Σάββατο 16 Μαρτίου 2019

Πρόγραμμα Εβδομάδος

Δευτέρα 18 – Κυριακή 24 Μαρτίου 2019

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2019:
5.30 μ.μ. Μέγα Απόδειπνο.
6.15 μ.μ. Κύκλος Συμμελέτης Αγίας Γραφής - Προβολές από την εξωτερική Ιεραποστολή.

Τρίτη 19 Μαρτίου 2019
6.00 μ.μ. Μέγα Απόδειπνο.

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2019
6.30 μ.μ. Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2019
6.00 μ.μ. Μέγα Απόδειπνο.

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2019
7.00 μ.μ. Μικρό Απόδειπνο και Β΄ Στάση Χαιρετισμών
9.15 μ.μ. Μικρό Απόδειπνο και Β΄ Στάση Χαιρετισμών (β΄ Ακολουθία)

Σάββατο 23 Μαρτίου 2019:
11.00 π.μ. - 12.30 μ.μ. Κατηχητικό για τα μικρότερα παιδιά.
4.00 – 5.00 μ.μ. Κατηχητικό για μαθητές Δ, Ε, και Στ Δημοτικού.
5.00 μ.μ. ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ
6.00 μ.μ. Κατηχητικό για μαθητές Γυμνασίου.

Κυριακή 24 Μαρτίου 2019 (Β΄ Νηστειών):
7.15 – 10.45 π.μ. Όρθρος και Θεία Λειτουργία.
5.00 μ.μ. ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ Ευαγγελισμού

Καλούμαστε της κρείττονος αναστάσεως

Σε ένα ερώτημα με δύσκολη ίσως απάντηση καλούμαστε να απαντήσουμε, σήμερα, Κυριακή της Ορθοδοξίας. Τι είναι για μας η Ορθοδοξία, το ότι είμαστε Χριστιανοί Ορθόδοξοι;
Πέρα από τα ιστορικά, πολιτισμικά , εθιμικά και άλλα στοιχεία που μας ενώνουν ως Έλληνες, σημαίνει κάτι άλλο βαθύτερο, ο χαρακτηρισμός Ορθόδοξος.
Σημαίνει την πίστη και την προσδοκία της Ανάστασης.
«Γυναίκες ξαναπήραν πίσω στην ζωή τους ανθρώπους τους και άλλοι βασανίστηκαν ως τον θάνατο, χωρίς να δεχτούν την απελευθέρωσή τους, γιατί πίστευαν ότι μπορούσαν να αναστηθούν σε μια καλύτερη ζωή». «ίνα κρείττονος αναστάσεως τύχωσι». Δεν καλούμαστε να επιλέξουμε απλώς πίστη, θρησκευτικότητα, παραδόσεις, έθιμα, ιστορία, ιδέες, αξίες. Καλούμαστε της κρείττονος αναστάσεως. Αυτή έγκειται στην διαρκή κοινωνία της ύπαρξής μας με τον Χριστό. Κοινωνία φωτός, αγάπης και αγιότητας. Κοινωνία που μας οδηγεί στην ομοίωση με τον Θεό. Και δεν είναι θεωρητική αυτή η κοινωνία. Δεν είναι μία εικασία ή μία ελπίδα. Είναι πράξη. Αποτυπώνεται στα πρόσωπα των Αγίων που μας δίνουν μηνύματα αυτής της αιωνιότητας με τα θαύματα που τελούνται από τον Κύριο δι’ αυτών. Με τον τρόπο ζωής τους, όχι με τα κατά κόσμον χαρίσματά τους ή την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκαν ή την αποδοχή τους από τους ανθρώπους και την δόξα που μπορεί να είναι εφήμερη ή να κρατήσει για κάποιο χρονικό διάστημα.
Την πίστη σε αυτήν την κρείττονα ανάσταση εορτάζουμε σήμερα. Δεν είναι μόνο η προσκύνηση των εικόνων που εορτάζουμε, αλλά το βάθος της θεολογίας που κρύβουν οι εικόνες. Οι εικονομάχοι ονόμαζαν ειδωλολατρία την απεικόνιση του Χριστού γιατί ταύτιζαν το Χριστό με τους ψεύτικους θεούς. Απέρριπταν έτσι την ενανθρώπιση του Θεού και όλο το έργο της σωτηρίας. Απέρριπταν και τη δυνατότητα να φτάσει ο άνθρωπος στη θέωση.
Είναι προνόμιο να είμαστε ορθόδοξοι σήμερα! Κι ας μας περιμένει μοναχικότητα. Η κρείττων ανάσταση αξίζει τελικά, γιατί είναι η συνάντηση με τον Χριστό. Τον Νικητή του πρόσκαιρου και του θανάτου! Και η κρείττων ανάσταση βιώνεται στην Ορθοδοξία, των αγίων και των συνόδων, των δογμάτων και της έμπρακτης ασκητικότητας, της αρετής και της αφέσεως!

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2019

ΧΑΙΡΕ ΚΛΙΜΑΞ ΕΠΟΥΡΑΝΙΕ ...

ΧΑΙΡΕ ΚΛΙΜΑΞ ΕΠΟΥΡΑΝΙΕ, ΔΙ’ ΗΣ ΚΑΤΕΒΗ Ο ΘΕΟΣ, ΧΑΙΡΕ ΓΕΦΥΡΑ ΜΕΤΑΓΟΥΣΑ ΤΟΥΣ ΕΚ ΓΗΣ ΠΡΟΣ ΟΥΡΑΝΟΝ
Μία από τις πιο όμορφες εικόνες με τις οποίες παρομοιάζεται η πορεία του ανθρώπου προς τον Θεό είναι και αυτή της κλίμακας, της σκάλας. Ανεβαίνουμε από την γη προς τον ουρανό μέσα από μία σκάλα, μιμούμενοι τους Αγγέλους που είδε ο προπάτορας του Χριστού ο Ιακώβ, όταν είχε αφήσει το πατρικό του σπίτι και πορευόταν προς την Μεσοποταμία (Γεν. 28, 10-22). Είχε κοιμηθεί με προσκέφαλο μια πέτρα και είδε αυτό το εντυπωσιακό όραμα. Την κλίμακα ανεβοκατέβαιναν άγγελοι, ενώ στην κορυφή της στηριζόταν ο Θεός. Τον ευλόγησε και του υποσχέθηκε, ότι τη γη όπου κοιμόταν θα τη δώσει σ’ αυτόν και τους απογόνους του, που θα πληθυνθούν σαν την άμμο της θάλασσας. Ότι δεν θα άφηνε να πάθει κανένα κακό. Ανανέωνε έτσι την διαθήκη που είχε δώσει στον Αβραάμ, τον παππού του Ιακώβ, ότι θα είναι Θεός του λαού.
Η εικόνα αυτή είναι προτρεπτική για μας τους ανθρώπους. Η κλίμακα δείχνει ότι, όπως σε κάθε έργο μας, έτσι και στην πνευματική μας πορεία, τα πάντα θέλουν βήματα ανόδου. Χρειάζεται απόφαση να ανεβούμε τα σκαλοπάτια της. Αυτά είναι οι αρετές. Είναι η επιλογή όχι απλώς της βελτίωσης του εαυτού μας, αλλά της πάλης για ποιότητα εσωτερική η οποία θα δίνει στον Θεό τα πάντα. Την διάθεση της καρδιάς. Την σκέψη. Τις επιθυμίες. Την ελευθερία. Το νόημα σε ό,τι κάνουμε. Στο πώς βλέπουμε τους ανθρώπους. Στο πώς σχετιζόμαστε μαζί τους. Αρετή είναι η αγάπη, είναι η χαρά, είναι η συγχώρεση, είναι η καλοσύνη, είναι η πίστη, είναι η ασκητικότητα, είναι η ταπεινοφροσύνη ,είναι η άρνηση της ευκολίας και η επιλογή του δύσκολου δρόμου. Είναι η απόφαση ότι έχουμε ψυχή, όχι ως εγκεφαλική λειτουργία μόνο, αλλά ως αθάνατο πνεύμα, το οποίο ζητά κοινωνία με τον Θεό, γνώση αυθεντική για να βρει νόημα και πληρότητα. Και άνοδος στην κλίμακα σημαίνει πάτημα στην αρετή και ταυτόχρονα εκζήτηση του ελέους του Θεού, της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, ώστε να ανεβούμε σκαλοπάτι. Να έρθουμε πιο κοντά στον Θεό μέσα στις δοκιμασίες της ζωής. Μέσα από ό,τι καλούμαστε να αφήσουμε πίσω. Ανθρώπους, δόξα, θέση, αποδοχή, αγαθά, κυρίως το αίσθημα της αποδοχής για το οποίο κάνουμε τους πιο πολλούς συμβιβασμούς, προκειμένου να είμαστε ευάρεστοι.
Δεν μπορούμε μόνοι μας να ανεβούμε την κλίμακα αυτή. Είναι πολλά τα όσα μας κρατούνε στην γη. Έχουμε όμως το πρώτο και μεγάλο παράδειγμα που είναι η Υπεραγία Θεοτόκος. Μέσα από αυτήν ο Θεός κατέβηκε σε μας. Έγινε άνθρωπος. Και την ίδια στιγμή την κατέστησε γέφυρα, όχι στενή, αλλά πλατιά, επειδή είναι η Μητέρα του Θεού και η μητέρα όλων όσων θέλουμε να γίνουμε παιδιά του Θεού, για vα ανεβούμε από την γη στον ουρανό. Με τις προσευχές και το παράδειγμά της τα σκαλοπάτια δεν είναι στενά. Η άνοδος δεν φέρει τον κίνδυνο της πτώσης, όπως αν προσπαθούμε να φτάσουμε μόνοι μας, με τις φτωχές δυνάμεις μας και με τον πόλεμο του πειρασμού, ο οποίος ζητά να μας ρίξει και να μας τσακίσει, σε όποιο σκαλοπάτι κι αν βρισκόμαστε, και που δεν σταματά μέχρι το τέλος της ζωής μας να μας ενσπείρει τον φόβο του ύψους, για να πανικοβληθούμε και να πέσουμε. Μας παγιδεύει στην ψευδαίσθηση ότι όσο πιο ψηλά μόνοι μας τόσο πιο κοντά φτάνουμε στον Θεό ή στην ελευθερία μας, αλλά αν είμαστε μόνοι μας, θα μας ρίξει. Η Υπεραγία Θεοτόκος μετατρέπει την κλίμακα σε γέφυρα. Είναι η ίδια η γέφυρα που μας μεταφέρει με ασφάλεια στον προορισμό μας, καθώς έχει τον δρόμο της αυθεντικής αρετής προς τον Θεό, που κάνει την όχθη της γης να μην μας πνίγει, αλλά να μας οδηγεί προς την όχθη του ουρανού.
Ο πολιτισμός μας μάς κάνει να κολλάμε στην γη. Να μην κοιτάμε ψηλά. Να μένουμε στα δικά μας, στα πρόσκαιρα. Προσπαθεί να μας πείσει ότι μπορούμε να είμαστε πλήρεις και χωρίς ουρανό. Επιμένει να μας μιλά για έναν Θεό που είναι στην καλύτερη περίπτωση ψηλά ή που δεν υπάρχει και όχι για Εκείνον που έγινε άνθρωπος, κατέβηκε την κλίμακα, διά της Υπεραγίας Θεοτόκου, για να μας οδηγήσει στην χαρά της Βασιλείας. Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή, και μέσα από τις ακολουθίες των Χαιρετισμών, μας ζητά να ξαναδούμε τις προτεραιότητές μας. Να κοιτάξουμε ψηλά. Να αποφασίσουμε να ανεβούμε. Και με την βοήθεια της Παναγίας να μην φοβηθούμε να αφήσουμε πίσω μας ό,τι μας χωρίζει από τον Θεό, αλλά και να μην υπερηφανευτούμε για όσα σκαλοπάτια ανεβούμε, αλλά να μένουμε στην εγρήγορση και την σταθερότητα που μας δίνει η πίστη!


Σάββατο 9 Μαρτίου 2019

«νυν εγγύτερον ημών η σωτηρία ή ότε επιστεύσαμεν»

Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από μία διάχυτη απαισιοδοξία. Αν ρωτήσει κανείς τους ανθρώπους γύρω του πως βλέπει την εξέλιξη των πραγμάτων θα ακούσει να κυριαρχεί το : «απ΄το κακό στο χειρότερο». Είτε η κρίση, είτε η ανεργία, είτε η υγεία, είτα τα εθνικά ζητήματα, είτε η αγωνία για τα παιδιά μας, είτε ο θάνατος που χωρίς να το καταλαβαίνουμε πλησιάζει, φανερά ή αδιόρατα, καθώς προχωρούμε εν χρόνω, μας κάνουν να δυσκολευόμαστε να χαμογελάσουμε, να ηρεμήσουμε, να κοιμηθούμε. Η μελαγχολία επιτείνεται από το γεγονός ότι δυσκολευόμαστε να αγαπήσουμε, με την έννοια του να βγούμε από τον εαυτό μας. Να αφεθούμε στις σχέσεις μας τόσο με τον Θεό όσο και τον πλησίον μας, μια και το πρότυπο ζωής το οποίο έχουμε υιοθετήσει είναι εγωκεντρικό. Οι άλλοι πρέπει να έρθουν σε μας. Οι άλλοι πρέπει να μας αγαπήσουν για την μοναδικότητά μας. Και όσο δεν το βλέπουμε αυτό, τόσο αρνούμαστε να τους αγαπήσουμε. Αρνούμαστε να γίνουμε «τα κορόιδα» που προσφέρουν και προσφέρονται, που κουράζονται για να μην λαμβάνουν τίποτα.
Σ’ αυτή την περίοδο της απαισιοδοξίας έρχεται η Εκκλησία μας να αντιτάξει την ευλογία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Να ζητήσει από εμάς να αναφωνήσουμε μαζί με τον απόστολο Παύλο: «νυν εγγύτερον ημών η σωτηρία ή ότε επιστεύσαμεν» (Ρωμ. 13,11). «Τώρα η τελική σωτηρία βρίσκεται πιο κοντά μας παρά τότε που πιστέψαμε». Η Εκκλησία έρχεται να μοιραστεί μαζί μας την αισιοδοξία που αυτή η περίοδος φέρνει, παρότι για πολλούς, επειδή προηγείται ο βαρύς κόπος της νηστείας, της προσευχής, της εγκράτειας, του αγώνα εναντίον της κατάκρισης, υπάρχει ένα αίσθημα πένθους και σχετικής μελαγχολίας. Δεν είναι όμως έτσι. Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή δεν είναι μόνο στροφή στον εαυτό μας, προτροπή για σχετική ησυχία μέσα από τις ωραίες ακολουθίες, στις οποίες δεν δεσπόζουν τόσο οι μελωδίες των ύμνων, αλλά ο λόγος διά των αναγνωσμάτων. Είναι και μία γλυκιά χαρά, η οποία πηγάζει και από τον αποστολικό λόγο.
Σωζόμαστε από την απαισιοδοξία των καιρών μας διότι αισθανόμαστε στην εκκλησιαστική ζωή ότι ο Θεός είναι Αυτός που μας σώζει! Αυτόν αναζητούμε στην Σαρακοστή. Αυτόν που έγινε άνθρωπος για μας και είδε τα βάσανα και τους κόπους μας, την ήττα μας από την αμαρτία, τον διάβολο, την φθορά, τον θάνατο και συνέπαθε με μας. Άφησε και Αυτός τον εαυτό Του να ηττηθεί από τον πόνο και τον θάνατο, αλλά μας έδειξε ότι πιστεύοντας δεν νικιόμαστε από την αμαρτία. Γιατί αυτή είναι που μας καταβάλλει. Το να μην πράττουμε το θέλημα του Θεού, το να μην αγαπούμε τους ανθρώπους, το να μην χαιρόμαστε που ο Θεός είναι κοντά μας, όσο βάρος κι αν προσθέτουν οι περιστάσεις της ζωής. Το να μην γευόμαστε την χάρη της μετάνοιας, που αλλάζει την ζωή μας. Το να μην είμαστε ενταγμένοι στην ζωή της Εκκλησίας, αλλά να βλέπουμε την πίστη ως μία ιδεολογική πεποίθηση, η οποία υπάρχει για το άτομό μας, όχι όμως για να μας κάνει να συναντούμε τους άλλους, για να τους αγαπήσουμε και να τους συγχωρήσουμε.
Σωζόμαστε από την απαισιοδοξία των καιρών μας όταν φεύγουμε από το χτες, από το «τότε που πιστέψαμε», αλλά και από κάθε χτες. Από όσα χάσαμε και θα θέλαμε να ξανα-έχουμε. Από τα όνειρα που δεν εκπληρώθηκαν. Από τις σχέσεις που δεν προχώρησαν. Από τα λάθη που δεν αποφύγαμε. Από τα «και αν» που μας καθηλώνουν στο παρελθόν και από τα «γιατί;» που δεν μας αφήνουν να δούμε ότι η ζωή είναι πορεία. Ότι δεν είναι ο θάνατος στον οποίο πλησιάζουμε, αλλά ο Χριστός που μας περιμένει για να μας δώσει την ανάσταση και την ζωή. Ότι οι άλλοι δεν είναι αυτοί που μας υπονομεύουν, οι εχθροί μας, ακόμη κι αν φέρονται έτσι, αλλά αυτοί που καλούμαστε να κερδίσουμε με την αγάπη, με την καλοσύνη, με την ευγένεια, την υπομονή. Με τον τρόπο δηλαδή της αρετής και όχι την εκδίκηση και το αίσθημα της δικαιοσύνης. Ή, εκεί όπου δεν υπάρχει άλλος δρόμος, μέσα από τις δυνατότητες που η κοινωνία μας μάς δίνει, χωρίς όμως κακία και εμπάθεια. Οι εμπειρίες του χτες είναι πολύτιμη πρώτη ύλη, όχι για να μας καθηλώσουν, αλλά για να μας απελευθερώσουν. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσα από την πίστη και την ζωή της Εκκλησίας.
Σωζόμαστε από την απαισιοδοξία των καιρών μας όταν αισθανόμαστε ότι όλα είναι «εγγύτερον» στον άνθρωπο ο οποίος τα έχει βρει με τον εαυτό του, έχει βρει το νόημά του, ξέρει γιατί και προς Ποιον πορεύεται. Αν πιστέψουμε ότι ο Κύριος είναι εγγύς, αν εμείς παίρνουμε την απόφαση να Τον πλησιάσουμε μέσα από την ασκητική ζωή της πίστης μας, μέσα από το ιλαρό πρόσωπο που ξέρει να αγαπά και να χαίρεται την παρουσία των ανθρώπων, που δεν ασκημίζει την ύπαρξη του με κακίες και αμαρτίες, που δεν το τρώνε οι λογισμοί, τότε η σωτηρία έχει έρθει. Οι περιστάσεις της ζωής δεν μας γεμίζουν με αγωνία. Η κρίση των καιρών δεν μας αφήνει άπιστους στην πρόνοια και την βοήθεια του Θεού. Η πίστη μας οδηγεί να σκεφτούμε και να ζήσουμε ότι μπορούμε να διαχειριστούμε οποιαδήποτε δυσκολία, προσαρμόζοντας τον εαυτό μας στις εναλλαγές, αποδεχόμενοι ταπεινά ό,τι δεν μπορούμε να αλλάξουμε, αλλά και κάνοντας καινούργιες αρχές εκεί όπου μπορούμε. Και τότε εγγύτερον η Αλήθεια, εγγύτερον η Ελπίδα, εγγύτερον η Συνάντηση με Εκείνον που μας αγαπά.
Ο χριστιανός παλεύει διά της πίστεως και διά της ζωής της Εκκλησίας να μην καταβληθεί από την όποια απαισιοδοξία του κόσμου. Βοηθός είναι ο Θεός, αλλά και οι αδελφοί μας στην σύναξη της εκκλησιαστικής μας κοινότητας. Ας παλέψουμε πνευματικά και ας ανοιχτούμε καρδιακά τώρα που αρχίζει η Μεγάλη Τεσσαρακοστή και η ημέρα της ανάστασης έρχεται! Μαζί με τον Χριστό, ο Οποίος μας αγαπά και μας δίνεται κάθε στιγμή, για να μην μετράμε την ζωή μας με την κοσμική επιτυχία ή αποτυχία, αλλά με την χαρά που γεννά η δική Του αγάπη.

Πρόγραμμα Εβδομάδος

Δευτέρα 11 – Κυριακή 17 Μαρτίου 2019

Καθαρά Δευτέρα 11 Μαρτίου 2019:
6.00 μ.μ. Μέγα Απόδειπνο.

Τρίτη 12 Μαρτίου 2019
6.00 μ.μ. Μέγα Απόδειπνο.

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2019
6.30 μ.μ. Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2019
6.00 μ.μ. Μέγα Απόδειπνο.

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2019
7.00 μ.μ. Μικρό Απόδειπνο και Α΄ Στάση Χαιρετισμών
9.15 μ.μ. Μικρό Απόδειπνο και Α΄ Στάση Χαιρετισμών (β΄ Ακολουθία)

Σάββατο 16 Μαρτίου 2019 (Δια κολλύβων θαύμα Αγ. Θεοδώρου):
7.30 – 9.30 π.μ. Όρθρος και Θεία Λειτουργία.
11.00 π.μ. - 12.30 μ.μ. Κατηχητικό για τα μικρότερα παιδιά.
4.00 – 5.00 μ.μ. Κατηχητικό για μαθητές Δ, Ε, και Στ Δημοτικού.
5.00 μ.μ. ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ
6.00 μ.μ. Κατηχητικό για μαθητές Γυμνασίου.

Κυριακή 17 Μαρτίου 2019 (Ορθοδοξίας):
7.15 – 10.45 π.μ. Όρθρος και Θεία Λειτουργία – Λιτανεία Ιερών Εικόνων.

Σάββατο 2 Μαρτίου 2019

Εν συναίσθηση

Ποια είναι τα όρια μας έναντι των άλλων; Πού σταματά όχι η ελευθερία μας, αλλά ο δυναμισμός μας, η εισβολή μας στην ζωή τους, η καθοδήγησή τους από εμάς; Πόσο δικαιούμαστε να επιβάλλουμε την γνώμη μας σ’ αυτούς, επειδή είμαστε οι σωστοί, επειδή γνωρίζουμε περισσότερα, επειδή έχουμε φώτιση μεγαλύτερη από εκείνους; Πρέπει να κάνουμε πίσω κάπου ή καλό είναι να βγούμε μπροστά, να ανοίξουμε δρόμους, να αδιαφορήσουμε αν κάποιοι σκανδαλίζονται με τους λόγους και τα έργα μας, ακόμη κι αν όσα λέμε και όσα πράττουμε είναι σύμφωνα με το Ευαγγέλιο;
Το εκκοσμικευμένο πνεύμα μας λέει ότι μπορούμε να πατούμε στα δικαιώματά μας. Η δική μας γνώμη, η δική μας γνώση, ο δικός μα τρόπος είναι η βάση και είμαστε ελεύθεροι, χωρίς να βάζουμε όρια, να πράξουμε ό,τι κρίνουμε καλό για μας. Η πνευματική μας παράδοση όμως βλέπει τα πράγματα διαφορετικά. Κλειδί δεν είναι το ποιοι είμαστε εμείς, ποια γνώμη και ποια γνώση έχουμε, αλλά ο άλλος, ο πλησίον μας, ο δυνατός και ο ασθενής. Γι’ αυτό και ο απόστολος Παύλος, όταν έχει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των ειδωλοθύτων στην Κόρινθο, εκεί όπου υπάρχει διαμάχη ανάμεσα σ’ αυτούς που τρώνε και σ’ αυτούς που δεν τρώνε, σ’ αυτούς που κάθονται στα τραπέζια των ειδωλολατρών και σ’ αυτούς που απέχουν, παρότι γνωρίζει ότι το κρέας από τις ειδωλικές θυσίες δεν μολύνει τον άνθρωπο, εντούτοις ζητά από τους χριστιανούς να μην σκανδαλίζουν τους αδελφούς τους με την αδύναμη συνείδηση. «Ούτω δε αμαρτάνοντες εις τους αδελφούς και τύπτοντες αυτών την συνείδησιν ασθενούσαν εις Χριστόν αμαρτάνετε» (Α’ Κορ. 8, 12). «Αμαρτάνοντας όμως μ’ αυτόν τον τρόπο απέναντι στους αδελφούς και πληγώνοντας την συνείδησή τους που είναι αδύνατη, αμαρτάνετε απέναντι στον ίδιο τον Χριστό».
Αλλιώτικο είναι το όριο της πίστης. Κριτήριο της παρουσίασης της γνώμης μας, της γνώσης μας, του σύμφωνου με την αλήθεια όταν σκανδαλίζει τους αδύναμους αδελφούς μας είναι ο πλησίον μας. Δεν μιλούμε για ζητήματα πίστης. Μιλούμε για συνήθειες που έχουν να κάνουν με την καθημερινότητα της ζωής. Τα ειδωλόθυτα ήταν συνηθισμένη τροφή σε μια κοινωνία στην οποία το ειδωλολατρικό στοιχείο ήταν πλειοψηφούν. Οι χριστιανοί έπρεπε να συνυπάρξουν με τους ειδωλολάτρες. Η συνύπαρξη εμπεριείχε την κοινωνική επαφή. Όμως υπήρχαν χριστιανοί οι οποίοι σκανδαλίζονταν μ’ αυτήν την ελευθεριότητα, καθώς θεωρούσαν ότι η κατανάλωση των ειδωλόθυτων μόλυνε πνευματικά τον πιστό. Ο Παύλος δεν συμφωνεί μαζί τους. Από την άλλη όμως συστήνει στους δυνατούς στην πίστη να είναι διακριτικοί. Να αναστέλλουν το δικαίωμά τους να καταναλώνουν ειδωλόθυτα, χάριν της αγάπης προς τον πλησίον. Άλλωστε η τροφή δεν σώζει, ούτε καθορίζει την θέση μας έναντι του Θεού.
Η προτροπή του αποστόλου είναι προτρεπτική για τους χριστιανούς κάθε εποχής. Μας χρειάζεται η διάκριση, η απόφασή μας να μπαίνουμε στην θέση του άλλου με αγάπη, όχι μόνο για να συμπάσχουμε, αλλά και για να βλέπουμε τι μπορεί να αντέξει και τι όχι. Η διάκριση θέλει φώτιση από τον Θεό, όπως επίσης και πολλή αγάπη. Διακρίνουμε τις δυνατότητές του άλλου, πόση αλήθεια μπορεί να αντέξει, πόσο μπορεί να καταλάβει τι είναι σημαντικό και τι όχι. Όταν διαπιστώνουμε την αδυναμία του, η οποία μπορεί να γίνει πρόσκομμα στην σωτηρία του, καθώς ο λογισμός θα τον ταλαιπωρεί συνεχώς, αν δεν είναι ζήτημα πίστης, αλλά ζήτημα συνύπαρξης, συνήθειας, καθημερινότητας, κάνουμε πίσω από ό,τι δικαιούμαστε, γα να μπορεί ο αδελφός μας να μην γίνεται εχθρός μας. Η ανασφάλεια γεννά φόβο. Ο φόβος εχθρότητα. Και η εχθρότητα διάσπαση. Ο διακριτικός χριστιανός δεν ασκεί το δικαίωμά του, αλλά ξέρει να περιμένει. Παλεύει να πείσει, αλλά και δεν βιάζεται να προκαλέσει, όταν βλέπει την αδυναμία του αδελφού του. Και ο Θεός ευλογεί την διάκριση, η οποία είναι αληθινή αγάπη.
Αν έχουμε διάκριση στις ανθρώπινες σχέσεις δεν θα εξουθενώνουμε τον άλλο. Δεν θα κάνουμε τον έξυπνο. Δεν θα πατάμε στην αδυναμία του για να δείξουμε ανωτερότητα, ότι εμείς ξέρουμε καλύτερα την πίστη και δεν φοβόμαστε. Θα περιμένουμε με υπομονή να πειστεί, χωρίς να τον προκαλούμε. Θα μας νοιάζει η διάθεση της καρδιάς του. Θα ζούμε αυτήν την ενσυναίσθηση που γίνεται βάση ώστε η συνύπαρξη να γίνεται με χαρά. Και στις σχέσεις μας με τον κόσμο θα θέσουμε τα όρια που οι αδελφοί μας μπορούν να αντέξουν, όταν δεν πρόκειται για ζητήματα πίστης στα οποία δεν χωρούνε συμβιβασμοί.
Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος λέει ότι διάκριση είναι το «να μπορείς ανά πάσα στιγμή, σε κάθε τόπο και σε κάθε πράγμα να ξεχωρίζεις ποιο είναι το θέλημα του Θεού. Αυτό το επιτυγχάνουν όσοι έχουν καθαρή καρδιά, καθαρό σώμα και καθαρό στόμα».



Ο Κύκλος του 99

Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ 99
Ζούσε κάποτε, πριν πολλά χρόνια, ένας βασιλιάς πολύ θλιμμένος που είχε έναν υπηρέτη χαρούμενο και αισιόδοξο.
Κάθε πρωί ξυπνούσε τον βασιλιά πηγαίνοντας του το πρόγευμα, τραγουδούσε χαρούμενα στιχάκια, του έκανε αστείους μορφασμούς. Στο κεφάτο πρόσωπό του υπήρχε πάντα ένα μεγάλο φωτεινό χαμόγελο, αλλά και όλη του η ζωή ήταν ήρεμη και ευτυχισμένη.
Κάποια μέρα ο βασιλιάς δεν άντεξε και τον ρώτησε:
-Ποιο είναι το μυστικό σου;
-Ποιο μυστικό, Μεγαλειότατε;
-Μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Ποιο είναι το μυστικό της χαράς σου; Λέγε γρήγορα.
-Μα… δεν υπάρχει μυστικό, Μεγαλειότατε.
-Πώς τολμάς να λες ψέματα σ΄ εμένα; Έχω κόψει κεφάλια για πολύ μικρότερες προσβολές.
-Πιστέψτε με Μεγαλειότατε, σας παρακαλώ, δεν σας κρύβω τίποτα. Δεν υπάρχει κανένα μυστικό.
-Και πώς τα καταφέρνεις βρε ανόητε και είσαι όλη την μέρα τόσο κεφάτος; Σε έχω παρακολουθήσει, σε βλέπω. Όλο χαχαχού και αστεία είσαι.
-Μα, Μεγαλειότατε, η ζωή ήταν τόσο γενναιόδωρη μαζί μου. Η Λαμπροσύνη σας με τιμά και με έχει στην υπηρεσία της. Με την γυναίκα μου και τα παιδιά μου μένουμε σ΄ένα ωραίο σπίτι που μας παραχώρησε το παλάτι. Μας προσφέρετε ρούχα και τροφή για όλους μας, δωρεάν εκπαίδευση στα παιδιά μου, επί πλέον δε, η Μεγαλειότητα σας μου πληρώνει και ένα μικρό μηνιαίο επίδομα, που ικανοποιεί τις μικροεπιθυμίες μας. Πώς να μην είμαι ευτυχισμένος;
-Άκου, ηλίθιες δικαιολογίες έχω χορτάσει από τους συμβούλους μου. Αν δεν μου πεις το μυστικό της χαράς σου, η υπομονή μου θα εξαντληθεί και μαζί της και το κεφάλι στους ώμους σου. Είναι αδύνατον να είναι κάποιος ευτυχισμένος με αυτά που μου παρέθεσες.
-Μα, Βασιλιά μου, σας παρακαλώ πιστέψτε με. Δεν σας κρύβω κάτι. Πώς θα μπορούσα άλλωστε. Δεν υπάρχει μυστικό.
-Χάσου από μπροστά μου ηλίθιε, πριν φωνάξω το δήμιο. Γελοίε. Καραγκιόζη.
Ο υπηρέτης χαμογέλασε, έκανε μια βαθειά υπόκλιση, και βγήκε από το δωμάτιο. Τον βασιλιά όμως δεν τον χωρούσε ο τόπος. Του φαινόταν τόσο παράλογο ο βαλές του να είναι τόσο ευτυχισμένος, ζώντας σε δανεικό σπίτι, τρώγοντας από τα περισσεύματα των αυλικών, φορώντας ρούχα από δεύτερο χέρι. Αφού κατάφερε κάπως να ηρεμήσει, φώναξε τον πιο σοφό σύμβουλό του και του διηγήθηκε την συζήτηση και την απορία του.
-Πες μου γέροντα, γιατί ο άνθρωπος αυτός είναι ευτυχισμένος;
-Α, Μεγαλειότατε, επειδή προφανώς βρίσκεται έξω από τον κύκλο.
-Έξω από πού;
-Μα από τον κύκλο.
-Γι αυτό είναι ευτυχισμένος;
-Όχι μεγαλειότατε, γι αυτό δεν είναι δυστυχισμένος.
-Δεν καταλαβαίνω γέροντα. Δηλαδή όποιος είναι στον κύκλο είναι δυστυχής; Εγώ είμαι δυστυχής διότι είμαι μέσα στον κύκλο;
-Ακριβώς, βασιλιά μου.
-Και πώς βγήκε;
-Δεν μπήκε ποτέ.
-Βάλθηκες να με τρελάνεις κι εσύ γέροντα. Τι στην οργή κύκλος είναι αυτός και γιατί μας προκαλεί θλίψη;
-Είναι ο κύκλος του ενενήντα εννέα.
-Και πώς λειτουργεί αυτός ο κύκλος;
-Μεγαλειότατε, είναι δύσκολο να σας τον εξηγήσω με λόγια, μπορώ όμως να σας τον δείξω στην πράξη.
-Δηλαδή ,τι θα κάνεις;
-Αν μου επιτρέψετε, θα βάλω τον υπηρέτη σας στον κύκλο.
-Πώς, δηλαδή, θα τον σπρώξεις; είπε ο βασιλιάς κοροϊδευτικά.
-Δεν θα χρειαστεί βασιλιά μου. Αν βρει την ευκαιρία, θα μπει μόνος του.
-Και καλά, όταν μπεί δεν θα δει ότι αυτό τον έκανε δυστυχισμένο, ώστε να βγεί κατ΄ευθείαν;
-Θα το αντιληφθεί, αλλά δεν θα θέλει να φύγει.
-Δηλαδή, μου λες ότι θα καταλάβει πως αν μπει στον κύκλο θα δυστυχήσει, αλλά παρόλα αυτά θα μπει οικειοθελώς και δεν πρόκειται να ξαναβγεί;
-Ακριβώς, Μεγαλειότατε. Κανένας δεν θέλει να βγει από τον κύκλο του ενενήντα εννέα, όσο και αν τον κάνει δυστυχισμένο. Θα μάθεις λοιπόν πώς λειτουργεί ο κύκλος, αλλά εσύ θα χάσεις έναν εξαίρετο υπηρέτη και το παλάτι έναν χαρούμενο άνθρωπο.
-Δεν με νοιάζει. Τι πρέπει να κάνουμε; Πότε ξεκινάμε;
-Σήμερα το βράδυ, βασιλιά μου. Θα περάσω να σε πάρω . Θα έχεις ετοιμάσει ένα σακί με ενενήντα-εννέα φλουριά. Ούτε ένα περισσότερο, ούτε ένα λιγότερο.
Πράγματι, την νύχτα ο σοφός πέρασε να πάρει τον βασιλιά. Πήγαν μαζί στο σπιτάκι του υπηρέτη, στην άκρη της αυλής του παλατιού, κρύφτηκαν και περίμεναν να ξημερώσει. Μόλις αχνοφέγγισε και άναψε στο δωμάτιο ένα κερί, ο σοφός έβαλε στο σακούλι ένα μήνυμα που έλεγε:
Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΣΑΙ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ. ΑΠΟΛΑΥΣΕ ΤΟΝ. ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΠΩΣ ΤΟΝ ΒΡΗΚΕΣ.
Έδεσε το σακί στην πόρτα του υπηρέτη, χτύπησε δυο φορές και έτρεξε να ξανακρυφτεί. Όταν ο υπηρέτης βγήκε ξαφνιασμένος, ο βασιλιάς παρακολουθούσε πίσω από έναν θάμνο. Τον είδε να διαβάζει το μήνυμα και να ανοίγει το πουγγί. Είδε την έκπληξη στο πρόσωπό του, τον αρχικό φόβο, την καχύποπτη, ερευνητική ματιά μήπως ήταν κανένας τριγύρω. Τον είδε να σφίγγει το πουγκί στην αγκαλιά του, να ανοίγει το πουκάμισο και να το βάζει στο στήθος του, να χώνεται γρήγορα σπίτι του. Μόλις άκουσαν την κλειδαριά να διπλοαμπαρώνει, ο βασιλιάς με τον σοφό πλησίασαν στο παράθυρο για να κατασκοπεύσουν.
Ο υπηρέτης είχε ρίξει στο πάτωμα τα πιατικά που ήσαν στο τραπέζι, αφήνοντας μόνο το κερί. Καθισμένος σε μια καρέκλα άδειαζε το περιεχόμενο. Τα μάτια ήταν γουρλωμένα, κόντευαν να βγουν έξω από τις κόγχες. Ήταν φανερό δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Ένα βουνό από χρυσά φλουριά. Ένας θησαυρός. Όλος δικός του. Αυτός που δεν είχε ποτέ ως τώρα στην ζωή ακουμπήσει έστω ένα χρυσό φλουρί, τώρα είχε ένα μικρό βουνό από αυτά. Δικά του. Άρχισε να τα χαζεύει και να τα κάνει στίβες. Τα κοίταζε πώς άστραφταν στο φως του κεριού και χαζογελούσε. Τα συγκέντρωνε, τα σκόρπιζε για να ακούει το κουδούνισμά τους. Και όλο χαμογελούσε.
Παίζοντας άρχισε να τοποθετεί σε στίβες των δέκα. Μια δεκάδα, δύο δεκάδες, τρείς, τέσσερις, πέντε, έξι. Ταυτόχρονα έκανε και το άθροισμα. Πενήντα, εξήντα, εβδομήντα, ογδόντα, ενενήντα, εκατ… πού είναι το τελευταίο? Ξαναμετρά μία μία τις στίβες να βρει το λάθος, τίποτα. Τα στήνει σε κολώνες, την μία δίπλα στην άλλη, μήπως κάποια προεξέχει. Τίποτα. Η τελευταία κολώνα ελλειμματική. Μόνο εννέα φλουριά. Κοιτάζει ερευνητικά το τραπέζι, σηκώνει το κερί, γυρίζει το μέσα έξω στο σακούλι. Τίποτα. Γονατίζει και αρχίζει να ψάχνει στο πάτωμα. Δεν μπορεί τα φλουριά ΕΠΡΕΠΕ να είναι εκατό.
-Δεν είναι δυνατόν, μονολογούσε όσο έψαχνε. Κάπου πρέπει να μου έπεσε. Κάπου πρέπει να είναι. Με λήστεψαν! Με κλέψανε!
Γονατισμένος κοιτούσε πάνω στο τραπέζι, έβλεπε τις κολώνες με τα φλουριά και αισθανόταν πως κάτι του είχε διαφύγει. Δεν μπορεί, κάπου έκανε λάθος. Αδύνατον η μία κολώνα να είναι κουτσή. Αλλά το φλουρί που έλειπε, πουθενά.
Τελικά σαν να το πήρε απόφαση. Ενενήντα εννέα φλουριά, είναι πολλά λεφτά, συλλογίστηκε. Μπορώ να ζήσω την υπόλοιπη ζωή σαν άρχοντας, συνέχισε. Αλλά δεν είναι στρογγυλός αριθμός. Το εκατό, μάλιστα, είναι στρογγυλός αριθμός. Τώρα μου λείπει ένα.
Ο βασιλιάς και ο σοφός σύμβουλος κοιτούσαν από το παράθυρο. Το πρόσωπο του υπηρέτη δεν ήταν το ίδιο. Ήταν σκεπτικός, σκυθρωπός με χείλη στενά, τραβηγμένα. Με μάτια μισόκλειστα έξυνε το κεφάλι του. Κάτι σκεπτόταν. Μάζεψε τα φλουριά στο σακούλι και κοιτάζοντας καχύποπτα ολόγυρα, το έκρυψε προσεκτικά, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε πίσω από ένα σωρό καυσόξυλα. Ύστερα πήρε χαρτί και μολύβι και κάθισε να κάνει λογαριασμούς.
Πόσο καιρό πρέπει να κάνω οικονομίες, ώστε να αποκτήσω και το εκατοστό φλουρί; Ο υπηρέτης μιλούσε μόνος, παραμιλούσε ασυναίσθητα. Θα βρω και δεύτερη δουλειά, θα δουλέψω σκληρά για ένα διάστημα, μέχρι να το κερδίσω. Μετά όμως, μεγάλε,…άραγμα. Ναι, με εκατό φλουριά, μπορεί ένας άνθρωπος να μην δουλεύει. Μπορεί να ζει δίχως σκοτούρες. Είσαι πλούσιος! Είσαι άρχοντας! Δεν υπάρχει λόγος να δουλεύεις, αγόρι μου!
Τελείωσε τους υπολογισμούς του. Αν δούλευε σκληρά κι έβαζε στην άκρη όλο το μηνιάτικο του και ό,τι έξτρα χρήματα έπαιρνε, σε πέντε το πολύ έξι χρόνια θα μπορούσε να αγοράσει ένα χρυσό φλουρί.
-Έξι χρόνια είναι πάρα πολλά, μονολόγησε. Θα μπορούσα όμως να βάλω και την γυναίκα μου να δουλέψει. Κάποια δουλειά θα βρει να κάνει στην πολιτεία. Θα μπορούσε να καθαρίζει σπίτια. Αλλά κι εγώ, πέντε η ώρα τελειώνω από το παλάτι. Μπορώ να κάνω το βοηθό σε κανένα μάστορα, δυο-τρεις ώρες μέχρι να νυχτώσει.
Ξαναπιάνει το μολύβι και αρχίζει πάλι τους υπολογισμούς. Με την έξτρα δουλειά τη δική του και την συνεισφορά της γυναίκας του θα μάζευε τα χρήματα για το φλουρί σε τρία χρόνια. Εξακολουθούσε να είναι πολύς, πολύς καιρός.
Ίσως θα μπορούσαμε να κάνουμε και κάποιες οικονομίες. Να πουλήσουμε ας πούμε λίγο από το φαγητό. Έτσι κι αλλιώς το πολύ φαῒ κακό κάνει. Άσε που μια και είναι τζάμπα, το ‘χουμε παρακάνει. Και τα χειμωνιάτικα παπούτσια. Τι χρειάζονται; Μπαίνει η Άνοιξη. Έρχονται ζέστες. Και τα επανωφόρια μπορώ να το πουλήσω. Να πουλήσω. Να πουλήσω. Πρέπει να γίνουν θυσίες. Άλλωστε θα πιάσουν τόπο. Σε δυο χρονάκια το πολύ θα αγοράσουμε το φλουρί που μας λείπει και μετά … ποιος μας πιάνει μετά. Θα είμαστε πλούσιοι. Ό,τι μάς γυαλίζει θα το αγοράζουμε. Αυτό είναι. Δύο χρόνια στο τούνελ και μετά….
Ο βασιλιάς και ο σύμβουλος γύρισαν στο παλάτι. Ο υπηρέτης είχε μπει στον κύκλο του ενενήντα εννέα.
Τους μήνες που ακολούθησαν ο υπηρέτης έβαλε σε εφαρμογή τα σχέδια που είχε αποφασίσει εκείνο το πρωινό. Δούλευε πολύ, κουραζόταν, κακοκοιμόταν, αλλά επέμενε στην απόφασή του. Ένα πρωινό, μπήκε με το πρωινό στο δωμάτιο του βασιλιά, αργός, κακόκεφος, αμίλητος, όπως συνήθιζε τελευταία.
-Μα καλά, τί έπαθες εσύ, ρωτά τάχα ανήξερος ο βασιλιάς.
-Μια χαρά είμαι, Μεγαλειότατε. Θέλετε τίποτε άλλο;
-Μέρες έχω να σ΄ ακούσω να τραγουδάς. Σου συμβαίνει κάτι;
-Αν δεν κάνω λάθος, η δουλειά μου είναι σας σερβίρω και να σας βοηθώ να ντυθείτε. Δεν κάνω τη δουλειά μου; Την κάνω και μάλιστα άψογα, συνέχισε. Δεν με προσλάβατε για γελωτοποιό ούτε για τραγουδιστή.
Μετά από μερικούς μήνες ο βασιλιάς έδιωξε τον υπηρέτη από το παλάτι. Δεν είναι ευχάριστο να περιβάλλεσαι από κακόκεφους, μουρτζούφληδες υπαλλήλους."
(Χόρχε Μπουκάι: «Να σου πω μια Ιστορία»)
Λίγα λόγια για το θέμα του μήνα.
Στη ζωή μας αισθανόμαστε ότι πάντοτε κάτι μας λείπει για να νιώσουμε ικανοποιημένοι. Και αν ακόμη δεν το αντιλαμβανόμαστε εμείς, φροντίζουν κάποιοι άλλοι να μας πείσουν (διαφημίσεις, συνάνθρωποί μας) πως κάτι ακόμη λείπει για να ολοκληρωθεί η ευτυχία μας. Και δυστυχώς μόνο αν είσαι ικανοποιημένος μπορείς να απολαύσεις όσα έχεις. Και επειδή πάντα κάτι λείπει, ξαναγυρίζουμε στην αρχή και δεν απολαμβάνουμε ποτέ την ζωή.
Δυστυχώς δεν συνειδητοποιούμε πως ό,τι έχουμε είναι δώρα του Θεού. Δώρα που καλούμαστε να διαχειριστούμε και να καλλιεργήσουμε με σκοπό να εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας στο Θεό – ευεργέτη μας, να πάρουμε κι εμείς ό,τι χρειαζόμαστε για να ζήσουμε και να προσφέρουμε και στο σύνολο δημιουργώντας. Έτσι κατακτάται η ευτυχία και η ικανοποίηση.