουμε. Στο πώς βλέπουμε τους ανθρώπους. Στο πώς σχετιζόμαστε μαζί τους. Αρετή είναι η αγάπη, είναι η χαρά, είναι η συγχώρεση, είναι η καλοσύνη, είναι η πίστη, είναι η ασκητικότητα, είναι η ταπεινοφροσύνη ,είναι η άρνηση της ευκολίας και η επιλογή του δύσκολου δρόμου. Είναι η απόφαση ότι έχουμε ψυχή, όχι ως εγκεφαλική λειτουργία μόνο, αλλά ως αθάνατο πνεύμα, το οποίο ζητά κοινωνία με τον Θεό, γνώση αυθεντική για να βρει νόημα και πληρότητα. Και άνοδος στην κλίμακα σημαίνει πάτημα στην αρετή και ταυτόχρονα εκζήτηση του ελέους του Θεού, της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, ώστε να ανεβούμε σκαλοπάτι. Να έρθουμε πιο κοντά στον Θεό μέσα στις δοκιμασίες της ζωής. Μέσα από ό,τι καλούμαστε να αφήσουμε πίσω. Ανθρώπους, δόξα, θέση, αποδοχή, αγαθά, κυρίως το αίσθημα της αποδοχής για το οποίο κάνουμε τους πιο πολλούς συμβιβασμούς, προκειμένου να είμαστε ευάρεστοι.
Δεν μπορούμε μόνοι μας να ανεβούμε την κλίμακα αυτή. Είναι πολλά τα όσα μας κρατούνε στην γη. Έχουμε όμως το πρώτο και μεγάλο παράδειγμα που είναι η Υπεραγία Θεοτόκος. Μέσα από αυτήν ο Θεός κατέβηκε σε μας. Έγινε άνθρωπος. Και την ίδια στιγμή την κατέστησε γέφυρα, όχι στενή, αλλά πλατιά, επειδή είναι η Μητέρα του Θεού και η μητέρα όλων όσων θέλουμε να γίνουμε παιδιά του Θεού, για vα ανεβούμε από την γη στον ουρανό. Με τις προσευχές και το παράδειγμά της τα σκαλοπάτια δεν είναι στενά. Η άνοδος δεν φέρει τον κίνδυνο της πτώσης, όπως αν προσπαθούμε να φτάσουμε μόνοι μας, με τις φτωχές δυνάμεις μας και με τον πόλεμο του πειρασμού, ο οποίος ζητά να μας ρίξει και να μας τσακίσει, σε όποιο σκαλοπάτι κι αν βρισκόμαστε, και που δεν σταματά μέχρι το τέλος της ζωής μας να μας ενσπείρει τον φόβο του ύψους, για να πανικοβληθούμε και να πέσουμε. Μας παγιδεύει στην ψευδαίσθηση ότι όσο πιο ψηλά μόνοι μας τόσο πιο κοντά φτάνουμε στον Θεό ή στην ελευθερία μας, αλλά αν είμαστε μόνοι μας, θα μας ρίξει. Η Υπεραγία Θεοτόκος μετατρέπει την κλίμακα σε γέφυρα. Είναι η ίδια η γέφυρα που μας μεταφέρει με ασφάλεια στον προορισμό μας, καθώς έχει τον δρόμο της αυθεντικής αρετής προς τον Θεό, που κάνει την όχθη της γης να μην μας πνίγει, αλλά να μας οδηγεί προς την όχθη του ουρανού.
Ο πολιτισμός μας μάς κάνει να κολλάμε στην γη. Να μην κοιτάμε ψηλά. Να μένουμε στα δικά μας, στα πρόσκαιρα. Προσπαθεί να μας πείσει ότι μπορούμε να είμαστε πλήρεις και χωρίς ουρανό. Επιμένει να μας μιλά για έναν Θεό που είναι στην καλύτερη περίπτωση ψηλά ή που δεν υπάρχει και όχι για Εκείνον που έγινε άνθρωπος, κατέβηκε την κλίμακα, διά της Υπεραγίας Θεοτόκου, για να μας οδηγήσει στην χαρά της Βασιλείας. Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή, και μέσα από τις ακολουθίες των Χαιρετισμών, μας ζητά να ξαναδούμε τις προτεραιότητές μας. Να κοιτάξουμε ψηλά. Να αποφασίσουμε να ανεβούμε. Και με την βοήθεια της Παναγίας να μην φοβηθούμε να αφήσουμε πίσω μας ό,τι μας χωρίζει από τον Θεό, αλλά και να μην υπερηφανευτούμε για όσα σκαλοπάτια ανεβούμε, αλλά να μένουμε στην εγρήγορση και την σταθερότητα που μας δίνει η πίστη!


Σάββατο 2 Μαρτίου 2019

Ο Κύκλος του 99

Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ 99
Ζούσε κάποτε, πριν πολλά χρόνια, ένας βασιλιάς πολύ θλιμμένος που είχε έναν υπηρέτη χαρούμενο και αισιόδοξο.
Κάθε πρωί ξυπνούσε τον βασιλιά πηγαίνοντας του το πρόγευμα, τραγουδούσε χαρούμενα στιχάκια, του έκανε αστείους μορφασμούς. Στο κεφάτο πρόσωπό του υπήρχε πάντα ένα μεγάλο φωτεινό χαμόγελο, αλλά και όλη του η ζωή ήταν ήρεμη και ευτυχισμένη.
Κάποια μέρα ο βασιλιάς δεν άντεξε και τον ρώτησε:
-Ποιο είναι το μυστικό σου;
-Ποιο μυστικό, Μεγαλειότατε;
-Μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Ποιο είναι το μυστικό της χαράς σου; Λέγε γρήγορα.
-Μα… δεν υπάρχει μυστικό, Μεγαλειότατε.
-Πώς τολμάς να λες ψέματα σ΄ εμένα; Έχω κόψει κεφάλια για πολύ μικρότερες προσβολές.
-Πιστέψτε με Μεγαλειότατε, σας παρακαλώ, δεν σας κρύβω τίποτα. Δεν υπάρχει κανένα μυστικό.
-Και πώς τα καταφέρνεις βρε ανόητε και είσαι όλη την μέρα τόσο κεφάτος; Σε έχω παρακολουθήσει, σε βλέπω. Όλο χαχαχού και αστεία είσαι.
-Μα, Μεγαλειότατε, η ζωή ήταν τόσο γενναιόδωρη μαζί μου. Η Λαμπροσύνη σας με τιμά και με έχει στην υπηρεσία της. Με την γυναίκα μου και τα παιδιά μου μένουμε σ΄ένα ωραίο σπίτι που μας παραχώρησε το παλάτι. Μας προσφέρετε ρούχα και τροφή για όλους μας, δωρεάν εκπαίδευση στα παιδιά μου, επί πλέον δε, η Μεγαλειότητα σας μου πληρώνει και ένα μικρό μηνιαίο επίδομα, που ικανοποιεί τις μικροεπιθυμίες μας. Πώς να μην είμαι ευτυχισμένος;
-Άκου, ηλίθιες δικαιολογίες έχω χορτάσει από τους συμβούλους μου. Αν δεν μου πεις το μυστικό της χαράς σου, η υπομονή μου θα εξαντληθεί και μαζί της και το κεφάλι στους ώμους σου. Είναι αδύνατον να είναι κάποιος ευτυχισμένος με αυτά που μου παρέθεσες.
-Μα, Βασιλιά μου, σας παρακαλώ πιστέψτε με. Δεν σας κρύβω κάτι. Πώς θα μπορούσα άλλωστε. Δεν υπάρχει μυστικό.
-Χάσου από μπροστά μου ηλίθιε, πριν φωνάξω το δήμιο. Γελοίε. Καραγκιόζη.
Ο υπηρέτης χαμογέλασε, έκανε μια βαθειά υπόκλιση, και βγήκε από το δωμάτιο. Τον βασιλιά όμως δεν τον χωρούσε ο τόπος. Του φαινόταν τόσο παράλογο ο βαλές του να είναι τόσο ευτυχισμένος, ζώντας σε δανεικό σπίτι, τρώγοντας από τα περισσεύματα των αυλικών, φορώντας ρούχα από δεύτερο χέρι. Αφού κατάφερε κάπως να ηρεμήσει, φώναξε τον πιο σοφό σύμβουλό του και του διηγήθηκε την συζήτηση και την απορία του.
-Πες μου γέροντα, γιατί ο άνθρωπος αυτός είναι ευτυχισμένος;
-Α, Μεγαλειότατε, επειδή προφανώς βρίσκεται έξω από τον κύκλο.
-Έξω από πού;
-Μα από τον κύκλο.
-Γι αυτό είναι ευτυχισμένος;
-Όχι μεγαλειότατε, γι αυτό δεν είναι δυστυχισμένος.
-Δεν καταλαβαίνω γέροντα. Δηλαδή όποιος είναι στον κύκλο είναι δυστυχής; Εγώ είμαι δυστυχής διότι είμαι μέσα στον κύκλο;
-Ακριβώς, βασιλιά μου.
-Και πώς βγήκε;
-Δεν μπήκε ποτέ.
-Βάλθηκες να με τρελάνεις κι εσύ γέροντα. Τι στην οργή κύκλος είναι αυτός και γιατί μας προκαλεί θλίψη;
-Είναι ο κύκλος του ενενήντα εννέα.
-Και πώς λειτουργεί αυτός ο κύκλος;
-Μεγαλειότατε, είναι δύσκολο να σας τον εξηγήσω με λόγια, μπορώ όμως να σας τον δείξω στην πράξη.
-Δηλαδή ,τι θα κάνεις;
-Αν μου επιτρέψετε, θα βάλω τον υπηρέτη σας στον κύκλο.
-Πώς, δηλαδή, θα τον σπρώξεις; είπε ο βασιλιάς κοροϊδευτικά.
-Δεν θα χρειαστεί βασιλιά μου. Αν βρει την ευκαιρία, θα μπει μόνος του.
-Και καλά, όταν μπεί δεν θα δει ότι αυτό τον έκανε δυστυχισμένο, ώστε να βγεί κατ΄ευθείαν;
-Θα το αντιληφθεί, αλλά δεν θα θέλει να φύγει.
-Δηλαδή, μου λες ότι θα καταλάβει πως αν μπει στον κύκλο θα δυστυχήσει, αλλά παρόλα αυτά θα μπει οικειοθελώς και δεν πρόκειται να ξαναβγεί;
-Ακριβώς, Μεγαλειότατε. Κανένας δεν θέλει να βγει από τον κύκλο του ενενήντα εννέα, όσο και αν τον κάνει δυστυχισμένο. Θα μάθεις λοιπόν πώς λειτουργεί ο κύκλος, αλλά εσύ θα χάσεις έναν εξαίρετο υπηρέτη και το παλάτι έναν χαρούμενο άνθρωπο.
-Δεν με νοιάζει. Τι πρέπει να κάνουμε; Πότε ξεκινάμε;
-Σήμερα το βράδυ, βασιλιά μου. Θα περάσω να σε πάρω . Θα έχεις ετοιμάσει ένα σακί με ενενήντα-εννέα φλουριά. Ούτε ένα περισσότερο, ούτε ένα λιγότερο.
Πράγματι, την νύχτα ο σοφός πέρασε να πάρει τον βασιλιά. Πήγαν μαζί στο σπιτάκι του υπηρέτη, στην άκρη της αυλής του παλατιού, κρύφτηκαν και περίμεναν να ξημερώσει. Μόλις αχνοφέγγισε και άναψε στο δωμάτιο ένα κερί, ο σοφός έβαλε στο σακούλι ένα μήνυμα που έλεγε:
Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΣΑΙ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ. ΑΠΟΛΑΥΣΕ ΤΟΝ. ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΠΩΣ ΤΟΝ ΒΡΗΚΕΣ.
Έδεσε το σακί στην πόρτα του υπηρέτη, χτύπησε δυο φορές και έτρεξε να ξανακρυφτεί. Όταν ο υπηρέτης βγήκε ξαφνιασμένος, ο βασιλιάς παρακολουθούσε πίσω από έναν θάμνο. Τον είδε να διαβάζει το μήνυμα και να ανοίγει το πουγγί. Είδε την έκπληξη στο πρόσωπό του, τον αρχικό φόβο, την καχύποπτη, ερευνητική ματιά μήπως ήταν κανένας τριγύρω. Τον είδε να σφίγγει το πουγκί στην αγκαλιά του, να ανοίγει το πουκάμισο και να το βάζει στο στήθος του, να χώνεται γρήγορα σπίτι του. Μόλις άκουσαν την κλειδαριά να διπλοαμπαρώνει, ο βασιλιάς με τον σοφό πλησίασαν στο παράθυρο για να κατασκοπεύσουν.
Ο υπηρέτης είχε ρίξει στο πάτωμα τα πιατικά που ήσαν στο τραπέζι, αφήνοντας μόνο το κερί. Καθισμένος σε μια καρέκλα άδειαζε το περιεχόμενο. Τα μάτια ήταν γουρλωμένα, κόντευαν να βγουν έξω από τις κόγχες. Ήταν φανερό δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Ένα βουνό από χρυσά φλουριά. Ένας θησαυρός. Όλος δικός του. Αυτός που δεν είχε ποτέ ως τώρα στην ζωή ακουμπήσει έστω ένα χρυσό φλουρί, τώρα είχε ένα μικρό βουνό από αυτά. Δικά του. Άρχισε να τα χαζεύει και να τα κάνει στίβες. Τα κοίταζε πώς άστραφταν στο φως του κεριού και χαζογελούσε. Τα συγκέντρωνε, τα σκόρπιζε για να ακούει το κουδούνισμά τους. Και όλο χαμογελούσε.
Παίζοντας άρχισε να τοποθετεί σε στίβες των δέκα. Μια δεκάδα, δύο δεκάδες, τρείς, τέσσερις, πέντε, έξι. Ταυτόχρονα έκανε και το άθροισμα. Πενήντα, εξήντα, εβδομήντα, ογδόντα, ενενήντα, εκατ… πού είναι το τελευταίο? Ξαναμετρά μία μία τις στίβες να βρει το λάθος, τίποτα. Τα στήνει σε κολώνες, την μία δίπλα στην άλλη, μήπως κάποια προεξέχει. Τίποτα. Η τελευταία κολώνα ελλειμματική. Μόνο εννέα φλουριά. Κοιτάζει ερευνητικά το τραπέζι, σηκώνει το κερί, γυρίζει το μέσα έξω στο σακούλι. Τίποτα. Γονατίζει και αρχίζει να ψάχνει στο πάτωμα. Δεν μπορεί τα φλουριά ΕΠΡΕΠΕ να είναι εκατό.
-Δεν είναι δυνατόν, μονολογούσε όσο έψαχνε. Κάπου πρέπει να μου έπεσε. Κάπου πρέπει να είναι. Με λήστεψαν! Με κλέψανε!
Γονατισμένος κοιτούσε πάνω στο τραπέζι, έβλεπε τις κολώνες με τα φλουριά και αισθανόταν πως κάτι του είχε διαφύγει. Δεν μπορεί, κάπου έκανε λάθος. Αδύνατον η μία κολώνα να είναι κουτσή. Αλλά το φλουρί που έλειπε, πουθενά.
Τελικά σαν να το πήρε απόφαση. Ενενήντα εννέα φλουριά, είναι πολλά λεφτά, συλλογίστηκε. Μπορώ να ζήσω την υπόλοιπη ζωή σαν άρχοντας, συνέχισε. Αλλά δεν είναι στρογγυλός αριθμός. Το εκατό, μάλιστα, είναι στρογγυλός αριθμός. Τώρα μου λείπει ένα.
Ο βασιλιάς και ο σοφός σύμβουλος κοιτούσαν από το παράθυρο. Το πρόσωπο του υπηρέτη δεν ήταν το ίδιο. Ήταν σκεπτικός, σκυθρωπός με χείλη στενά, τραβηγμένα. Με μάτια μισόκλειστα έξυνε το κεφάλι του. Κάτι σκεπτόταν. Μάζεψε τα φλουριά στο σακούλι και κοιτάζοντας καχύποπτα ολόγυρα, το έκρυψε προσεκτικά, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε πίσω από ένα σωρό καυσόξυλα. Ύστερα πήρε χαρτί και μολύβι και κάθισε να κάνει λογαριασμούς.
Πόσο καιρό πρέπει να κάνω οικονομίες, ώστε να αποκτήσω και το εκατοστό φλουρί; Ο υπηρέτης μιλούσε μόνος, παραμιλούσε ασυναίσθητα. Θα βρω και δεύτερη δουλειά, θα δουλέψω σκληρά για ένα διάστημα, μέχρι να το κερδίσω. Μετά όμως, μεγάλε,…άραγμα. Ναι, με εκατό φλουριά, μπορεί ένας άνθρωπος να μην δουλεύει. Μπορεί να ζει δίχως σκοτούρες. Είσαι πλούσιος! Είσαι άρχοντας! Δεν υπάρχει λόγος να δουλεύεις, αγόρι μου!
Τελείωσε τους υπολογισμούς του. Αν δούλευε σκληρά κι έβαζε στην άκρη όλο το μηνιάτικο του και ό,τι έξτρα χρήματα έπαιρνε, σε πέντε το πολύ έξι χρόνια θα μπορούσε να αγοράσει ένα χρυσό φλουρί.
-Έξι χρόνια είναι πάρα πολλά, μονολόγησε. Θα μπορούσα όμως να βάλω και την γυναίκα μου να δουλέψει. Κάποια δουλειά θα βρει να κάνει στην πολιτεία. Θα μπορούσε να καθαρίζει σπίτια. Αλλά κι εγώ, πέντε η ώρα τελειώνω από το παλάτι. Μπορώ να κάνω το βοηθό σε κανένα μάστορα, δυο-τρεις ώρες μέχρι να νυχτώσει.
Ξαναπιάνει το μολύβι και αρχίζει πάλι τους υπολογισμούς. Με την έξτρα δουλειά τη δική του και την συνεισφορά της γυναίκας του θα μάζευε τα χρήματα για το φλουρί σε τρία χρόνια. Εξακολουθούσε να είναι πολύς, πολύς καιρός.
Ίσως θα μπορούσαμε να κάνουμε και κάποιες οικονομίες. Να πουλήσουμε ας πούμε λίγο από το φαγητό. Έτσι κι αλλιώς το πολύ φαῒ κακό κάνει. Άσε που μια και είναι τζάμπα, το ‘χουμε παρακάνει. Και τα χειμωνιάτικα παπούτσια. Τι χρειάζονται; Μπαίνει η Άνοιξη. Έρχονται ζέστες. Και τα επανωφόρια μπορώ να το πουλήσω. Να πουλήσω. Να πουλήσω. Πρέπει να γίνουν θυσίες. Άλλωστε θα πιάσουν τόπο. Σε δυο χρονάκια το πολύ θα αγοράσουμε το φλουρί που μας λείπει και μετά … ποιος μας πιάνει μετά. Θα είμαστε πλούσιοι. Ό,τι μάς γυαλίζει θα το αγοράζουμε. Αυτό είναι. Δύο χρόνια στο τούνελ και μετά….
Ο βασιλιάς και ο σύμβουλος γύρισαν στο παλάτι. Ο υπηρέτης είχε μπει στον κύκλο του ενενήντα εννέα.
Τους μήνες που ακολούθησαν ο υπηρέτης έβαλε σε εφαρμογή τα σχέδια που είχε αποφασίσει εκείνο το πρωινό. Δούλευε πολύ, κουραζόταν, κακοκοιμόταν, αλλά επέμενε στην απόφασή του. Ένα πρωινό, μπήκε με το πρωινό στο δωμάτιο του βασιλιά, αργός, κακόκεφος, αμίλητος, όπως συνήθιζε τελευταία.
-Μα καλά, τί έπαθες εσύ, ρωτά τάχα ανήξερος ο βασιλιάς.
-Μια χαρά είμαι, Μεγαλειότατε. Θέλετε τίποτε άλλο;
-Μέρες έχω να σ΄ ακούσω να τραγουδάς. Σου συμβαίνει κάτι;
-Αν δεν κάνω λάθος, η δουλειά μου είναι σας σερβίρω και να σας βοηθώ να ντυθείτε. Δεν κάνω τη δουλειά μου; Την κάνω και μάλιστα άψογα, συνέχισε. Δεν με προσλάβατε για γελωτοποιό ούτε για τραγουδιστή.
Μετά από μερικούς μήνες ο βασιλιάς έδιωξε τον υπηρέτη από το παλάτι. Δεν είναι ευχάριστο να περιβάλλεσαι από κακόκεφους, μουρτζούφληδες υπαλλήλους."
(Χόρχε Μπουκάι: «Να σου πω μια Ιστορία»)
Λίγα λόγια για το θέμα του μήνα.
Στη ζωή μας αισθανόμαστε ότι πάντοτε κάτι μας λείπει για να νιώσουμε ικανοποιημένοι. Και αν ακόμη δεν το αντιλαμβανόμαστε εμείς, φροντίζουν κάποιοι άλλοι να μας πείσουν (διαφημίσεις, συνάνθρωποί μας) πως κάτι ακόμη λείπει για να ολοκληρωθεί η ευτυχία μας. Και δυστυχώς μόνο αν είσαι ικανοποιημένος μπορείς να απολαύσεις όσα έχεις. Και επειδή πάντα κάτι λείπει, ξαναγυρίζουμε στην αρχή και δεν απολαμβάνουμε ποτέ την ζωή.
Δυστυχώς δεν συνειδητοποιούμε πως ό,τι έχουμε είναι δώρα του Θεού. Δώρα που καλούμαστε να διαχειριστούμε και να καλλιεργήσουμε με σκοπό να εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας στο Θεό – ευεργέτη μας, να πάρουμε κι εμείς ό,τι χρειαζόμαστε για να ζήσουμε και να προσφέρουμε και στο σύνολο δημιουργώντας. Έτσι κατακτάται η ευτυχία και η ικανοποίηση.

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2019

ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ

ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ
Ἦταν κάποτε μιά μεγάλη πόλη ὅπου οἱ πολίτες εἶχαν τήν ἑξῆς παράξενη συνήθεια: Ἔβρισκαν ἕναν ξένο καί ἄγνωστο ἄνδρα, ὁ ὁποῖος δέν γνώριζε τούς νόμους καί τίς παραδό¬σεις τοῦ τόπου, καί τόν ἔκαναν βασιλιά. Τοῦ παραχωροῦσαν ὅλες τίς ἐξουσίες καί τόν ὑπηρε¬τοῦσαν σ᾿ ὅ,τι ἐκεῖνος ἤθελε. Κι αὐτός μέν νόμιζε ὅτι θά εἶναι γιά πάντα βασιλιάς, γιά νά ἀπο¬λαμβάνει δόξες καί τιμές καί νά σπαταλᾶ ἀλόγιστα τά πλούτη πού διέθετε. Ἐκεῖνοι ὅμως εἶ-χαν διαφορετικό σχέδιο: Ὅταν συμπληρωνόταν ἕνας χρόνος, ξεσηκώνονταν ἐναντίον του, τοῦ ἀφαιροῦσαν ὅλα τά ὑπάρχοντα κι ἀφοῦ τόν διαπόμπευαν στούς δρόμους τῆς πόλεως, τόν ἔστελναν ἐξόριστο σέ ἕνα μεγάλο μακρινό νησί. Ἐκεῖ ὁ ἄνθρωπος αὐτός, πού προηγουμέ¬νως ζοῦσε μέσα στά πλούτη καί τή χλιδή, ὑπέφερε ἀπό τή φτώχεια, τήν πείνα καί τό κρύο χωρίς καμία ἐλπίδα σωτηρίας. Κι αὐτό γινόταν συνέχεια στήν πόλη ἐκείνη. Κάθε ἄνθρωπος πού ἐπέλεγαν γινόταν βασιλιάς γιά ἕνα χρόνο κι ἔπειτα τόν περίμενε ἐξορία μόνιμη!
Κάποτε ὅμως βρέθηκε ἕνας πολύ συνετός καί φρόνιμος ἄνδρας, ὁ ὁποῖος, ὅταν τόν κάλε¬σαν οἱ πολίτες ἐκεῖνοι καί τόν ἔκαναν βασιλιά, δέν θαμπώθηκε ἀπό τίς τιμές καί τά ἀξιώματα οὔτε ἀπό τά πλούσια ὑλικά ἀγαθά πού τοῦ προσέφεραν. Ἐκεῖνο πού τόν ἀπασχολοῦσε ἦταν πῶς θά μποροῦσε νά ἀξιοποιήσει καλύτερα τόν χρόνο τῆς βασιλείας του. Μελετοῦσε, σκεπτό¬ταν, ρωτοῦσε, κι ἔτσι κάποτε ἔμαθε τήν ἀλήθεια. Πληροφορήθηκε δηλαδή τή συνήθεια τῶν πολιτῶν νά ἐξορίζουν τόν βασιλιά τους σέ ἕνα μακρινό τόπο ἐπ᾿ ἀόριστον. Ζήτησε μάλιστα ἀκριβεῖς πληροφορίες γιά τόν τόπο ἐκεῖνο καί γιά τό πῶς θά μποροῦσε ἐκεῖ νά ἐξασφαλίσει τή διαμονή του. Ὅταν λοιπόν τά ἔμαθε ὅλα αὐτά, ἔκανε τό ἑξῆς: Συγκέντρωσε ὅσο περισσότερα χρήματα καί πολύτιμους θησαυρούς ἀπό αὐτούς πού κατεῖχε, καί τά ἔστειλε μέ ἔμπιστους ὑπηρέτες του στό νησί ὅπου ἐπρόκειτο νά ἐξορισθεῖ.
Ὅταν συμπληρώθηκε ὁ χρόνος, καί αὐτός εἶχε τήν ἴδια μοίρα μέ τούς ἄλλους. Τόν συνέλα¬βαν καί τόν ἔστειλαν πτωχό καί γυμνό στήν ἐξορία. Ἐκεῖ ὅμως τόν περίμεναν οἱ θησαυροί του. Καί ἐνῶ ὅλοι οἱ προηγούμενοι προσωρινοί βασιλιάδες βασανίζονταν ἀπό τήν πείνα καί τήν ἀνέχεια, ἐκεῖνος τώρα μποροῦσε μόνιμα νά ἀπολαμβάνει ὅσα ἀποταμίευε ἐκεῖ κατά τό διά¬στημα τῆς σοφῆς καί συνετῆς διακυβερνήσεώς του. Πραγματικά σοφός βασιλιάς!

Ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Βίος Βαρλαάμ καί Ἰωάσαφ, ΕΠΕ 10, 172-178.

Λίγα λόγια για το θέμα του μήνα.

Ὁ καθένας μας γίνεται «βασιλιάς γιά ἕνα χρόνο». Ὁ ἕνας χρόνος εἶναι ἡ παροῦσα ζωή· καί γινόμαστε βασιλιάδες, μέ τήν ἔννοια ὅτι μποροῦμε νά ζήσουμε τή ζωή μας ὅπως θέλουμε, νά κάνουμε ἐλεύθερα τίς ἐπιλογές μας. Κάποτε ὅμως θά ἔλθει τό τέλος. Καί τότε θά πᾶμε, θέλοντας καί μή, σ᾿ ἐκεῖνο τό μεγάλο ἐρημικό νησί, δηλαδή στήν ἄλλη ζωή. Ἐάν ἔχουμε φροντίσει νά στεί¬λουμε ἀπό πρίν, ὅσο εἴμαστε βασιλιάδες, θησαυρούς καί πλούτη σ᾿ αὐτό τό νησί, τότε δέν θά στερηθοῦμε ὅταν παυθοῦμε ἀπό τή βασιλεία, δέν θά ὑποφέρουμε ἐκεῖ. Ἀρκεῖ νά δείξουμε προνοη¬τικότητα. Ἄν ἀντίθετα ξεχαστοῦμε στίς ἀνέσεις, τίς μικροχαρές καί τίς ψεύτικες ἀπολαύ¬σεις τῆς πρόσκαιρης βασιλείας μας, τότε θά αἰφνιδιαστοῦμε ὅταν μᾶς ἐκθρονίσουν, καί θά γίνουμε δυστυ¬χισμένοι ἐξόριστοι, πού θά βασανιζόμαστε ἀπό τίς στερήσεις. Αὐτή εἶναι μιά ἀποτύπωση τῆς αἰώνιας κολάσεως.
Οἱ θησαυροί, ἡ πραγματική περιουσία μας, πού θά πάρουμε μαζί μας στήν ἄλλη ζωή, εἶναι ἡ ἀρετή μας. Αὐτό θά μᾶς μείνει. Τίποτε ἄλλο. Οὔτε τά πτυχία καί οἱ ἐπιχειρήσεις μας, οὔτε τά κινητά καί οἱ ὑπολογιστές, τά σπίτια καί τά αὐτοκίνητα, τά πλούτη καί ὅποια ἄλλα ἐπίγεια ἀγαθά. Καλά ὅλα αὐτά, ἀλλά δέν πρέπει νά κολλήσει σέ αὐτά ἡ καρδιά μας. Ἡ ἔγνοια μας ἄς εἶναι πῶς θά φθάσουμε στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν καί πῶς θά χρησιμοποιήσουμε τά παραπάνω, ἄν τά ἔχουμε, καί ὅ,τι ἄλλο ἔχουμε, ἔτσι ὥστε νά ἐξασφαλίσουμε «συνάλλαγμα» γιά τήν ἄλλη ζωή!
Ἔτσι, μέ τόν ἀγώνα νά μήν ἁμαρτάνουμε καί μέ τή μετάνοιά μας, τήν προσέλευση στό μυστή¬ριο τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως, μέ τήν ἔμπρακτη ἀγάπη καί ἐλεημοσύνη ἑτοιμάζουμε τό «οἰκόπεδό» μας στόν οὐρανό: ξεριζώνουμε τά ἀγκά¬θια τῶν παθῶν, ἀπομακρύνουμε τίς πέτρες τοῦ ἐγωισμοῦ καί ἰσιώνουμε τό ἔδαφος· γιά νά κτισθεῖ σ᾿ αὐτό, τό σπίτι τῶν ἀρετῶν, πού θά ὑψώνεται καί θά οἰκοδο¬μεῖται μέ τά πολύτιμα ὑλικά τῶν ἀγαθῶν πράξεων· γιά νά ᾿χουμε κι ἐμεῖς κατοικία καί θέση στήν πανευφρόσυνη βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Τη νέα χονιά λοιπόν, ἄς βάλουμε σύνθημα στόν ἑαυτό μας κάθε μέρα πού περνᾶ, ὁπωσδήποτε νά στέλνουμε ἕνα «δέμα» μέ «θησαυρούς» στό «μακρινό νησί». Κάθε μέρα κι ἕνα δέμα. Τό πρωί νά ἐρωτοῦμε τόν ἑαυτό μας: «Σήμερα τί πράξεις μπορῶ νά κάνω οἱ ὁποῖες θά μοῦ μείνουν αἰώνια;». Καί τό βράδυ: «Σήμερα τί ἔστειλα στόν οὐρανό;». Ἀλίμονο στή μέρα τῆς ζωῆς μας τήν ἔρημη ἀπό καλά ἔργα! Εὐλογημένες οἱ ἡμέρες στίς ὁποῖες ἀποταμιεύσαμε πολλούς θησαυρούς!

Οι Ακολουθίες του Νυχθημέρου.
Ο χρόνος τελικά περνά γρήγορα και ίσως ξεχάσαμε πως είχαμε ξεκινήσει να μαθαίνουμε για τη διαχείριση του χρόνου στην Εκκλησία και τις ακολουθίες του νυχθημέρου. Είχαμε ξεκινήσει με τον εσπερινό και σήμερα θα δούμε τις δύο επόμενες:
2.-Το Απόδειπνον. Τελείται μετά το δείπνο. Με τις προσευχές του ζητούμε από τον Θεό να μας χαρίσει ειρηνική και αναμάρτητη τη νύχτα και να μας αναστήσει πάλι στον καιρό της προσευχής. Υπάρχουν δύο τύποι Αποδείπνου: α) το Μέγα Απόδειπνον που τελείται ορισμένες ημέρες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και είναι μια ιδιαίτερα κατανυκτική ακολουθία και β) το Μικρόν Απόδειπνον, που περιέχει λιγότερα στοιχεία και τελείται καθ’ όλες τις υπόλοιπες ημέρες του έτους.
3.-Το Μεσονυκτικόν. Τελείται κατά το μέσον της νύχτας ή το πρωί πριν από τον Όρθρο. Στο Μεσονυκτικόν κυριαρχεί η δοξολογία της Αγίας Τριάδας και η ανάμνηση της δευτέρας παρουσίας του Κυρίου, η οποία υπενθυμίζει την ανάγκη συνεχούς ετοιμασίας και εγρήγορσης για να εισέλθουμε έτοιμοι στον ουράνιο νυμφώνα. Υπάρχουν τρία είδη Μεσονυκτικού: α) το καθημερινό Μεσονυκτικόν που τελείται από τη Δευτέρα ως και την Παρασκευή, β) το Μεσονυκτικόν του Σαββάτου και γ) το Μεσονυκτικόν της Κυριακής.

Καλή και ευλογημένη νέα χρονιά!


Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2018

Οι ψυχές που μνημονεύεις!
Ένας απλός ιερέας σε μια επαρχία τα παλιά χρόνια είχε τη συνήθεια να μνημονεύει χιλιάδες ονόματα. Κάθε φορά που λειτουργούσε, και μάλιστα πολύ τακτικά, σχεδόν κάθε μέρα, μνημόνευε όλα τα ονόματα που του είχαν δώσει εδώ και είκοσι πέντε – τριάντα χρόνια. Όλα όμως! Επειδή διάβαζε εκκλησιαστική ιστορία τακτικά, έπαιρνε όλα τα ονόματα των ορθοδόξων από 'κει, Πατριαρχών, Αρχιερέων, Αυτοκρατόρων, Βασιλισσών, στρατηγών, όλων. Του 'δινες ένα όνομα, το μνημόνευε είκοσι χρόνια. Και έτσι τα κρατούσε όλα… Όσο κόσμο γνώριζε, όποιον συναντούσε, έπαιρνε το λεωφορείο να πάει από το χωριό στη χώρα, έπαιρνε όλα τα ονόματα αυτών που ήταν μέσα στο λεωφορείο.
Δεν ξέρω τι άλλο έκανε, όπου κι αν περπατούσε, όποιον κι αν συναντούσε, ζητούσε το όνομά του και το κρατούσε και έτσι τον μνημόνευε. Έκανε πάντοτε πρόθεση τρεις-τρεισήμισι ώρες. Η συνήθης έναρξη της ακολουθίας είναι 7, αυτός πήγαινε απ' τις τρεισήμισι-τέσσερεις κι εκεί στην πρόθεση διάβαζε και μνημόνευε. Κυριακή, γιορτή, καθημερινή, για πολλά χρόνια, είπαμε 25-30.
Είχε όμως ένα ελάττωμα. Έπινε. Του άρεσε το κρασί. Κάποτε λοιπόν σ' ένα βραδινό γλέντι σε μια γιορτή ξημερώθηκε πίνοντας, ξεχνώντας ότι την επομένη μέρα είχε Θεία Λειτουργία. Και μάλιστα θα ερχόταν και ένα πούλμαν με εκδρομείς, οι οποίοι θα έκαναν δική τους Θεία Λειτουργία. Είχαν ειδοποιήσει μια εβδομάδα νωρίτερα ότι εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα θα έρχονταν να λειτουργηθούν κοντά του, να κοινωνήσουν, να τους πει το Λόγο του Θεού, να προσκυνήσουν και μια εικόνα που είχαν εκεί θαυματουργή.
Όταν το θυμήθηκε γύρω στις πεντέμισι το πρωί ήταν τύφλα στο μεθύσι. Τι να κάνει τώρα! Για να μην πολυλογούμε, ξεκίνησε τρικλίζοντας και πήγε στην εκκλησία, πήρε καιρό, ντύθηκε και σε λίγο ήρθαν οι προσκυνητές και άρχισε τη Θεία Λειτουργία. Κακήν κακώς κατάφερε να κάνει και τη μεγάλη είσοδο, έκανε τον καθαγιασμό, τρόμαξε να κοινωνήσει, όλα πήγαν καλά μέχρι τη στιγμή που ήρθε η ώρα και είπε:
- «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε», και τότε πέφτει κάτω, μαζί με το Άγιο Ποτήριο, και χύνεται η Θεία Κοινωνία. Έτρεξαν οι άνθρωποι, φώναξαν, αυτός λες και ήταν ένας πάγος πάνω στο κεφάλι του, ξεμέθυσε αμέσως, αρχίζει να κλαίει με λυγμούς, να τα γλύφει, να τα μαζεύει. Δεν ξέρουμε τι έγινε και πώς έγιναν, δεν περιγράφονται αυτά ούτε λέγονται, τέλος πάντων κάψανε ό,τι κάψανε κι ύστερα από ώρες συντετριμμένος μαζεύτηκε σε μια γωνιά κι εκεί έκλαιγε, ώσπου το έμαθε ο Δεσπότης και τον ειδοποίησε να 'ρθει.
Παρουσιάστηκε μπροστά του τρέμοντας. Τι να πει στον Δεσπότη τώρα! Τι να πει στον Δεσπότη! Του 'πε λοιπόν ο επίσκοπος, «κρέμασε το πετραχείλι σου εδώ και πήγαινε στο χωριό και σε τρεις μέρες θα 'ρθεις. Μέχρι τότε θα κάνω προσευχή και θ' αποφασίσω τι θα σου κάνω.»
Την τρίτη ημέρα, το βράδυ, ο επίσκοπος βλέπει στον ύπνο του ότι καθόταν στον επισκοπικό θρόνο με τα ράσα, αλλά φορούσε το πετραχείλι και το ωμόφορο, τα σύμβολα της Αρχιεροσύνης. Και να λοιπόν μαζεύονται βασιλιάδες, αυτοκράτορες, Πατριάρχες, Δεσποτάδες, παπάδες, πρίγκιπες, πριγκίπισσες, όλος αυτός ο κόσμος. Και να τον τραβάνε απ' το πετραχείλι, απ' το ωμόφορο κι απ' τα ράσα κι απ' τα γένια και φωνάζανε: «Τον παπά μας». Κι έφυγαν αυτοί και ήρθε ένα πλήθος από άνδρες και γυναίκες, χιλιάδες, χιλιάδες, χιλιάδες, χιλιάδες, κι όλοι τον τραβούσαν κι όλοι του φώναζαν «τον παπά μας», «τι θα γίνουμε εμείς τώρα χωρίς κάποιον να μας μνημονεύει ». Ξύπνησε ο Δεσπότης καταϊδρωμένος, μούσκεμα.
Κείνο το πρωί θα ερχόταν ο παπούλης. Ο Δεσπότης όμως είχε πάρει την απόφαση να τον καθαιρέσει… Να που ήρθε ο παππούλης.
-Για πες μου, παπά μου. Τι κάνεις εσύ; Άκουσα ότι κάνεις μνημονεύσεις εκεί στη Λειτουργία. Πότε πας στην εκκλησία; Tι κάνεις; Για πες μου, ποια είναι η διαγωγή σου έξω απ' το κρασί;
Και ο παππούλης του είπε την αλήθεια. Τ' άκουσε ο Αρχιερεύς και του είπε:
-Κοίταξε, δώσε, παπά μου, τώρα υπόσχεση ενώπιον Θεού και του Αρχιερέως ότι δεν θα ξαναπιείς. Αν δώσεις αυτήν την υπόσχεση, ότι δεν θα ξαναβάλεις κρασί στο στόμα σου, θα σε συγχωρέσω. Κι όχι μόνο θα σε συγχωρέσω, αλλά θα σε παρακαλέσω να συνεχίσεις την ίδια τακτική μέχρι που θα βαστούν τα χέρια σου. Μέχρι που θα πεθάνεις. Είχα σκοπό σήμερα να σε καθαιρέσω, αλλά δεν μ' αφήνουν οι ψυχές που μνημονεύεις. Συνέχισε όσο ζεις έτσι να πορεύεσαι.

Λίγα λόγια για το θέμα του μήνα.

Μέσα στο μήνα Φεβρουάριο πέφτει σχεδόν πάντα το Ψυχοσάββατο της Αποκριάς, ένα από τα δύο Σάββατα του έτους, (το άλλο είναι το Σάββατο πριν την Κυριακή της Πεντηκοστής), όπου μνημονεύονται όλες οι ψυχές των κεκοιμημένων Ορθοδόξων Χριστιανών, τόσο σε γενικές κατηγορίες όσο και ονομαστικά. Βέβαια, η μνημόνευση ονομάτων γίνεται σε κάθε θεία Λειτουργία, για να γίνει εμφανές ότι η Εκκλησία είναι συνεχής στους αιώνες και έχει μέλη τόσο στην παρούσα ζωή όσο και στην αιώνια ζωή, τις ψυχές που προγεύονται της αιώνιας παρουσίας του Χριστού.
Όταν μνημονεύουμε τους ζωντανούς αδελφούς μας, προσευχόμαστε γι΄ αυτούς, άρα δείχνουμε την αγάπη και το ενδιαφέρον μας γι΄ αυτούς, τους πονάμε, συμμεριζόμαστε τη δυσκολία τους. Αν μάλιστα βρίσκονται και σε δύσκολη θέση, «εκβιάζουμε» τη βοήθεια του Θεού γι΄ αυτούς, αφού οι προσευχές των πολλών για το ίδιο θέμα έχουν μεγαλύτερη ισχύ.
Από την άλλη, οι προσευχές μας για τους κεκοιμημένους δείχνουν την αγάπη μας και το σεβασμό μας γι΄ αυτούς, την απόφασή μας να τους συγχωρήσουμε, αν μας είχαν αδικήσει ή στενοχωρήσει. Μας υπενθυμίζουν τη ματαιότητα των ανθρώπινων, άρα μας προετοιμάζουν και για την ώρα της δικής μας αναχώρησης από την παρούσα ζωή και δίνουν ανακούφιση και παρηγοριά στις ψυχές αυτών που αναμένουν με αγωνία την τελική Κρίση του Θεού κατά τη Δευτέρα Παρουσία Του.
Γι΄ αυτό και η μνημόνευση, από μέρους του καθενός μας, ονομαστικά ανθρώπων που γνωρίζουμε, τόσο ζωντανών όσο και νεκρών, είναι σπουδαία και ευεργετική τόσο για εκείνους όσο και για μας.

Οι Ακολουθίες του Νυχθημέρου.
Πριν ξεκινήσουμε να αναλύουμε μία – μία τις ακολουθίες του νυχθημέρου, θα κάνουμε ακόμη μία κατηγοριοποίησή τους : (α) σε τακτικές, που τελούνται κάθε ημέρα σε κάθε Ναό, ενώ με μερικές παραλλαγές και παραλείψεις μπορούν να τελεστούν και από κάθε πιστό στο σπίτι ή στην Εκκλησία χωρίς Ιερέα, και (β) σε έκτακτες, οι οποίες τελούνται σε ορισμένες περιστάσεις και απαιτείται η παρουσία Πρεσβυτέρου ή Επισκόπου.


Σάββατο 5 Αυγούστου 2017

«Μην τα φοβάστε! Δεν βγαίνουν!»

«Μην τα φοβάστε! Δεν βγαίνουν!»
Ο Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης για τα όνειρα.

Όταν βλέπεις άσχημο όνειρο, ποτέ να μην εξετάζεις τι είδες, πώς το είδες, αν είσαι ένοχη, πόσο φταις. Ο πονηρός, επειδή δεν μπόρεσε να σε πειράξει την ημέρα, έρχεται την νύχτα.
Επιτρέπει καμιά φορά και ο Θεός να μας πειράξει στον ύπνο, για να δούμε ότι δεν πέθανε ακόμη ο παλιός άνθρωπος. Άλλες φορές πάλι ο εχθρός πλησιάζει τον άνθρωπο στον ύπνο του και του παρουσιάζει διάφορα όνειρα, για να στενοχωρηθεί, όταν ξυπνήσει. Γι΄ αυτό να μη δίνεις καθόλου σημασία.
Να κανείς τον σταυρό σου, να σταυρώνεις το μαξιλάρι, να βάζεις και τον σταυρό και κάνα-δυο εικόνες επάνω στον μαξιλάρι και να λες την ευχή μέχρι να σε πάρει ο ύπνος.
Όσο δίνεις σημασία άλλο τόσο θα έρχεται ο εχθρός να σε πειράζει. Αυτό δεν είναι κάτι που συμβαίνει μόνο στους μεγάλους αλλά και στους μικρούς. Και στα μικρά παιδιά ακόμη, παρόλο που είναι αγγελούδια, ο εχθρός πηγαίνει και τα φοβερίζει, όταν κοιμούνται και τινάζονται με αγωνία, τρέχουν φοβισμένα και με κλάματα στην αγκαλιά της μητέρας. Άλλοτε πάλι τα πλησιάζουν οι Άγγελοι και γελούν μέσα στον ύπνο τους από χαρά ή ξυπνάνε από την μεγάλη τους χαρά. Επομένως τα όνειρα που φέρνει ο πειρασμός είναι μια εξωτερική επίδραση του εχθρού στον άνθρωπο την ώρα που κοιμάται.
-Και όταν, Γέροντα, νιώθεις ένα πλάκωμα την ώρα που κοιμάσαι;
-Μερικές φορές αυτό οφείλεται σε μια αγωνιώδη κατάσταση που ζει κανείς μέσα στην ημέρα ή σε διάφορους φόβους, σε διάφορες υποψίες κ.λπ. Φυσικά όλα αυτά μπορεί να τα χρησιμοποιήσει το ταγκαλάκι, να κάνει κάποιον συνδυασμό, για να ζαλίσει τον άνθρωπο.
Πολλές φορές είναι τόσο ελαφρός ο ύπνος, που νομίζει κανείς ότι είναι ξυπνητός και ότι προσεύχεται, για να φύγει αυτό το πλάκωμα, από το οποίο του κρατιέται ακόμη και η αναπνοή.
Καμιά φορά μάλιστα ο διάβολος μπορεί να πάρει την μορφή ενός ανθρώπου ή ενός Αγίου και να παρουσιασθεί στον ύπνο κάποιου.
Κάποτε παρουσιάσθηκε σε έναν άρρωστο στον ύπνο του με την μορφή του Αγίου Αρσενίου και του είπε:
«Είμαι ο Άγιος Αρσένιος. Ήρθα να σου πω ότι θα πεθάνεις. Τ’ ακούς; Θα πεθάνεις».
Τρόμαξε ο άνθρωπος. Ποτέ ένας Άγιος δεν μιλάει έτσι σε έναν άρρωστο. Και αν τυχόν είναι να πεθάνει ο άρρωστος και παρουσιασθεί ένας Άγιος να τον πληροφορήσει για τον θάνατό του, θα του το πει με καλό τρόπο: «Επειδή είδε ο Θεός που ταλαιπωρείσαι, γι’ αυτό θα σε πάρει από αυτόν τον κόσμο. Κοίταξε να ετοιμασθείς». Δεν θα του πει: «Τ’ ακούς; Θα πεθάνεις»!
-Και όταν, Γέροντα, φωνάζει κανείς στον ύπνο του;
-Καλύτερα, ξυπνάει! Πολλά όνειρα είναι της αγωνίας. Όταν ο άνθρωπος έχει αγωνία ή είναι κουρασμένος, παλεύουν αυτά μέσα του και τα βλέπει σε όνειρο. Εγώ πολλές φορές, όταν την ημέρα αντιμετωπίζω διάφορα προβλήματα των ανθρώπων, αδικίες που συμβαίνουν κ.λπ., ύστερα στον ύπνο μου μαλώνω με τον άλλον: «βρε αθεόφοβε, φωνάζω, αναίσθητος είσαι!» και με τις φωνές που βάζω ξυπνάω.
-Γέροντα, από τα όνειρα μπορεί κανείς να προβλέψει κάτι που θα του συμβεί;
-Όχι, μη δίνετε σημασία στα όνειρα. Είτε ευχάριστα είναι τα όνειρα είτε δυσάρεστα, δεν πρέπει να τα πιστεύει κανείς, γιατί υπάρχει κίνδυνος πλάνης. Τα ενενήντα πέντε τοις εκατό από τα όνειρα είναι απατηλά. Γι’ αυτό οι Άγιοι Πατέρες λένε να μην τα δίνουμε σημασία.
Πολύ λίγα όνειρα είναι από τον Θεό, αλλά και αυτά, για να τα ερμηνεύσει κανείς, πρέπει να έχει καθαρότητα και άλλες προϋποθέσεις, όπως ο Ιωσήφ και ο Δανιήλ, που είχαν χαρίσματα από τον Θεό.
«Θα σου πω, είπε ο Δανιήλ στον Ναβουχοδονόσορα, και τι όνειρο είδες και τι σημαίνει» . Αλλά σε τι κατάσταση είχε φθάσει! Ήταν μέσα στα λιοντάρια και παρόλο που ήταν νηστικά, δεν τον πείραζαν. Του πήγε ο Αββακούμ φαγητό κι εκείνος είπε «Με θυμήθηκε ο Θεός!». Αν δεν θυμόταν ο Θεός τον Προφήτη Δανιήλ, ποιόν θα θυμόταν;
-Γέροντα, μερικοί άνθρωποι δεν βλέπουν όνειρα.
-Καλύτερα που δεν βλέπουν! Δεν ξοδεύουν ούτε εισιτήρια ούτε βενζίνη! Στα όνειρα σε ένα λεπτό βλέπεις κάτι που στην πραγματικότητα θα διαρκούσε ώρες, μέρες ,γιατί καταργείται ο χρόνος.

Τρίτη 16 Μαΐου 2017

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ 112

Το αγιοκέρι της Λαμπρής
Τραντάχτηκαν συθέμελα τὰ ψηλὰ βουνὰ ἀπὸ τὸ ξαφνικὸ μπουμπουνητό. Σὰν ἀπὸ στόματα μυριάδων κανονιῶν ἡ τρομερὴ βροντὴ ξεχύθηκε ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ οὐρανοῦ, χτύπησε πάνω στὸ γυμνὸ καύκαλο τῆς ψηλότερης βουνοκορφῆς, κατρακύλησε σὰν ὕπουλο ἑρπετὸ στὴ σκιερὴ ρεματιά, κόχλασε ὑπόκωφα στὶς χαμηλὲς λοφοσειρές, σκαρφάλωσε σὰν αἴλουρος στὴν ἁπλωτὴ ράχη τῆς ὀροσειρᾶς, χύθηκε σὰν τὸ γεράκι στ’ ἀνοιχτὸ διάσελο, χαμήλωσε, ξεθύμανε, ἔσβησε…
Ὁ ἥλιος σκοτείνιασε ξαφνικά. Τὸ μαγιάτικο δειλινὸ χάθηκε αὐτοστιγμεί. Πυκνὰ μαῦρα σύννεφα σκέπασαν τὸ φωτεινὸ γαλάζιο τοῦ ἄπειρου, ἔριξαν στὴ γῆ τὴ βαρειά τους σκιά. Δυνατὸς ἀνεμοστρόβιλος, πρόδρομος καταιγίδας, σάρωσε κοιλάδες καὶ πλαγιές. Μιὰ δεύτερη βροντὴ ἀκολούθησε κατὰ πόδι τὴν πρώτη καὶ οἱ καταρράκτες τοῦ οὐρανοῦ ἄνοιξαν στὸ λεπτό. Ἡ ξαφνικὴ νεροποντὴ συνεπῆρε τὰ πάντα. Ἄνθρωποι καὶ ζῶα, σκορπισμένοι στὸ ὕπαιθρο, ὥσπου νὰ στρέψουν ἀπορημένοι τὰ κεφάλια τους, βρέθηκαν ἐντελῶς ἀκάλυπτοι κάτω στὸ ἀνελέητο, ἀπρόσμενο μαστίγωμά της. Πῶς ξέσπασε ξαφνικὰ τέτοιο κακό;
Ἦταν στὰ μέσα τοῦ Μάη κι ὁ κόσμος τοῦ μικροῦ χωριοῦ, ξωμάχοι ἄνθρωποι, βρίσκονταν ὅλοι στὰ χωράφια. Τὸ Πάσχα ἦρθε κι ἔφυγε μὲς στὴ χαρά, ἔσμιξαν ὅλοι ξανὰ καὶ γιόρτασαν μὲ τὰ ξενάκια τους, γέμισαν οἱ καρδιὲς ἀπ’ τὴν περίσσια εὐφροσύνη τῆς Λαμπρῆς. Τὸ ἔαρ τῶν ψυχῶν συνδυάστηκε τέλεια μὲ τὸ ἔαρ τῆς φύσης. Ἕνας θαυμάσιος καιρὸς συντρόφευε ὅλες τὶς μέρες τὴν ἀναστάσιμη χαρά τους. Ἐνθουσιασμένα ἰδιαίτερα τὰ παιδιὰ τίμησαν μὲ τὸ παραπάνω τὸν ὑπέροχο συνδυασμό.
Ἀλλὰ καὶ ἀπόλαμπρα ἡ καλοκαιρία ἐξακολούθησε στὸν ἴδιο ρυθμό. Στὸ ὀρεινὸ μικρὸ χωριὸ ὁ ἐρχομὸς τῆς ἄνοιξης θύμιζε παράδεισο. Ὅλοι ξεχύθηκαν μὲ κέφι στὶς δουλειές τους. Ἀναστημένη ἀπ’ τὴ βαρυχειμωνιὰ ἡ γῆ τους, γιόρταζε τὴ δική της πασχαλιά. Μικροὶ-μεγάλοι χαίρονταν τοὺς ἀνθοστόλιστους ἀγρούς, καταπιάνονταν μὲ ἀνοιξιάτικες σπορές, πάλευαν γεμάτοι ὄρεξη τὸν φτωχικό, μὰ ἀγαπημένο τόπο τους. Τὰ ζωντανά τους σκόρπισαν στὶς καταπράσινες νομές. Νύχτα καὶ μέρα τὰ λιγυρὰ κυπροκούδουνα, ἀνάκατα μὲ μουγκανητὰ καὶ βελάσματα, συνόδευαν μὲ τὴ γλυκόφωνη ἠχώ τους τὴν ἐργατιά. Ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ Μάη φάνταζε πραγματικὰ παραδεισένια. Ἦταν πανέμορφες οἱ μέρες του, ἀλλὰ καὶ τοῦτο τὸ ἀπόγευμα μαγευτικό. Ποῦ φώλευε κρυμμένη τόση μανία καὶ καταστροφή;
Ἡ νεαρὴ φοιτήτρια, ξαφνιασμένη ἀπ’ τὴν ἀπότομη ἀνατροπή, στάθηκε μπρὸς στὸ παράθυρο ἐκστατική. Δὲν πρόλαβε οὔτε τὰ τζάμια νὰ κλείσει, τόσο ἀπρόσμενα ξέσπασε ἡ καταιγίδα. Τὸ ὑπερθέαμα τῆς καιρικῆς ἀλλαγῆς αἰχμαλώτισε τὸ βλέμμα της. Ἡ κεραυνοβόλα εἰσβολὴ τοῦ σαρωτικοῦ δρόλαπα τὴν καθήλωσε κατὰ κράτος. Ἕνα τρομακτικὰ μεγαλειῶδες μυστήριο ἀναδυόταν ἀπ’ τὸν ἐκκωφαντικὸ ὀρυμαγδὸ τῆς σφοδρῆς θύελλας. Διαμετρικὰ ἀντίθετο ἀπ’ τὴ σαγηνευτικὴ μαγεία τοῦ ἐδεμικοῦ δειλινοῦ ποὺ προηγήθηκε. Mysterium tremendum καὶ mysterium fascinans (τρομερὸ καὶ γοητευτικὸ μυστήριο), ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ ἀγαπημένος της φιλόσοφος Rundolf Otto. Πῶς γίνεται νὰ εἶναι τόσο ὄμορφα καὶ τὰ δυό; Ἡ ὀμορφιὰ νὰ δείχνει τόσο ἀντίθετες, ἀλληλοαναιρούμενες πλευρές; Νὰ συνυπάρχουν δυὸ ἀπόλυτα ἀντιφατικὲς ὄψεις στὸν ἴδιο κόσμο;
– Ἀνθή! Ἀνθούλα! Ποῦ εἶσαι;
Ἡ δυνατὴ λαχανιαστὴ φωνὴ τῆς γριᾶς ποὺ ἀνέβαινε κουτσαίνοντας ἀπὸ τὸ ὑπόγειο, τὴν ἔβγαλε ἀπ’ τὸν φιλοσοφικό της ρεμβασμό.
– Ἐδῶ, γιαγιά! εἶπε γυρίζοντας πρὸς τὸ μέρος της.
– Τ’ ἁγιοκέρι, παιδί μου! Γρήγορα!
– Τί εἶπες; ρώτησε ἀπορημένη.
– Τὸ κερὶ τῆς Λαμπρῆς, παιδί μου! Τρέξε, μὴν ἀργεῖς!
Ἡ ἐγγονὴ δὲν κουνήθηκε. Ἔμεινε νὰ κοιτάζει σὰν χαμένη τὴ γριά. Δὲν μποροῦσε νὰ καταλάβει ἀκόμα τί τῆς ἔλεγε. Μὰ ἡ γριὰ δὲν εἶχε ὑπομονή.
– Τί μὲ κοιτᾶς σὰν ἄγαλμα; Δὲν ἀκοῦς τί σοῦ λέω; Τρέξε φέρε τὴ λαμπάδα τῆς Ἀνάστασης! Ὁ κόσμος χάνεται, δὲν βλέπεις;
Χά! Τί θυμήθηκε τώρα ἡ γιαγιά της! Τὸ κερὶ τῆς Ἀνάστασης! Θὰ ξόρκιζε τέτοιο χαλασμὸ μ’ αὐτό! Πλάκα εἶχε πραγματικά!
Μὰ ἡ γριὰ δὲ χωράτευε.
– Καλά, χάζεψες γιὰ τὰ καλά; Κουνήσου, δὲν καταλαβαίνεις; Ὁ πατέρας σου, ἡ μάνα σου, τ’ ἀδέρφια σου, ὁ κόσμος ὅλος εἶναι ἐκεῖ ἔξω. Τί περιμένεις; Νὰ πνιγοῦν πρῶτα καὶ μετὰ νὰ κουνηθεῖς;
Θέλοντας καὶ μή, πῆγε νὰ ψάξει γιὰ τὸ κερί. Ποῦ νὰ βρισκόταν τώρα κι αὐτό; Οὔτε κὰν θυμόταν ποῦ τὸ εἶχε πετάξει τὸ βράδυ τῆς Ἀνάστασης, ὅταν γύρισαν σπίτι. Μέσα της γέλαγε μὲ τὴν ἀφέλεια τῆς γιαγιᾶς της, μὰ δὲν μποροῦσε τώρα νὰ τῆς φέρει ἀντίρρηση. Ὄχι, δὲν συμφωνοῦσε μ’ αὐτὰ ἡ Ἀνθή. Εἶχε ἀποστασιοποιηθεῖ ἐντελῶς ἀπὸ τὶς ἁπλοϊκὲς ἀντιλήψεις τοῦ ἀπαίδευτου λαοῦ. Σπούδαζε φιλοσοφία, δὲν ἦταν τὸ ἄβγαλτο κοριτσόπουλο τοῦ χωριοῦ. Οἱ ὑψηλὲς σπουδές της ἀναπροσδιόρισαν πολλὰ πράγματα μέσα της. Καὶ κυρίως πολλὲς ἀπ’ τὶς θρησκευτικές της ἀντιλήψεις.
Ἐξωτερικὰ βέβαια δὲν ἔδειχνε ἀλλαγή. Φρόντιζε ἡ συμπεριφορά της νὰ μὴν εἶναι διαφορετική. Δὲν εἶχε καὶ πολλὴ ὄρεξη νὰ καταπιάνεται σὲ ἀτέρμονες καὶ ἀνώφελες συζητήσεις μὲ τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ τοὺς ἀναστατώνει ἄσκοπα. Ἀκολουθοῦσε καὶ ὅλες τὶς συνήθειες τους, ὄπως τὶς ἤξερε ἀπὸ μικρή, ἰδιαίτερα τὶς μεγάλες γιορτινὲς μέρες τοῦ χρόνου. Στὸ μικρὸ χωριό τους δὲν εἶχε καὶ μεγάλα περιθώρια νὰ διαφοροποιεῖ τὸ πρόγραμμά της. Σὲ τελικὴ ἀνάλυση ὅμως τῆς ἄρεσαν καὶ αὐτηνῆς τὰ γιορτινὰ ἔθιμα αὐτῶν τῶν ἡμερῶν. Μὰ τὰ ἔβλεπε σὰν ἔθιμα ἀκριβῶς. Καλὰ γιὰ νὰ ἀλλάζουν τὴν καθημερινὴ ρουτίνα τοῦ καταπονημένου ἀνθρώπου, ἀλλὰ τίποτε παραπάνω. Ὁ φιλοσοφικὸς θεός της δὲν εἶχε καὶ πολλὰ κοινὰ σημεῖα μὲ τὸν φτωχὸ Ἰησοῦ τῆς παιδικῆς της ἡλικίας.
Τὸ βράδυ τῆς Ἀνάστασης κρατοῦσε κι αὐτὴ τὴ λαμπάδα της σὰν ὅλο τὸν κόσμο. Μὰ δὲν ἔβλεπε μπροστά της τὸν Θεὸ ποὺ ἔπασχε, φορώντας ἀνθρώπινη φύση καὶ κουβαλώντας στὴν πλάτη του τὸν πόνο τοῦ κόσμου. Ὅλα αὐτὰ ἦταν γι’ αὐτὴν μία εἰλικρινής, βέβαια, ἀλλὰ οὐτοπικὴ καὶ ρομαντικὴ προσπάθεια ἑνὸς εὐγενικοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν ἀλλαγὴ τῆς μοίρας τοῦ κόσμου. Τὸ ἐξωπραγματικὸ ὄνειρο ἑνὸς ἁγνοῦ ἀγωνιστῆ, μὲ προδιαγεγραμμένη ὅμως τὴν ἀποτυχία του. Κάθε ὑπερφυσικὸ στοιχεῖο στὴ μορφή του, γέννημα ἁπλοϊκῆς εὐπιστίας καὶ ὄχι ὀρθῆς λογικῆς, εἶχε ἐξοβελισθεῖ ἀπὸ τὴ σκέψη της.
Μπροστά της ἔβλεπε τὸν γνήσιο, ἀληθινὸ ἄνθρωπο, ποὺ ρίχτηκε ἀπὸ τὴ μοίρα του βορὰ στὰ φοβερὰ γρανάζια τῆς παντοδύναμης ἐξουσίας καὶ ἦταν τόσο φυσικὸ νὰ ἔχει τὸ τέλος ποὺ εἶχε. Τοῦ ἐπιφυλάχτηκε ὁ ρόλος τοῦ συμπαθέστερου ἴσως θύματος τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας. Μὰ ἡ νεαρὴ φοιτήτρια δὲν μποροῦσε τώρα πιὰ νὰ δεῖ κανένα ἀναστημένο Θεὸ πίσω ἀπ’ τὴ θλιβερὴ εἰκόνα τοῦ σταυρωμένου ἀνθρώπου Ἰησοῦ. Ἡ παιδική της πίστη εἶχε νικηθεῖ. Ὁ νέος της θεός, ἀξιοπρεπής, χαλκευμένος στὰ τελειότερα διανοητικὰ ἐργαστήρια τῆς σκεπτόμενης ἀνθρωπότητας, ὑπερβατικός, ἄγνωστος, absconditus, μακρινὸς γιὰ τὸν κόσμο, ἀπροσπέλαστος στὸ κλειστό του ὑπερπέραν, ἂν ὑπῆρχε, δὲν μποροῦσε νὰ ἔχει καμμιὰ σχέση μὲ τὴν ἀδύναμη, πάσχουσα δουλικὴ μορφὴ τοῦ ταπεινοῦ Ναζωραίου.
Κι ἀκόμα, ἂν καὶ τὴν ἐνέπνεε τὸ συμπαθητικὸ μὰ ἄτυχο μεγάλο ἐκεῖνο θύμα, ὁ Ἰησοῦς, τὴν ἐξόργιζαν πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ λέγονταν πιστοὶ κι ἀκόλουθοί του. Καὶ περισσότερο κάποιες ἐνέργειες πολλῶν του ἐκπροσώπων. Ὅπως καὶ τὸ βράδυ τῆς φετινῆς Ἀνάστασης. Δὲν τῆς ἔφτανε ὁ δικός της σκεπτικισμός, ἦρθε καὶ μιὰ ἄτυχη σκηνὴ νὰ ἐπαυξήσει τὴν ἀρνητική της πνευματικὴ προδιάθεση.
Ἦταν ἡ ὥρα ποὺ ἡ ἐκκλησία εἶχε βυθιστεῖ στὸ σκοτάδι, οἱ ψάλτες εἶχαν ψαλμωδήσει κατὰ δύναμιν σὲ ἦχο βαρὺ τὸ ἐπιβλητικὸ Ἰδοὺ σκοτία καὶ πρωί… καὶ στὸ κεφαλόσκαλο τῶν ἱερῶν βημοθύρων πρόβαλε πορφυροντυμένος ὁ λειτουργός. Ὑψώνοντας τὸ ἀναμμένο ἀπ’ τὴν ἀκοίμητη κανδήλα λαμπριάτικο τρικέρι του, ἄρχισε μὲ βροντερὴ φωνὴ καὶ σὲ πλάγιο τοῦ πρώτου, τὸν πανηγυρικότερο τῶν ἤχων, τὸ Δεῦτε, λάβετε φῶς…
Ἀπαντώντας στὴν πρόσκλησή του τὸ ἐκκλησίασμα κινήθηκε σὰν ἕνα σῶμα μπροστά. Ὕψωσαν ὅλοι τὶς λαμπάδες τους νὰ πάρουν τὸ ἅγιο φῶς. Δημιουργήθηκε στὴ στιγμὴ ἕνας μικρὸς πανικός. Οἱ πιὸ βιαστικοὶ σπρώχτηκαν, ἔδωσαν καὶ πῆραν ἀγκωνιές, κάποιοι πρόλαβαν κιόλας νὰ ψιλοβριστοῦν στὰ μουλωχτά, τὸ πρῶτο κύμα τέλος πάντων, παλεύοντας γιὰ τὸ εὐλογημένο φῶς, ἔπεσε σχεδὸν ἐπάνω στὸν παπά.
Ὑψώθηκαν ψηλὰ τόσες λαμπάδες ποὺ σκέπασαν τελικὰ τὸ ἀναμμένο τρικέρι καὶ ἕνα-ἕνα τὰ κεριά του ἔσβηναν. Ἡ πίεση ἦταν μεγάλη. Ὁ παπὰς ὑποχωροῦσε λίγο-λίγο πρὸς τὸ ἱερὸ γιὰ νὰ κρατήσει ἀναμμένο τὸ φῶς, μὰ οἱ «φλογεροὶ» ἐνορίτες του τὸν ἀκολουθοῦσαν ἀπτόητοι. Μὲ τὰ πολλὰ τὸ τρικέρι ἔσβησε. Ὁ παπὰς φρένιασε. Βλέποντας τοὺς μπροστινούς, σπρωγμένους ἀπ’ τοὺς παραπίσω, νὰ ἔχουν περάσει καὶ τὴν Ὡραία Πύλη καὶ νὰ πατοῦν σχεδὸν στὴν Ἅγια Τράπεζα μπροστά, τοῦ ἀνέβηκε τὸ αἷμα στὸ κεφάλι.
– Πίσω, ἀθεόφοβοι! ξέσπασε ἀσυγκράτητος.
Τυφλωμένος ἀπὸ ἀγανάκτηση ἔκανε νὰ κατεβάσει τὸ σβηστὸ τρικέρι πάνω στὰ κεφάλια τους, μὰ τὴν τελευταία στιγμή, σὰν ἀπὸ θαῦμα, κρατήθηκε. Ἡ ἀνθρώπινη πλημμυρίδα πρὸς στιγμὴν ἀνακόπηκε. Μουδιασμένος λίγο ὁ παπάς, σὰν νὰ αἰσθάνθηκε τὴν ἐκτροπή του, ξανάναψε τὸ τρικέρι καὶ ξαναβγῆκε. Μὰ ἡ ζημιὰ στὴν ψυχὴ τῆς Ἀνθῆς εἶχε γίνει. Καταγράφοντας τὴ σκηνὴ ἀκούνητη ἀπ’ τὸ στασίδι της, φούντωσε. Μιὰ βαθειὰ ἀπέχθεια εἰσέβαλε σὰν ἄνεμος σαρωτικὸς στὴν ψυχή της. Ὑπάρχει τίποτε ἀληθινὸ ἐδῶ μέσα; Τί σχέση μπορεῖ νά ’χουν ὅλα αὐτὰ μὲ τὸν φτωχὸ Ναζωραῖο ποὺ ἀγωνίστηκε γιὰ τὸν ἁγνὸ σκοπό του καὶ πέθανε γι’ αὐτόν; Πιστεύει ἀκόμα κανένας ἀληθινὰ σ’ αὐτόν; Νά, ποὺ ἡ θυσία του ἀποδείχτηκε ἀνώφελη! Μήπως πράγματι ἡ θρησκεία δὲν εἶναι τελικὰ τίποτε παραπάνω ἀπὸ ἕνα καλοστημένο ψέμα!
Ὅλοι εἶχαν ἀνάψει τὶς λαμπάδες τους, ἔβγαιναν ἔξω γιὰ τὴν Ἀνάσταση, μὰ αὐτὴ δὲν ἔπαψε νὰ στέκει ἀκίνητη, μὲ τὴ λαμπάδα της ἀκόμα σβηστή. Ἡ ἀπέχθεια καὶ ἡ ὀργὴ μέσα της εἶχαν πετρώσει τὴν καρδιά της. Τελικὰ πῆρε φῶς ἀπὸ τὴ διπλανή της γιὰ νὰ μὴ δώσει στόχο στοὺς γύρω της. Μὰ μέσα της ἀνάδευε σκοτάδι πηχτό. Ἡ λειτουργία τελείωσε, ὁ κόσμος μετάλαβε, μὰ αὐτή, ἀηδιασμένη, οὔτε ποὺ πλησίασε καθόλου, ἂν καὶ τό ’χε πάντα συνήθεια, ἔτσι γιὰ τὸ καλό, νὰ μεταλαβαίνει. Ὅλοι χαίρονταν, γελοῦσαν, εἶχαν κιόλας ξεχάσει τὸ συμβάν, μὰ αὐτὴ δὲν ἔλεγε νὰ πάρει τὸ μυαλό της ἀπὸ αὐτό.
Ἔφερε τὴ λαμπάδα της ἀναμμένη στὸ σπίτι, μιὰ καὶ ἡ γιαγιά της, κουτσὴ κι ἀνίκανη γιὰ πολλὲς μετακινήσεις, περίμενε τὸ ἅγιο φῶς. Ἡ γριὰ ἄναψε εὐλαβικὰ ἀπ’ τὴ λαμπάδα τῆς ἐγγονῆς τὸ καντήλι της, ἀφοῦ σταυροκοπήθηκε πολλὲς φορές. Θὰ τὸ φύλαγε τώρα μέρα νύχτα σὰν τὰ μάτια της νὰ μὴν τῆς σβήσει. Ἡ ἐγγονὴ νευρίαζε μὲ ὅλα αὐτά, μὰ τί νά ’κανε; Ἡ γιαγιά της δὲν σήκωνε ἀστεῖα σ’ αὐτά. Ὅταν κάποτε ἡ ὅλη ἱεροτελεστία τέλειωσε, ἡ Ἀνθὴ πῆρε τὴ λαμπάδα της καὶ τὴν πέταξε ἀδιάφορα σὲ κάποιο ντουλάπι.
Ἄντε τώρα νὰ θυμηθεῖ ποῦ ἦταν καταχωνιασμένη καὶ νὰ ψάχνει! Μὰ ἔτρεξε νὰ κάνει γρήγορα. Ἡ γιαγιά της δὲν ἦταν ὁ ἄνθρωπος ποὺ θὰ παραιτοῦνταν ἀπ’ τὸν σκοπό του. Δὲν ἄργησε νὰ τὴ βρεῖ πατικωμένη κάτω ἀπὸ ἄλλα πράγματα καὶ σπασμένη στὴ μέση. Καιρὸς ἦταν! Οὔτε πέντε λεπτὰ δὲν εἶχε ποὺ ξέσπασε τὸ κακό, μὰ ὁ κόσμος ἔξω χάλαγε. Ἡ δυνατὴ βροχὴ γύρισε ἀπότομα σὲ καταστροφικὸ χοντρὸ χαλάζι. Ἕνα σφίξιμο ἀνέβηκε καὶ στὴ δική της καρδιά. Ἔφερε γρήγορα τὴν τσακισμένη λαμπάδα στὴ γιαγιά της.
Ἡ γριὰ τὴν ἄναψε ἀμέσως ἀπ’ τὸ καντήλι ὅπου ἔκαιγε τὸ ἅγιο φῶς. Πῆγε κοντὰ στὸ ἀνοιχτὸ παράθυρο, ἴσιωσε τὸ σακατεμένο ἀπ’ τὸ χρόνο μικρό της ἀνάστημα κι ἔκαμε τρεῖς φορὲς τὸν σταυρό της, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ πάνω ποὺ μιὰ νέα φοβερὴ βροντὴ ἄρχισε νὰ τραντάζει γιὰ πολλοστὴ φορὰ τὴ γῆ καὶ τὰ οὐράνια, ὕψωσε τὸ ἀναμμένο σπασμένο ἁγιοκέρι τῆς Λαμπρῆς κόντρα στὴν τρομερὴ θύελλα, σταύρωσε μ’ αὐτὸ τρεῖς φορὲς τὰ πέρατα καὶ εἶπε καθαρὰ καὶ δυνατὰ τὰ λόγια ποὺ εἶχε καλὰ μαθημένα ἀπ’ τὴ συχωρεμένη μάνα της: Μέγα τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος! Παναγία Θεοτόκε, βοήθει ἡμῖν!
Ἡ Ἀνθὴ παρακολουθοῦσε ἀσάλευτη. Ἡ εἰρωνική της διάθεση ἔκανε φτερά. Ἐντυπωσιάστηκε ἀπ’ τὴ βαθειὰ πίστη καὶ τὸ σθένος τῆς γιαγιᾶς της. Ἡ ἀγράμματη, μικρόσωμη, κουτσὴ γριὰ φάνταξε μπροστά της ἴδιος ἀρχάγγελος μὲ πύρινη ρομφαία. Μὰ ὅ,τι ἀκολούθησε τὴν τράνταξε ἀκόμα περισσότερο.
Ἡ φοβερὴ βροντὴ κόπηκε μαχαίρι στὴ μέση. Τὸ φονικὸ χαλάζι ποὺ ἀλύπητα μαστίγωνε κατάσαρκα τὴ γῆ, ἐντελῶς ἀνέλπιστα σταμάτησε ἀπότομα. Ἡ μανιασμένη λαίλαπα ἔκοψε ξαφνικὰ τὴν ὁρμή της. Σὰν κάποιος νὰ τῆς ἔβαλε χαλινὸ καὶ νὰ τὴν πρόσταξε νὰ σταθεῖ. Σιώπα, πεφίμωσο! Τὰ σύννεφα ἄρχισαν νὰ τρέπονται σὲ ἄτακτη φυγὴ κυνηγημένα. Ἰριδίζοντας μὲ τὰ στιλπνά του χρώματα τὸ τόξον ἐν τῇ νεφέλῃ, σημεῖον τῆς διαθήκης ἀναμέσον οὐρανοῦ καὶ γῆς, ἔλαμψε παρήγορο. Ὁ οὐρανὸς καθάρισε γοργά, τὸ φῶς ἀγκάλιασε τὴ γῆ ξανὰ πρὶν ἔλθει ἁπαλὸ τὸ ἡλιοβασίλεμα. Καὶ ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος καὶ ἐγένετο γαλήνη μεγάλη. Ὁ κοσμάκης σώθηκε!
– Δόξα σοι, Θεέ μου! Δόξα σοι, Παναγία μου! σταυροκοπήθηκε πάλι ἡ γριά.
Κάποιος εἶχε τὴ δύναμη λοιπὸν νὰ ἐπιτιμᾶ τὸν ἄνεμο καὶ τὸ σύννεφο καὶ στὸ πρόσταγμά του ὁ κεραυνὸς καὶ ἡ θύελλα πισωγύριζαν ὑπάκουα. Κάποιος ποὺ τὸν γνώριζαν τὰ τρομερὰ στοιχεῖα τῆς φύσης καὶ ποὺ αὐτὴ ἠθελημένα ἀγνοοῦσε.
Κι ἐνῶ ἡ γριὰ κούτσα-κούτσα ξανακατέβηκε στὴ δουλειά της σὰν νὰ μὴν ἔγινε τίποτε παράξενο, σὰν νά ’χε κάνει τὸ πιὸ συνηθισμένο πράγμα τοῦ κόσμου, ἡ ἐγγονή της συγκλονισμένη, μὲ πόδια ποὺ ἔτρεμαν, κάθησε στὸν καναπέ. Προσπάθησε νὰ βάλει σὲ τάξη τὸ μυαλό της, νὰ ἐπεξεργαστεῖ τὰ δεδομένα. Μὰ ἡ δυναμικὴ τοῦ πράγματος ἀρνιόταν νὰ ὑποταχτεῖ στὴ λογική της. Ἦταν τόσο ἀπρόσμενα ὅλα, τόσο δυνατά, ποὺ μόνο σύμπτωση καὶ τύχη δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐπικαλεστεῖ. Κάποιος ἄλλος παράγοντας ἔξω καὶ πάνω ἀπὸ τὴ φύση εἶχε μπεῖ ὁρμητικὰ σὲ δράση. Τὰ γεγονότα νικοῦσαν τὴ λογική της.
Οἱ καλοστημένοι ἀνθρώπινοι λογικοὶ στοχασμοὶ ποὺ τὴν κρατοῦσαν μὲ τὴν πειθώ τους θαμπωμένη ὑποχώρησαν. Ἀνέσυρε ἀπ’ τὸ βυθὸ τῆς λήθης τὸν λόγο τοῦ Ἰησοῦ ποὺ ἤξερε ἀπὸ μικρή, πὼς εἶχε κατεβεῖ ἀπ’ τὸν οὐρανὸ μὲ σκοπὸ νὰ προκαλέσει καὶ ὄχι νὰ χαϊδέψει τὴ λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου. Πῶς θὰ τὸ ἔκανε αὐτό; Φανερώνοντας καὶ δείχνοντας τὸν Πατέρα. Ὄχι μιὰ ἐπινοημένη καὶ ὑποταγμένη στὰ μέτρα τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς θεότητα. Ἀλλὰ τὸν ἐντελῶς ἀσύλληπτο στὴ γήινη σοφία, στὸν ἀνθρώπινο στοχασμὸ Θεό, ποὺ παίζει στὰ δάχτυλά του τοὺς σοφοὺς ἀποδεικνύοντας μωρία τὴν ἐξυπνάδα τους.
Καὶ οἱ αὐτόπτες καὶ αὐτήκοοι μάρτυρές του πάλι τὸ ἴδιο ἔκαμαν. Ὁ λόγος καὶ τὸ κήρυγμά τους ἦταν οὐκ ἐν πειθοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις. Δὲν νοιάστηκαν ποτὲ νὰ πείσουν τὴν ὑπεροπτικὴ ἀνθρώπινη σκέψη. Κατέθεσαν ἁπλῶς ἀπέναντί της γεγονότα: Αὐτὸ ποὺ εἶδαν, ποὺ ἄκουσαν, ποὺ ψηλάφησαν, ποὺ ἔζησαν κοντά του. Τὴ ζωντανὴ ἁπτὴ ἐμπειρία τους κόντρα στὰ περισπούδαστα τεχνάσματα καὶ τὰ περίτεχνα σοφίσματα τῆς γαυριώσας χοϊκῆς νόησης. Μιὰ ἐμπειρία πού, δίχως νὰ καταργεῖ, ξεπερνοῦσε τὴ λογική. Καὶ ἄφησαν στὸν καθένα τὴν ἐπιλογὴ νὰ ἐμπιστευθεῖ τὸ μήνυμά τους ἢ νὰ τὸ ἀπορρίψει. Νὰ τοὺς θεωρήσει ἀπατεῶνες ἢ ἀξιόπιστους. Ἐλεύθερα.
Πῆρε στὰ χέρια της τὸ ἱερὸ βιβλίο ποὺ βρισκόταν χρόνια ξεχασμένο στὸ ράφι. Τὸ ξεφύλλισε ἀργά, βρῆκε τὸν τόπο ὅπου ἦταν καταγραμμένη ἡ μαρτυρία τους: Ὃ ἦν ἀπ’ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, αὐτὸ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν… Ὅ,τι ἀκριβῶς σκανδάλιζε τὴν ἐπηρμένη λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου, αὐτὸ κατέθεταν οἱ αὐτόπτες. Πράγματα ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀποσιωπήσουν, γιατὶ τὰ ἔζησαν καὶ τοὺς συγκλόνισαν: Ὅτι ἡ σταύρωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἦταν κάποιο ἀπρόβλεπτο ἀτύχημα. Ἀντιθέτως! Ἦταν τὸ σχέδιό του αὐτό. Νὰ γεννηθεῖ, νὰ ἀνδρωθεῖ, νὰ πάθει, νὰ θυσιασθεῖ. Ὅλα αὐτὰ ἑκούσια, γιὰ λογαριασμὸ ὅλων, ἀπὸ ἀνείπωτη ἀγάπη, δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν. Καὶ ἐπειδὴ ἦταν καὶ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ Πατρός, Θεὸς ἀληθινός, Κύριος τῶν πάντων, ὁ τάφος δὲν μπόρεσε νὰ τὸν κρατήσει. Ἀναστήθηκε αὐτεξουσίως, μὲ τὴ δική του δύναμη καὶ ὡς ἀρχηγὸς τῆς ζωῆς νίκησε τὸν θάνατο, ἐξασφαλίζοντας γιὰ ὅλους τὴ ζωή.
Ἡ Ἀνθὴ ἔνοιωσε τὴ θεϊκή του ἐνέργεια, πανίσχυρη μὰ καὶ γεμάτη ἀγάπη, νὰ φτάνει καὶ σ’ αὐτήν, ἐκεῖ μπροστά της σήμερα, ἂν καὶ ἀπὸ δρόμο φοβερὰ σκανδαλώδη, ἀνεξήγητο. Ἕνα σπασμένο λαμπριάτικο κερί, ποὺ πῆρε φῶς ἀπὸ τὸ χέρι ἑνὸς ἀνάξιου παπᾶ καὶ μέσα ἀπ’ τὸ ἄπιστο δικό της χέρι ἔφτασε στὸ χέρι μιᾶς ἀγράμματης πιστῆς γριᾶς, ἦταν ἀρκετὸ γιὰ νὰ ἀστράψει μέσα της ἡ ἀλήθεια ὁλοζώντανη. Πὼς ἕνα μόνο ὄνομα ὑπάρχει στὴν ὑπ’ οὐρανὸν γιὰ νὰ σωθεῖ, νὰ ζήσει ὁ κόσμος: Τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ ποὺ κυβερνᾶ πανσθενουργὸ τὰ σύμπαντα. Μπροστά του μέλλει νὰ καμφθεῖ πᾶν γόνυ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων.
Ἡ νεαρὴ φοιτήτρια, συντετριμμένη, μὰ ἀνάλαφρη, ἀπελευθερωμένη ψυχικά, ἔγειρε μπρὸς στὸ ὑπερένδοξο ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸ προσκύνησε. Κάμπτοντας ἐνώπιόν του ταπεινὰ τὸ γόνυ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, ὁμολόγησε ἀναφωνώντας ἐκστατικά:
– Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου…!
(π. Δημητρίου Μπόκου από synodoiporia.gr)
Λίγα λόγια για το θέμα του μήνα.
Πολλές συζητήσεις γίνονται πάντοτε την περίοδο του Πάσχα για το Άγιο Φως, κυρίως από τους αρνητές της πίστεως, για το αν και κατά πόσο είναι πράγματι θαύμα η αφή του ή προϊόν θρησκευτικής απάτης. Η απάντηση δίνεται από τη μικρή λέξη που προανέφερα, τη λέξη ΠΙΣΤΗ. Γιατί τόσο το Άγιο Φως όσο και η Ανάσταση του Χριστού προϋποθέτουν την πίστη! Αν κανείς πιστεύει, αποδέχεται και ενστερνίζεται την Ανάσταση του Χριστού, τότε δέχεται και την θαυμαστή αφή του Αγίου Φωτός. Και η πίστη δεν είναι αποτέλεσμα ούτε της διανόησης μόνον ούτε των επιστημονικών επιτευγμάτων μόνον αλλά κυρίως της καρδιάς-της ψυχής. Τα υπόλοιπα κάποιες στιγμές μπορούν να έρθουν είτε ενισχυτικά είτε και πειρασμικά.
Η πίστη στην πιο ξεχωριστή διδασκαλία της ορθόδοξης παράδοσης, την Ανάσταση των νεκρών, είναι η ουσία της Εκκλησίας. Γιατί όπως διακήρυξε ο Απόστολος Παύλος, «αν δεν υπάρχει ανάσταση νεκρών, τότε ούτε ο Χριστός έχει αναστηθεί και τότε το κήρυγμά μας είναι χωρίς νόημα, το ίδιο και η πίστη». Και η Εκκλησία μαρτυρεί την Ανάσταση, γιατί η αυθεντική χριστιανική παράδοση είναι στηριγμένη στην συγγνώμη που ανέτειλε εκ του τάφου του Κυρίου. Δεν αρκείται στην ελεημοσύνη ως καθήκον, αλλά διδάσκει και εφαρμόζει για τους μοναχούς την ακτημοσύνη και για τους υπόλοιπους την φιλανθρωπία, που αγγίζει τον όλο άνθρωπο. Δεν ζητά μία τυπική προσευχή, αλλά αυτή του νου και της καρδιάς που πυρπολεί την ύπαρξη. Δεν οδηγεί στον μηδενισμό ή στην σωτηρία μόνο των εκλεκτών, αλλά παλεύει για τη σωτηρία όλων και βιώνει την εμπειρία της αγιότητας, της συνέχειας της ύπαρξης, που αποδεικνύεται διά των πολλών θαυμάτων. Χωρίς την πίστη στην Ανάσταση είναι αδύνατον οι άνθρωποι να είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους, όχι για να γίνουν ήρωες κάνοντας κακό σε άλλους, αλλά χάριν της ταπεινής αγάπης που δεν γνωρίζει διακρίσεις. Αναστάσιμη μαρτυρία είναι ό,τι συγκροτεί την Εκκλησία σε Σώμα Χριστού, δηλαδή το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Εκεί όπου δεν προκρίνονται οι πλούσιοι έναντι των φτωχών, οι άνδρες έναντι των γυναικών, οι μορφωμένοι έναντι των απλών, οι δίκαιοι έναντι των αμαρτωλών, αλλά όλοι γίνονται ένα με τον Αναστημένο Χριστό ομολογώντας ότι «είς Άγιος, είς Κύριος Ιησούς Χριστός» και προχωρώντας με φόβο Θεού, πίστη και αγάπη στην συνάντηση μαζί Του.
Αναστάσιμη μαρτυρία τελικά θα παραμείνει το γεγονός ότι όχι μόνο δεν εξέλιπαν οι επώνυμοι Άγιοι, αλλά και το ότι ο καθένας μας μέσα στην Εκκλησία αγιάζεται και ευλογείται. Νιώθει τη χαρά και το Φως της παρουσίας του Χριστού, ανοίγοντας την καρδιά του στην Ελπίδα! Ό,τι ένιωσαν οι υπεύθυνοι της συντηρήσεως του Κουβουκλίου του Παναγίου Τάφου και δήλωσαν: «Όταν ανοίξαμε τον Τάφο, ζήσαμε το θαύμα. Αυτός ο Τάφος είναι ζωντανός! Στέλνει το μήνυμα της Ανάστασης και της ελπίδας».
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!


Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2016

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ 107

Ήταν ΑΝΘΡΩΠΟΣ…

Με την πρώτη ματιά έβλεπε κανείς απλώς μια γριούλα... Έσερνε τα βήματά της στο χιόνι, μόνη, παρατημένη, με σκυμμένο κεφάλι.
Όσοι περνούσαν από το πεζοδρόμιο της πόλης αποτραβούσαν το βλέμμα τους, για να μη… θυμηθούν ότι τα βάσανα και οι πόνοι δε σταματούν όταν γιορτάζουμε Χριστούγεννα.
Ένα νέο ζευγάρι μιλούσε και γελούσε με τα χέρια γεμάτα από ψώνια και δώρα και δεν πρόσεξαν τη γριούλα.
Μια μητέρα με δυο παιδιά βιάζονταν να πάνε στο σπίτι της γιαγιάς. Δεν έδωσαν προσοχή.
Ένας παπάς είχε το νου του σε ουράνια θέματα και δεν την πρόσεξε.
Αν πρόσεχαν όλοι αυτοί, θα έβλεπαν ότι η γριά δε φορούσε παπούτσια. Περπατούσε ξυπόλητη στον πάγο και το χιόνι. Με τα δυο της χέρια η γριούλα μάζεψε το χωρίς κουμπιά παλτό της στο λαιμό. Φορούσε ένα χρωματιστό φουλάρι στο κεφάλι• σταμάτησε στη στάση σκυφτή και περίμενε το λεωφορείο.
Ένας κύριος που κρατούσε μια σοβαρή τσάντα περίμενε κι αυτός στη στάση, αλλά κρατούσε μια απόσταση. Μια κοπέλα περίμενε κι αυτή, κοίταξε πολλές φορές τα πόδια της γριούλας, δε μίλησε.
Ήρθε το λεωφορείο και η γριούλα ανέβηκε αργά και με δυσκολία. Κάθισε στο πλαϊνό κάθισμα, αμέσως πίσω από τον οδηγό.
Ο κύριος και η κοπέλα πήγαν βιαστικά προς τα πίσω καθίσματα.
Ο άντρας που καθόταν δίπλα στη γριούλα στριφογύριζε στο κάθισμα κι έπαιζε με τα δάχτυλά του. «Γεροντική άνοια», σκέφτηκε.
Ο οδηγός είδε τα γυμνά πόδια και σκέφτηκε: «Αυτή η γειτονιά βυθίζεται όλο και πιο πολύ στη φτώχεια. Καλύτερα να με βάλουν στην άλλη γραμμή, της λεωφόρου».
Ένα αγοράκι έδειξε τη γριά. «Κοίταξε, μαμά, αυτή η γριούλα είναι ξυπόλυτη». Η μαμά ταράχτηκε και του χτύπησε το χέρι.
«Μη δείχνεις τους ανθρώπους, Αντρέα! Δεν είναι ευγενικό να δείχνεις».
«Αυτή θα έχει μεγάλα παιδιά», είπε μια κυρία που φορούσε γούνα. «Τα παιδιά της πρέπει να ντρέπονται». Αισθάνθηκε ανώτερη, αφού αυτή φρόντισε τη μητέρα της.
Μια δασκάλα στη μέση του λεωφορείου στερέωσε τα δώρα που είχε στα πόδια της. «Δεν πληρώνουμε αρκετούς φόρους, για να αντιμετωπίζονται καταστάσεις σαν αυτές;» είπε σε μια φίλη της που ήταν δίπλα της. «Φταίνε οι δεξιοί», απάντησε η φίλη της.
«Παίρνουν από τους φτωχούς και δίνουν στους πλούσιους».
«Όχι, φταίνε οι άλλοι», μπήκε στη συζήτηση ένας ασπρομάλλης. «Με τα προγράμματα πρόνοιας κάνουν τους πολίτες τεμπέληδες και φτωχούς».
«Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν ν’ αποταμιεύουν», είπε ένας άλλος που έμοιαζε μορφωμένος. «Αν αυτή η γριά αποταμίευε όταν ήταν νέα, δε θα υπέφερε σήμερα». Και όλοι αυτοί ήταν ικανοποιημένοι για την οξύνοια τους που έβγαλε τέτοια βαθιά ανάλυση.
Αλλά’ ένας έμπορος αισθάνθηκε προσβολή από τις εξ αποστάσεως μουρμούρες των συμπολιτών του. Έβγαλε το πορτοφόλι του και τράβηξε ένα εικοσάρι. Περπάτησε στο διάδρομο και το έβαλε στο τρεμάμενο χέρι της γριούλας. «Πάρε, κυρία, ν’ αγοράσεις παπούτσια». Η γριούλα τον ευχαρίστησε κι εκείνος γύρισε στη θέση του ευχαριστημένος, που ήταν άνθρωπος της δράσης.
Μια καλοντυμένη κυρία τα πρόσεξε όλα αυτά και άρχισε να προσεύχεται από μέσα της. «Κύριε, δεν έχω χρήματα. Αλλά μπορώ ν’ απευθυνθώ σε σένα. Εσύ έχεις μια λύση για όλα. Όπως κάποτε έριξες το μάννα εξ ουρανού, και τώρα μπορείς να δώσεις ό,τι χρειάζεται η κυρούλα αυτή για τα Χριστούγεννα».
Στην επόμενη στάση ένα παλικάρι μπήκε στο λεωφορείο.
Φορούσε ένα χοντρό μπουφάν, είχε ένα καφέ φουλάρι και ένα μάλλινο καπέλο που κάλυπτε και τα αυτιά του. Ένα καλώδιο συνέδεε το αυτί του με μια συσκευή μουσικής. Ο νέος κουνούσε το σώμα του με τη μουσική που άκουγε. Πήγε και κάθισε απέναντι στη γριούλα. Όταν είδε τα ξυπόλυτα πόδια της, το κούνημα σταμάτησε. Πάγωσε. Τα μάτια του πήγαν από τα πόδια της γιαγιάς στα δικά του. Φορούσε ακριβά ολοκαίνουρια παπούτσια. Μάζευε λεφτά αρκετό καιρό για να τα αγοράσει και να κάνει εντύπωση στην παρέα. Το παλικάρι έσκυψε και άρχισε να λύνει τα παπούτσια του. Έβγαλε τα εντυπωσιακά παπούτσια και τις κάλτσες. Γονάτισε μπροστά στη γριούλα. «Γιαγιά, βλέπω ότι δεν έχεις παπούτσια. Εγώ έχω κι άλλα». Προσεκτικά κι απαλά σήκωσε τα παγωμένα πόδια και της φόρεσε πρώτα τις κάλτσες κι ύστερα τα παπούτσια του. Η γριούλα τον ευχαρίστησε συγκινημένη.
Τότε το λεωφορείο έκανε πάλι στάση. Ο νέος κατέβηκε και προχώρησε ξυπόλυτος στο χιόνι. Οι επιβάτες μαζεύτηκαν στα παράθυρα και τον έβλεπαν καθώς βάδιζε προς το σπίτι του. «Ποιος είναι;», ρώτησε ένας. «Πρέπει να είναι άγιος», είπε κάποιος. «Πρέπει να είναι άγγελος», είπε ένας άλλος. «Κοίτα! Έχει φωτοστέφανο στο κεφάλι!» φώναξε κάποιος. «Είναι ο Χριστός!» είπε η ευσεβής κυρία. Αλλά το αγοράκι, που είχε δείξει με το δάχτυλο τη γιαγιά, είπε: «Όχι, μαμά τον είδα πολύ καλά. Ήταν ΑΝΘΡΩΠΟΣ».
Λίγα λόγια για το θέμα του μήνα
Κάπου αλλού διάβασα:
«Ο Χριστός έγινε άνθρωπος για να μας δώσει την ευκαιρία να δούμε ότι πρώτα είναι ο Θεός, η πίστη, η αγάπη. Έγινε άνθρωπος για να μας βοηθήσει να παραιτηθούμε από το να θεωρούμε ότι τα πάντα έχουν να κάνουν με τα δικαιώματά μας, από το να κάνουμε τον εαυτό μας θεό, από το να συνεχίζουμε την πορεία μας χωρίς να αισθανόμαστε ότι Εκείνος είναι παρών. Έγινε άνθρωπος για να μας βοηθήσει να συναντηθούμε με κριτήριο την αγάπη για τον συνάνθρωπό μας, ακόμη κι αν αυτός μας πληγώνει. Για να μας βοηθήσει να γίνουμε απλοί όπως οι βοσκοί και ταπεινοί όπως οι Μάγοι και πρόθυμοι να μείνουμε μαζί Του όπως ο Ιωσήφ. Πρωτίστως όμως να μοιάσουμε την Παναγία μας, προσφέροντάς Του την υπακοή μας και τον εαυτό μας, με τα σωστά και τα λάθη του, ως αντίδωρο για να μας αγιάσει.»
(π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός, Ι. Μ. Κερκύρας)