Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκέψεις στο Ευαγγέλιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκέψεις στο Ευαγγέλιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2021

Πίστη

 

«Πίστει Ἀβραάμ παρώκησεν εἰς τήν γῆν τῆς ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν, ἐν σκηναῖς κατοικήσας μετά Ἰσαάκ καί Ἰακώβ τῶν συγκληρονόμων τῆς ἐπαγγελίας τῆς αὐτῆς» (Ἑβρ. 11, 9)

Με την πίστη ο Αβραάμ εγκαταστάθηκε στη γη που του είχε υποσχεθεί ο Θεός, ξένος σε άγνωστη χώρα, ζώντας σε σκηνές  με τον Ισαάκ και τον Ιακώβ, που κι αυτοί ήταν κληρονόμοι της ίδιας υποσχέσεως».

 

           Ποικίλοι είναι οι τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι προσεγγίζουν τις εορτές. Από την εμπορικότητα μέχρι την όποια διαμαρτυρία καταστρέφοντας τα σύμβολά της (κάψιμο δέντρου – κλοπή θείου βρέφους), τα Χριστούγεννα αποτελούν μια στάση στον ρυθμό της ζωής, μόνο που δεν ενδιαφέρει τους πολλούς το νόημά της.

      Όσοι ενδιαφερόμαστε όμως για το τι δείχνει και σε τι μας καλεί μία γιορτή, χρειάζεται να ξαναδούμε τι είναι πίστη. Και εδώ η Εκκλησία μας, την Κυριακή προ της Χριστού γεννήσεως, κάνει μία αναφορά σε πρόσωπα τα οποία ξεχώρισαν ως προς την πίστη, ξεκινώντας από τον πρώτο στον οποίο αποκαλύφθηκε ο Θεός: τον γενάρχη της Παλαιάς Διαθήκης, τον Αβραάμ. Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους κληρονόμους μέχρι τα χρόνια του Χριστού της πίστης του Αβραάμ, τους Εβραίους, διότι μετά η κληρονομιά πέρασε σε όλη την ανθρωπότητα, σε κάθε άνθρωπο και λαό που αποδέχτηκε την διαθήκη, την συμφωνία πίστης που ο Θεός έκανε με τον Αβραάμ, μας δείχνει ότι η πίστη δεν είναι τόσο μία δογματική αλήθεια την οποία αποδέχεται ο πιστεύων στο μυαλό και την σκέψη του, όσο «παρώκηση», παροικία,  «εις γην αλλοτρίαν»!

            Αυτός που πιστεύει είναι αποφασισμένος να εγκαταλείψει τον τόπο του, τις συνήθειές του, τα πρόσωπα με τα οποία συνυπάρχει, να κάνει ένα ταξίδι, μικρότερο ή μεγαλύτερο δεν έχει σημασία, και να εγκατασταθεί σε έναν καινούργιο τόπο που δεν είναι ο δικός του, που δεν είναι το βόλεμά του, που δεν είναι όπως έχει συνηθίσει. Η αλλότρια γη προϋποθέτει απόφαση για σύγκρουση. Χρειάζεται να είναι αποφασισμένος ότι θα έρθει σε ρήξεις, όχι μόνο με τον εαυτό του, αλλά και με όσους γνωρίσει. Άλλοι θα τον αποδεχτούν. Άλλοι όχι. Δεν είναι γλυκανάλατη η ζωή. Δεν είναι όλα ρόδινα στην οδό και τον τρόπο της πίστης. Χρειάζεται κατοικία σε σκηνές, δηλαδή ένα αίσθημα μη αυτάρκειας, μη μονιμότητας, ένα αίσθημα ότι τα πάντα στην ζωή μεταβάλλονται και ότι πρέπει να είμαστε έτοιμοι να αποδεχτούμε κάθε στιγμή κάθε καινούργιο. Το μόνο σταθερό είναι η πίστη, η εμπιστοσύνη δηλαδή στο Πρόσωπο του Θεού, ο Οποίος γνωρίζει τι μας χρειάζεται, κι αν μας συμβεί θα μας οδηγήσει σε πρόοδο, η οποία είναι και εξωτερική και εντός της καρδιάς μας, είτε είναι γεγονότα ζωής είτε θανάτου.

                Ο Αβραάμ, όχι μόνο άλλαξε τόπο αλλά και το παιδί του ήταν έτοιμος να θυσιάσει στο Θεό. Για εμάς δεν είναι ο τόπος που χρειάζεται να αλλάξουμε. Είναι ο τρόπος και η ταυτότητά μας που συνδιαμορφώνονται με την πίστη μας. Η Εκκλησία μας καλεί να είμαστε έτοιμοι να αλλάζουμε εντός μας. Να παραιτούμαστε από την αυτάρκεια των δικαιωμάτων μας. Από την θεοποίηση των παθών και των επιθυμιών  μας. Από «έτσι είμαι, κι ας μη σας αρέσει και δεν αλλάζω». Από την εμμονή να μην θέλουμε να δούμε τα γεγονότα της ζωής μέσα από την προοπτική της πρόνοιας του Θεού και την παραμονή μας στο να θέλουμε να τα εξηγήσουμε με βάση το εγώ και τον ορθολογισμό μας, όπως επίσης και με βάση το Ποιος νομίζουμε εμείς ότι είναι ο Θεός.

Η πίστη είναι μία συνεχής επανα-ανακάλυψη της ταυτότητας μας. Κάθε γεγονός, κάθε άνθρωπος, κάθε στιγμή δεν μπορούν να αφήνουν ανέγγιχτο τον τρόπο που βλέπουμε τον Θεό και την ζωή μας. Το ίδιο και κάθε γιορτή. Είναι μία ευλογία, στην οποία καλούμαστε να αφεθούμε. Όχι μόνο να φιλοσοφήσουμε το νόημά της, αλλά να ζήσουμε την παρουσία του Θεού. Διότι αυτό είναι το νόημα της γιορτής. Να αφεθούμε στην αγάπη του Θεού. Στην πίστη ως ευλογία Του. Στο ότι δηλαδή μας καλεί να Τον εμπιστευθούμε διότι είναι παρών στη ζωή μας. Στις φανερές και αφανείς ευεργεσίες που έχουν γίνει για μας. Είναι δωρεά όμως η πίστη, διότι δεν την κατακτούμε ως μία γνώση που διαβάσαμε, αλλά ως μία αποκάλυψη, ως μία φανέρωση της Αλήθειας. Και γίνεται μεταμόρφωση της ύπαρξής μας η Αλήθεια που είναι ο Θεός, διότι το δώρο είναι χαρά, είναι ελπίδα, είναι ζωή. Τίποτε δεν είναι το ίδιο, αν περάσουμε από την συνήθεια της πίστης στην αποδοχή της δωρεάς της. Ότι είναι το σπουδαιότερο που μας δόθηκε: να συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε παιδιά του Θεού! Και είναι απόφαση η πίστη. Ότι θα αναζητούμε τον Θεό και το θέλημά Του πίσω από κάθε τι,  νικώντας τον εαυτό μας, κυρίως με την εμπιστοσύνη σε όποιον δρόμο κι αν μας καλεί να ακολουθήσουμε, ερχόμενοι σε ρήξη και αφήνοντας τελικά κατά μέρος ό,τι ο κόσμος και ο εαυτός μας μάς κάνουν να επιθυμούμε.

                                                                                                             π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2021

οι Προπάτορες!

 

“Ἐν πίστει τούς προπάτορας ἐδικαίωσας τήν ἐξ Ἐθνῶν δι᾽  αὐτῶν προμνηστευσάμενος Ἐκκλησίαν. Καυχῶνται ἐν δόξῃ οἱ Ἅγιοι, ὅτι ἐκ σπέρματος αὐτῶν ὑπάρχει καρπός εὐκλεής ἡ ἀσπόρως τεκοῦσα σε. Ταῖς αὐτῶν ἱκεσίαις, Χριστέ ὁ Θεός, σῶσον τάς ψυχάς ἡμῶν”. (Ἀπολυτίκιο τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Προπατόρων, ἡ ὁποία ἑορτάζεται δύο Κυριακές πρίν τά Χριστούγεννα)

“Ἀπέδειξες τήν ἀξιοπιστία Σου δικαιώνοντας τούς Προπάτορες καθώς ἔδωσες ὡς σημεῖο τόν ἀρραβῶνα σου μέ τήν Ἐκκλησία πού προέρχεται ἀπό τούς εἰδωλολάτρες χάρις σ᾽ αὐτούς. Καυχῶνται κι ἐκεῖνοι δοξασμένοι  διότι ἀπό τήν έκ σπέρματος γενεαλογική διαδοχή τους ἔρχεται ὡς ἔνδοξος καρπός αὐτή πού σέ γέννησε ἄνευ σπορᾶς. Μέ τίς παρακλήσεις τους γιά μᾶς Χριστέ, Θεέ μας, σῶσε τίς ψυχές μας”.  

 

“Διά μέσου των Αγίων Προπατόρων και Πατριαρχών, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι κι Εκείνος κατά κάποιον τρόπο καρπός της πίστεως του Αβραάμ. Για τον λόγο αυτό, κάθε φορά που ο καθένας μας ακούει την φωνή του Θεού, ενώ βρίσκεται στην εξορία των παθών και της ματαιότητας του κόσμου, πρέπει όπως ο Αβραάμ, δίχως δισταγμό, να αποτάξει τα πάντα, και ιδίως το θέλημά του, για να ακολουθήσει την θεία κλήση έως την Γη της Επαγγελίας, όπου θα μπορέσει με την σειρά του, πνευματικώ τω τρόπω, να γεννήσει τον Χριστό. Διότι αφού εμφυτεύεται εντός μας διά της πίστεως και του Αγίου βαπτίσματος, πρέπει να αναπτυχθεί και να μεγαλώσει ο Χριστός διά μέσου των ευαγγελικών αρετών, ώστε να λάμψει με το φως της θεωρίας. Γενόμενοι “υιοί Θεού” διά της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, πρέπει να διακρίνουμε τον Χριστό που λαμβάνει μορφή μέσα σε εμάς, τους απογόνους του Αβραάμ. Ας γίνουμε λοιπόν, με την σειρά μας, “προπάτορες” του Χριστού, προσκαρτερώντας στην πίστη, ώστε να εορτάσουμε την Γέννηση λέγοντας: Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός (Γαλ. 2,20)” (“Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τόμος 4ος Δεκέμβριος, εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ).

Οι άνθρωποι στην ζωή μας έχουμε ανάγκη την δικαίωση για τις επιλογές μας. Κι αν τα αποτελέσματά τους στην καθημερινότητα αλλά και σε μεγάλες επιλογές πουν σημαδεύουν την ζωή μας είναι συνήθως ορατά, τα αισθανόμαστε, τα βλέπουμε, τα κρίνουμε και μαζί τους κρινόμαστε κι εμείς από αυτά (οικογένεια, επάγγελμα, κοινωνική θέση, απόψεις, εκπλήρωση ονείρων), υπάρχει το μονοπάτι της πίστης, στο οποίο η δικαίωση δεν είναι δεδομένη, ούτε σ’ αυτήν, ίσως ούτε και στην άλλη ζωή, διότι συνήθως έχουμε ανατροπές σ’ αυτά που περιμένουμε. Η πίστη δεν μας παρέχει βεβαιότητες και αποδείξεις. Είναι ελπίδα και ταυτόχρονα έλεγχος πραγμάτων ου βλεπομένων. Πολλές φορές η δικαίωση ενός ανθρώπου στον χώρο και στον τρόπο της πίστης απλώνεται σε βάθος χρόνου. Ιδίως όσοι έχουν κοσμοθεωρία βασισμένη στην πίστη και μάλιστα σε συγκεκριμένες πτυχές της και ερμηνείες της ή όσοι έχουν κληθεί να κάνουν θυσίες εξαιτίας της νιώθουν τον χρόνο να κυλά αργά, κάποτε βασανιστικά, για να δούνε καρπούς και, την ίδια στιγμή, καλούνται να επανεβεβαιώνουν το αμφίβολο χωρίς να αισθάνονται στήριγμα ανθρώπινο, παρά μόνο μία βαθιά στην καρδιά εμπιστοσύνη ότι όσα ο Θεός υπόσχεται, είναι αδιάψευστα!

Αυτό έζησαν οι Προπάτορες του Χριστού, τους οποίους τιμούμε δύο Κυριακές πριν τα Χριστούγεννα. Μία μακρά πορεία πίστης και δοκιμασίας σ’ αυτήν. Εγκατάλειψης της πατρικής γης και μετοικεσία από την Μεσοποταμία στην Παλαιστίνη, με μόνο εφόδιο την υπόσχεση, την επαγγελία του Θεού ότι ο άκληρος θα αποκτήσει παιδί και ο χωρίς λαό θα γίνει πατέρας εθνών! Και ο Αβραάμ πίστει παρώκησε! Και στον νέο τόπο πειρασμοί, δοκιμασίες από επιθέσεις άλλων εθνών και την ίδια στιγμή ακόμη και η μεγαλύτερη πρόκληση της ζωής του: να θυσιάσω το δώρο του Θεού που θα ήταν η βάση για την εκπλήρωση της υπόσχεσής Του ή να αρκεστώ στα όσα έλαβα προς συμφέρον μου; Η απάντηση ξεκάθαρη: είμαι του Θεού! Και ο Θεός τον δικαιώνει. Σε μία τέτοια πορεία πίστης, με στάσεις στον Ισαάκ, τον Ιακώβ, τους Πατριάρχες, τον Μωυσή και τον νόμο, τον Δαβίδ τον προφήτη και βασιλιά, τον Δανιήλ και τους τρεις Παίδες που νίκησαν τα στοιχεία της φύσης, τα λιοντάρια και την φωτιά, αλλά και τους άπιστους, άθεους και ειδωλολάτρες οι οποίοι με βάση την έπαρση της εξουσίας και της υπεροχής τους στην φιλοσοφία, τον κοσμοπολιτισμό, την ταχύτητα, το εμπόριο, το χρήμα, τα όπλα, θέλησαν κατά καιρούς να υποδουλώσουν, να εκμηδενίσουν, να συντρίψουν τους πιστούς! Κι όμως, οι Προπάτορες, επικεφαλής πίστης, αξιώθηκαν να φτάσουν την γενεαλογία τους μέχρι τον Χριστό!

Και έλαβαν δύο ανταμοιβές:  η πρώτη ήταν να προετοιμάσουν τον ειδωλολατρικό κόσμο με την σύμμειξη και το παράδειγμα στο να αναζητήσει έναν Θεό και όχι να μείνει στην πολυθεΐα! Να γίνουν οι προξενητές στον αρραβώνα του Θεού με την εξ εθνών Εκκλησία, διότι οι νοήμονες άνθρωποι, αλλά και οι κουρασμένοι από την φιληδονία, την θεοποίηση των παθών, την κακία και τον θάνατο ένιωθαν ότι αλλού βρισκόταν η σωτηρία και η αλήθεια! Και όταν ήρθε ο Χριστός, το “ιερό σχολείο” της οικουμένης (Μέγας Αθανάσιος), όπως ήταν οι Ιουδαίοι διά των Προπατόρων, έγινε η βάση ώστε ο Νόμος να συμπληρωθεί με την Αγάπη και η ανθρωπότητα να κάνει μία καινούργια αρχή. Αλλά και η Υπεραγία Θεοτόκος αποτέλεσε το πιο όμορφο δώρο της ανθρωπότητας στον Θεό, δώρο όμως που προήλθε εκ του σπέρματος των Προπατόρων, δείχνοντας σε όλους μας ότι η πίστη γίνεται αφορμή διαλόγου και προετοιμασίας των ανθρώπων για να γνωρίσουν τον αληθινό Θεό, ενώ αυτό που δεν φαίνεται καν ότι υπάρχει, ένας άνθρωπος ασήμαντος, μία κοπέλα που κανείς δεν θα την γνώριζε αν ακολουθούσε τον συνήθη δρόμο των γυναικών κάθε εποχής, αξιώνεται να γίνει η πολυτιμοτάτη!

Στην δική μας αγωνία για δικαίωση, η Εκκλησία καθώς πλησιάζουμε στα Χριστούγεννα, μας προτείνει τον τρόπο των Προπατόρων. Ζητά από τον κάθε χριστιανό που ζει σε ανάλογους καιρούς απιστίας, αθεΐας, κακίας και φιληδονίας, οπότε οι άνθρωποι κάνουν θεό τον εαυτό τους, να γίνουμε οι  προξενητές στον αρραβώνα του Θεού με τον πλησίον. Να ζήσουμε την πίστη και να μιλήσουμε λόγοις και έργοις γι’ αυτήν στον κόσμο που δοκιμάζεται αλλά και κουράζεται από την απουσία νοήματος. Στην πολυθεΐα των καιρών, που έχουν ξαναβάλει στο προσκήνιο την έπαρση της εξουσίας, την υπεροχή στην διανοητική γνώση και φιλοσοφία, τον κοσμοπολιτισμό, το εμπόριο, το χρήμα, τα όπλα  εμείς να αντιτάσσουμε την πίστη στην καινή διαθήκη, αυτή της αγάπης που γίνεται ανάσταση! Χωρίς να αποκάμουμε από την απόρριψη, να εργαζόμαστε αυτό το “του Θεού εσμέν”! Και να αξιωθούμε, βλέποντας και ζώντας το παράδειγμα της Θεοτόκου, να λέμε το μεγάλο ΝΑΙ με την σειρά μας στην κλήση του Θεού να διαχειριζόμαστε κάθε στιγμή της ζωής μας με εμπιστοσύνη στην αγάπη Του. Παιδιά αυτού του κόσμου, να παλεύουμε στην Εκκλησία να γίνουμε και να είμαστε παιδιά του Θεού! Αυτή είναι η κορυφαία δικαίωση στην ζωή μας, αυτήν ας αναζητούμε!

 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός- Κέρκυρα 2020

Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2021

Αὐτοῦ γάρ ἐσμέν ποίημα,

 

Ατο γάρ σμέν ποίημα, κτισθέντες έν Χριστ ησο πί ργοις γαθος, ος προητοίμασεν Θεός, να ν ατος περιπατήσωμεν” (φεσ. 2, 10)

“Είμαστε δημιουργήματα του Θεού, ο οποίος διά του Ιησού Χριστού μάς έκανε καινούργιους ανθρώπους, για να μπορούμε να κάνουμε καλά έργα, που τα προετοίμασε ο Θεός για να είναι μ αυτά γεμάτη η ζωή μας

Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Εφεσίους, αναφέρει ότι είμαστε δημιουργήματα του Θεού. Χρησιμοποιεί μάλιστα την λέξη “ποίημα”. Μας θυμίζει αυτήν την «καλλιτεχνική» λέξη, η οποία κρύβει κάλλος, αναζήτηση αλήθειας, κόπο, μεράκι. Ποίημα είναι όλη η ανθρώπινη φύση. Ποίημα είναι η υπόσταση της φύσης μας σε ξεχωριστά πρόσωπα, δηλαδή στον καθέναν μας. Ο καθένας μας έχει μια ξεχωριστή, μοναδική ομορφιά. Αλήθεια. Είναι καμωμένος με τόση προσεγμένη λεπτομέρεια, που φέρει επάνω του μία μοναδική αρχοντιά. 

 Και ο Θεός δεν έμεινε στο πρώτο ποίημα, στο αρχικό. Έστειλε τον Υιό Του, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, να γίνει άνθρωπος, για να μας καταστήσει καινούργιους, “καινούς” ανθρώπους. Να μας βοηθήσει μέσα από την σχέση μας μαζί Του να κάνουμε συνεχώς καινούργιες αρχές στην ζωή μας. 

 Το πρώτο ποίημα διαβρώθηκε και διαβρώνεται από τον θάνατο και την αμαρτία. Από την επιθυμία μας να είμαστε ανεξάρτητοι Θεού και να κάνουμε κατά το θέλημά μας. Η ελευθερία μας όμως δεν μας έδωσε ζωή. Μας έκανε να συγκρουόμαστε με τον πλησίον μας, διότι η αρχική προϋπόθεσή της ήταν και είναι η αγάπη. Αν δεν συνυπάρχουν η ελευθερία και η αγάπη, τότε όλα βαδίζουν προς τον θάνατο. Τον θάνατο που προκαλεί η πρόταξη του εγώ. Το ίδιον θέλημα. Η ίδια η φύση μας, η οποία δεν μπορεί να χαρεί διότι προτάσσει αυτό που θέλει, την εξουσία, την δόξα, την προτεραιότητα του εαυτού και αρνείται να δοθεί. Ακόμη και τα χαρίσματά μας, το όποιο “ έχειν” μας, για τον εαυτό μας υπάρχει, τόσο σε υλικό, όσο και σε πνευματικό επίπεδο. Έχοντας εγκαταλείψει την σχέση με τον Θεό, διαπιστώνουμε ότι με τα “γιατροσόφια” της φιλοσοφίας και των άλλων θρησκειών, μπορούμε να παρηγορηθούμε, αλλά δεν μπορούμε να ανακαινισθούμε.

 Το ανακαινισμένο ποίημα βρίσκεται στο να γίνουμε άνθρωποι που μέσα μας θα χαράξουμε καινούργια οδό στην ζωή μας, οδό ψυχής γεμάτης αγάπη, οδό συγχώρεσης, οδό προσευχητικής γαλήνης, οδό αποφυγής της τρικυμίας των παθών. Κι αυτή η οδός βρίσκει την απαρχή της όταν αντί για τα αγαθά, την εξάρτηση από το “εγώ” μας, την έγνοια για μας και μόνο για μας, αφήνουμε στην ζωή μας να εισέλθει ο Χριστός. Σημάδι αυτής της εισόδου είναι ακριβώς τα έργα που προετοίμασε ο Θεός. Το πρώτο η Εκκλησία και η ένταξή μας σ αυτήν. Το δεύτερο η Θεία Ευχαριστία και η ενότητα με τον Θεό και μεταξύ μας μέσα από την κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Το τρίτο η διακονία της αγάπης, η οποία μας ξεκουράζει αυθεντικά. Διότι μας δίνει μία μοναδική καρδιακή χαρά, ότι μοιάζουμε με το πρωτότυπό μας που είναι ο Χριστός, όταν, έστω και για λίγο, δινόμαστε, νοιαζόμαστε, παραιτούμαστε από το εγώ μας. Έτσι λοιπόν, γινόμαστε «καινή κτίση».

 

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2021

«Διδάσκαλε, τι ποιήσας ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;... είπε δε αυτώ ο Ιησούς: ορθώς απεκρίθης. Τούτο ποίει και ζήσει» (Λουκ. 10, 25/28)

« Διδάσκαλε, τι πρέπει να κάνω για να κερδίσω την αιώνια ζωή;...και είπε σ’  αυτόν ο Ιησούς: σωστά απάντησες. Αυτό κάνε και θα ζήσεις».

                 Στο ευαγγέλιο του καλού Σαμαρείτη ένας νομοδιδάσκαλος, ένας ερμηνευτής του μωσαϊκού νόμου, ένας θεολόγος και νομικός θα λέγαμε με τα σημερινά μέτρα, σπεύδει να ρωτήσει τον Χριστό, με μία ελαφριά δόση ειρωνείας στον τρόπο του, τι χρειάζεται να κάνει για να κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Είναι νομικός. Η σκέψη του έχει να κάνει με κληρονομιές, χρέη και υποχρεώσεις σε άλλους, με σχέσεις συναλλαγής μεταξύ των ανθρώπων, στις οποίες ούτε ο θάνατος δεν εξαιρείται. Όταν πεθαίνει κάποιος, αυτοί που μένουν, πρώτα σκέφτονται πρακτικά. Σκέφτονται την συνέχεια της ζωής. Τι θα γίνει με τα αγαθά τα οποία ο εκλιπών είχε. Σε ποιον τα κληροδότησε. Το υπαρξιακό ερώτημα «τι έγινε ο ίδιος και αν έχει ψυχή και πού βρίσκεται η ψυχή του» ελάχιστα απασχολεί. Οι σχέσεις συναλλαγής, μετάδοσης των αγαθών είναι σχέσεις που συνεχίζουν την ζωή. Τα υπαρξιακά ερωτήματα αφήνονται στις θρησκείες, για να πάρουν κάποιες απαντήσεις, για τις οποίες απόλυτες βεβαιότητες δεν υπάρχουν.

                Όμως για τον νομοδιδάσκαλο ο θάνατος έχει και υπαρξιακή διάσταση. Ακόμη κι αν βλέπει την αιώνια ζωή ως ανταμοιβή για τις πράξεις αυτής της ζωής, εντούτοις βλέπουμε πως ο Χριστός είναι πρόθυμος να συζητήσει μαζί του και να τον βοηθήσει, τουλάχιστον στην κατεύθυνση που ο νομοδιδάσκαλος σκέπτεται, να βρει τον τρόπο. Και έχει ενδιαφέρον η στάση του Χριστού.  Αρχικά θα ακολουθήσει τον τρόπο σκέψης του νομοδιδασκάλου. Στην συνέχεια θα του προσθέσει το κάτι παραπάνω. Διασαφηνίζοντας το πώς ο νομοδιδάσκαλος μπορεί να γίνει πλησίον στον κάθε συνάνθρωπο και μάλιστα αυτόν που δεν έχει τίποτα για να του δώσει, όπως στην προκειμένη περίπτωση ο τραυματισμένος και ληστευθείς άνθρωπος, ο Χριστός ανοίγει τον δρόμο στον νομοδιδάσκαλο να σκεφτεί ότι πέρα από αυτό που ο ίδιος είναι και σκέφτεται, νομικός δηλαδή, υπάρχει και η οδός της αγάπης, η οποία δεν μετρά ανταποδόσεις, αλλά μόνο προσφορά και θυσία.

Οι άνθρωποι σήμερα βλέπουμε την ζωή μέσα από το δικό μας πρίσμα. Το ίδιο και τον θάνατο. Δυσκολευόμαστε να προχωρήσουμε σε μία υπαρξιακή θεώρησή τους, διότι μας κατατρώγει η πρακτικότητα. Ταυτόχρονα, θεωρούμε πως έχουμε άπλετο χρόνο ζωής μπροστά μας ή φοβόμαστε να ανοιχτούμε σε υπαρξιακές αναζητήσεις, διότι ο προσανατολισμός του περίγυρού μας είναι στο πρόσκαιρο. Η πνευματική πορεία μας στην καλύτερη περιορίζεται στην γνώση των διδασκαλιών της θρησκείας, ενώ συνήθως μόνο σε περιπτώσεις κρίσεων κάπως συνταρασσόμαστε. Τον θάνατο όμως τον βλέπουμε μέσα από την σκοπιά αυτών που φεύγουν, τι χάνουν σε σχέση με την ζωή ή εμείς τι χάνουμε από την απουσία τους, και όχι μέσα από την προοπτική της δικής μας απάντησης στο μεγάλο αυτό ερώτημα.

                «Τούτο ποίει και ζήσει», λέει ο Χριστός στον νομοδιδάσκαλο. «Τούτο ποίει και ζήσει» λέει στον καθέναν μας. Τήρησε τις εντολές του νόμου, αν ο χαρακτήρας σου είναι προσανατολισμένος στα πρόσκαιρα, χωρίς να λησμονείς ότι όλα έχουν τέλος. Αν  όμως νιώθεις ότι η ψυχή σου θέλει απαντήσεις γνήσια υπαρξιακές, τότε γίνε πλησίον του κάθε ανθρώπου. Μην μετράς το συμφέρον, αλλά δείξε αγάπη. Και τότε ο Χριστός, ως Καλός Σαμαρείτης ο ίδιος, θα γιατρέψει και τα δικά σου τραύματα, τις δικές σου ατέλειες.

 

Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2021

Το αίτημα στη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό!

 

Έτι αυτού λαλούντος έρχεταί τις παρά του αρχισυναγώγου λέγων αυτώ ότι τέθνηκεν η θυγάτηρ σου. Μη σκύλλε τον διδάσκαλον (Λουκ. 8, 49)

Ενώ ο Ιησούς ακόμη μιλούσε, ήρθε κάποιος από το σπίτι του άρχοντα της συναγωγής και του λέει: «η κόρη σου πέθανε. Μην ενοχλείς πια το δάσκαλο».

                Όταν θεωρούμε πως έχουμε κάποια ανάγκη που για να ικανοποιηθεί πρέπει κάποιος άλλος να ενεργήσει, γινόμαστε πιεστικοί και φορτικοί. Αν και για τους άλλους μπορεί να είναι αδιάφορο, επειδή για μας έχει μοναδική αξία, εμείς το επιθυμούμε και το θεωρούμε απαραίτητο,  επιμένουμε, ενοχλούμε και κάνουμε ό,τι περνά από το χέρι μας για να υπενθυμίζουμε τόσο το αίτημα όσο και το πρόσωπό μας.

Το αίτημα είναι έκφραση του προσώπου και του χαρακτήρα μας. Κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να αισθάνεται αυτάρκης. Το τι ζητούμε όμως από τους άλλους αναδεικνύει την προσωπικότητά μας. Ταυτόχρονα, ζητώντας κάτι, προσπαθούμε να αισθανθούμε ότι οι άλλοι μας αναγνωρίζουν ότι υπάρχουμε ως πρόσωπα.  Γι’  αυτό και ο αιώνιος αγώνας της γυναίκας να την προσέξει ο άντρας και το αντίστροφο. Ή το αίτημα του παιδιού να το προσέξουν οι άλλοι που βρίσκονται γύρω του. Ή τα ψυχολογικά τραύματα του παιδιού, το οποίο αισθάνεται ότι οι γονείς του δεν το αγάπησαν και δεν το νοιάστηκαν με τον τρόπο που αυτό θα ήθελε.

Το αίτημα έρχεται και στην σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Ζητούμε από Αυτόν να μας δώσει υλικά και πνευματικά αγαθά. Κυρίως την υγεία και την επιτυχία ή την συντροφικότητα που θα κρατήσει. Ζητούμε από τον Θεό να είναι βοηθός στις δυσκολίες και τις δοκιμασίες. Να ευλογήσει την ζωή μας.  Όταν ζητάμε, ζητάμε ως παιδιά Του. Μ’  αυτό το πνεύμα αιτούμεθα. Έτσι θεωρούμε ότι είμαστε, παιδιά Του! Όταν μας δίνει ή δεν μας δίνει, γινόμαστε δικαιωματίες.  Έπρεπε ο Θεός να το κάνει αυτό. Τόσα καλά κάνουμε στην ζωή μας. Έπρεπε ο Θεός να το κάνει αυτό, για να αποδείξει σε μας που Τον αμφισβητούμε, ότι υπάρχει. Ενώ στην αρχή το αίτημα το εκφράζουμε ως παιδιά στον Πατέρα, μετά θεωρούμε ότι έχουμε κάνει μια συναλλαγή με έμπορο.

Ξεχνάμε λοιπόν, ότι Εκείνος είναι για μας: φίλος, αδελφός, πατέρας, οικείος, ένας από εμάς και ότι τα αιτήματά μας (η εκπλήρωσή τους ή όχι) έχουν την προοπτική της αιώνιας κοινωνίας μαζί Του.

Και όταν δεν ακούει ο Θεός; Όταν το αίτημά μας διατυπώνεται αργά και η προσδοκία μας έχει πεθάνει, τι γίνεται; Ο αρχισυνάγωγος Ιάειρος ζητά από τον Χριστό να του θεραπεύσει το δωδεκάχρονο κορίτσι του. Παρότι διευθυντής της συναγωγής, κοντινός με όσους απορρίπτουν τον Χριστό εκείνη την εποχή ως αντίθετο με τον τρόπο των ιουδαϊκών παραδόσεων, όταν βλέπει το αδιέξοδο στο οποίο το παιδί του βρίσκεται και κατανοεί ότι είναι κοντά η απώλεια, αιτείται ως παιδί προς τον Πατέρα την λύτρωση και Τον συνοδεύει ενώπιον του πλήθους διακινδυνεύοντας το όνομά του, την θέση του, την εύνοια των Φαρισαίων και γραμματέων. Είναι δημόσιο το αίτημα, όχι ιδιωτικό. Το γνωρίζουν οι οικείοι του. Το έχει συζητήσει μαζί τους. Μόνο ο θαυματοποιός μπορεί να λυτρώσει την κόρη του, Αυτός που γιατρεύει πλήθος. Και όταν έρχεται η είδηση ότι το αίτημά του δεν πρόκειται να εκπληρωθεί, διότι η κόρη του πέθανε, ο αγγελιοφόρος ο οποίος και αυτός έβλεπε τον Χριστό ως θαυματοποιό, λέει στον Ιάειρο:  «μην ενοχλείς τον δάσκαλο», για ένα αίτημα άνευ περιεχομένου πλέον. Το θαύμα έχει να κάνει με την ζωή, όχι με τον θάνατο. Το αίτημα είχε νόημα όσο υπάρχει ελπίδα και ήταν ο Χριστός η τελευταία ελπίδα του πατέρα. Στην απελπισία μόνο φορτικότητα και ενόχληση είναι ένα τέτοιο αίτημα.

Ο Χριστός του ζητά να μην φοβάται, αλλά να πιστέψει και η κόρη του θα σωθεί. Το αίτημα δεν έχει να κάνει ούτε με την ελπίδα, ούτε με την λογική, ούτε με το συμφέρον, ούτε με τις ικανότητες αυτού που το λαμβάνει. Έχει να κάνει με την πίστη, την εμπιστοσύνη, πόσο αφηνόμαστε στα χέρια αυτού που γνωρίζουμε ότι μας αγαπά.

Όταν μιλούμε για τον Χριστό, όσοι πιστεύουμε, εμπιστευόμαστε και αφηνόμαστε. Όσοι Τον βλέπουμε ως θαυματοποιό, εγκαταλείπουμε την απόπειρα σχέσης μαζί Του την στιγμή που πληροφορούμαστε ότι το αίτημά μας δεν μπορεί να εκπληρωθεί. Κι εδώ είναι το κλειδί. Ο Θεός ζητά από εμάς να αποτινάξουμε το εγωκεντρικό θέλημα, τις επιθυμίες που έχουν να κάνουν με το τώρα και την κρίση των ενεργειών Του με βάση τι μπορεί να εκπληρωθεί και τι όχι και να αφεθούμε στην σχέση μαζί Του, η οποία θα έπρεπε να είναι το κεντρικό και ίσως το μοναδικό αίτημα της ζωής μας. Να είμαστε παιδιά που Τον εμπιστευόμαστε και Τον «ενοχλούμε» όχι τώρα με τα αιτήματα, αλλά με την παρουσία της ύπαρξής μας. Και τότε θα γίνουν όλα όπως Εκείνος κρίνει για την σωτηρία μας!  

 

Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2021

Η ύλη είναι απορριπτέα από την χριστιανική πίστη και παράδοση;

 

«Ὕλην ἐβδελύξαντο τήν ἐπί γῆς φθειρομένην, οὐρανοπολῖται δέ ἐν σαρκί ὡς Ἄγγελοι ἐχρημάτισαν ἡ ὁμόφρων σύσκηνος, ξυνωρίς ὁμότροπος τῶν Ἁγίων καί ὁμόψυχος» (ἀπό τά στιχηρά τοῦ Ἑσπερινοῦ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, 1η Νοεμβρίου)

«Ἀποστράφηκε τήν ὕλη, ἡ ὁποία πάνω στή γῆ φθείρεται καί ἔγιναν πολῖτες τοῦ οὐρανοῦ, ζῶντας βίο ἀγγελικό ὡς πρός τίς ἀνάγκες τῆς σαρκός, ἡ δυάδα τῶν Ἁγίων πού ἔζησαν μέ ὁμοφροσύνη, ἀκολούθησαν τόν ἴδιο τρόπο ζωῆς, εἶχαν τήν ψυχική ἑνότητα καί τήν Ἐκκλησία σπίτι τους».

 

          Αν μας έλεγε κάποιος σήμερα ότι θα έπρεπε να εργαζόμαστε δωρεάν, χωρίς πληρωμή, χωρίς ανταμοιβή για τον κόπο μας, χωρίς να νοιαστούμε για την επιβίωσή μας, θα τον περιγελούσαμε. Σε έναν πολιτισμό ο οποίος αποθεώνει την ύλη όχι ως υλικό και μέσο για να μπορέσουμε οι άνθρωποι να επιβιώσουμε, αλλά ως ιδιοκτησία, αφορμή πλουτισμού, ως εξάρτηση και νόημα ζωής, το να προσφέρει κάποιος τον εαυτό του χωρίς να λειτουργεί στην προοπτική της ανταποδοτικότητας, μόνο από αγάπη, είναι αδιανόητο.

          Υπάρχουν στην παράδοση της Εκκλησίας μας άνθρωποι που αφιέρωσαν όλη τους την ζωή στην αγάπη για τους συνανθρώπους τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι Άγιοι Ανάργυροι Κοσμάς και Δαμιανός, τους οποίους γιορτάζουμε την 1η Νοεμβρίου κάθε χρόνο. Γεννημένοι στην Έφεσο της Μικράς Ασίας, έμειναν από νωρίς ορφανοί από πατέρα, ο οποίος πρόλαβε να βαπτιστεί πριν πεθάνει. Τους μεγάλωσε η μητέρα τους Θεοδότη που ήταν χριστιανή. Σπουδάζουν τις επιστήμες της εποχής, αφοσιώνονται όμως στην Ιατρική, την οποία δεν θα την ασκήσουν με τις παραδοσιακές μεθόδους, αλλά με την δύναμη της προσευχής και της πίστης. Δωρεάν έλαβαν οι νέοι απόστολοι του Χριστού, δωρεάν έδιδαν, σε πλούσιους και φτωχούς, ξένους και οικείους, ακόμη και στα άλογα ζώα, την ιατρική θεραπεία. Δεν ζητούσαν χρήματα, αλλά όλα γίνονταν με την επίκληση του ονόματος του Χριστού. Κοιμήθηκαν ειρηνικά. Στον ναό που ανεγέρθηκε επάνω από τους τάφους τους στην τοποθεσία Φερεμάν συνέρρεε πλήθος ασθενών ανθρώπων, οι οποίοι έμεναν  επί μέρες στον ναό, μέχρις ότου η χάρις του Θεού, διά πρεσβειών των Αγίων Αναργύρων, τους θεραπεύσει («Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας», εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ, τόμος 3).

Η ύλη είναι απορριπτέα από την χριστιανική πίστη και παράδοση; Η απάντηση είναι όχι. Το πρόβλημα του ανθρώπου δεν είναι ο πλούτος και τα αγαθά, αλλά η πεποίθηση σ’ αυτά και η χρήση τους ως ισοδύναμα της ευτυχίας. Στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της παραβολής του πλούσιου και του Λαζάρου συνειδητοποιούμε ότι ο πλούσιος δεν καταδικάστηκε διότι είχε χρήματα, αλλά γιατί τα κράτησε για τον εαυτό του, δεν ελέησε και νόμιζε ότι χάρις σ’ αυτά θα ζει για πάντα. Ο υλιστικός πολιτισμός δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι επειδή τα χρήματα και τα αγαθά έχουν χειροπιαστό αντίκρισμα στην ζωή μας, είναι η βάση και για την ευτυχία μας. Το μέσο γίνεται σκοπός. Και καλλιεργούμε τόσο για τους εαυτούς μας, όσο και για τα παιδιά μας την πεποίθηση ότι η ύλη είναι το παν. Φτάνουμε έτσι σήμερα να καθυστερούμε να δεσμευτούμε, να κάνουμε οικογένεια, να θέλουμε παιδιά, αρκούμενοι στο ένα ή στα δύο για να έχουμε χρήματα ώστε να μην τους λείψει τίποτα και όλη η ζωη μας περιστρέφεται γύρω από το χρήμα και την ύλη. Πόσες φιλονικίες γίνονται για την διανομή της πατρικής περιουσίας; Πόσοι άνθρωποι γίνονται εχθροί μεταξύ τους, μόνο και μόνο διότι δεν μπορούν να συνεννοηθούν ή ανταγωνίζονται ή ζηλεύουν για τα υλικά αγαθά των άλλων;  

          Από τη άλλη, σε δοκιμασίες της ζωής μας, αυτές που ήρθαν και αυτές που θα έρθουν, νιώθουμε ότι αν έχουμε χρήματα, μπορούμε να τις αντιμετωπίσουμε. Είναι έτσι ο πολιτισμός και ο κόσμος μας που τα πάντα περνούνε μέσα από την οικονομία. Η επιστήμη, -τεχνολογία,  ιατρική,- όλες οι επιστήμες, χρειάζονται χρήματα για να μπορέσουν να αναπτυχθούν, να δώσουν καινούργιες μορφές παράτασης της ζωής και βελτίωσης της ποιότητάς της, ενώ όλη η καθημερινότητά μας είναι στηριγμένη στην κατανάλωση, δηλαδή στην ύλη. Η εμφάνισή μας, ο τρόπος που σχετιζόμαστε με τους άλλους, τα όνειρά μας, όλα έχουν να κάνουν με τα χρήματα. Κι έτσι η ζωή μας περνά με την εμπιστοσύνη στην ύλη.

Οι Άγιοι Ανάργυροι όμως εβδελύξαντο την ύλη. Άφησαν στην άκρη τη φθορά της, καθώς η ύλη από μόνη της δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την φθορά που ο χρόνος, η αμαρτία και ο θάνατος μας προκαλούν, ενώ μας ρίχνει και στην φθορά της ψυχής, στον πνευματικό θάνατο, όταν προσκολληθούμε σ’ αυτήν. Πόσες ιδεολογίες δεν πέρασαν από την ιστορία της ανθρωπότητας και κατέπεσαν, διότι υποσχέθηκαν στον άνθρωπο εξουσία ή ισότητα στην διανομή των αγαθών, για να περνά ο άνθρωπος καλά σ’ αυτήν την ζωή, και εφθάρησαν μαζί του! Οι Άγιοι Ανάργυροι προέκριναν της ύλης την αγάπη στο Θεό. Γνώμονάς τους έγινε ο άλλος. Και ζούνε αιώνια, νικώντας την φθορά και τον θάνατο.

 

Σάββατο 7 Αυγούστου 2021

«τότε ἥψατο τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν λέγων»

 

«τότε ἥψατο τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν λέγων» (Ματθ. 9, 29)  «Τότε ἄγγιξε τα μάτια τους καί εἶπε»

Είναι χαρακτηριστικό ένα παράδειγμα δύο θαυμάτων που γίνονται και συνεχόμενα. Ο Χριστός δίνει το φως σε δύο τυφλούς αγγίζοντάς τους και θεραπεύει έναν δαιμονισμένο, που ο διάβολος του είχε στερήσει την ακοή. Δεν βλέπουμε τον Χριστό να αδιαφορεί για το έλλειμμα στην λειτουργία των αισθήσεων στους ανθρώπους. Αντίθετα, δίνει το φως και την ακοή σ’ αυτούς που έχουν ανάγκη χρησιμοποιώντας την αίσθηση της αφής, χωρίς να συζητά για το πώς θα χρησιμοποιήσουν τις δωρεές αυτές οι θεραπευθέντες.

            Ο Χριστός θέλει τους ανθρώπους ακέραιους. Η ακεραιότητα δεν περιλαμβάνει μόνο την ίαση της ψυχής, αλλά συμπεριλαμβάνει και το σώμα. Για τον Χριστό οι αισθήσεις είναι δωρεά του Θεού στον άνθρωπο, προκειμένου να αντιλαμβάνεται τον κόσμο και την ίδια στιγμή να σχετίζεται με τους συνανθρώπους του. Όταν ο άνθρωπος δεν βλέπει, όταν δεν ακούει στερείται την πληρότητα. Δεν πλαστήκαμε για να παραμείνουμε στην ατέλεια του ελλείμματος. Πλαστήκαμε για να πορευτούμε στην ομοίωση του Θεού. Και η ομοίωση δεν είναι μόνο στο μέρος της ψυχής, αλλά περιλαμβάνει και το σώμα. Γι’ αυτό και ο Χριστός προσέλαβε το σώμα και την ψυχή μας, δηλαδή την φύση μας, για να μας δείξει ότι σ΄ Αυτόν όλα είναι ευλογημένα, όλα αγιάζονται, όλα αναζητούν και βρίσκουν την ακεραιότητά τους.

Το ερώτημα που θέτει ο Χριστός στους τυφλούς είναι κατά πόσον πιστεύουν. Κριτήριο της χρήσης των αισθήσεων είναι η πίστη. Πίστη σημαίνει εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού, στην αγάπη Του, στο Ευαγγέλιό του, στην κοινωνία με το πρόσωπο του Χριστού. Αν πιστεύουμε, οι αισθήσεις μας λειτουργούν δοξολογικά και ευχαριστιακά. Δοξάζουμε τον Θεό για την αγάπη Του. Τον ευχαριστούμε γιατί μας δίνει τη ευκαιρία μέσα από την όραση, την ακοή, την αφή, την γεύση, την όσφρηση, τον λόγο και την σιωπή να μπορούμε να συναντήσουμε και Εκείνον και τον πλησίον μας. Καλούμαστε δηλαδή να υπερβούμε την λογική της χρήσης και να περάσουμε στην δυναμική της αγάπης. Όποιος μένει στο να χρησιμοποιεί τις αισθήσεις του, δηλαδή το σώμα του, το σώμα των άλλων, τις αισθήσεις των άλλων χωρίς αγάπη, χωρίς ευθύνη, χωρίς έγνοια, δεν πιστεύει στην πραγματικότητα ή η πίστη του είναι ελλιπής.

Εκτός από την έλλειψη των αισθήσεων υπάρχει και η περίπτωση της λανθασμένης τους χρήσης.  Κι εδώ ο Χριστός επεμβαίνει για να τις θεραπεύσει από την αμαρτία. Τα μάτια μας να μην λειτουργούν με πονηριά. Τα αυτά μας να μην ευχαριστιούνται με τον κακό λόγο. Η αφή μας να μην χτυπά, να μην εκμεταλλεύεται, να μην υποτάσσει. Η όσφρησή μας και η γεύση μας να μην οδηγούν στην αυτάρκεια που εγκλωβίζει στο εγώ, αλλά στο μέτρο που μας κάνει πέρα από την επιβίωση να βλέπουμε τον σκοπό της ζωής, δηλαδή την αγάπη. Ο λόγος μας να σώζει, να ομορφαίνει την ζωή του άλλου, να αποκαλύπτει την αλήθεια, να γίνεται δημιουργικότητα. Και την ίδια στιγμή όλες οι αισθήσεις να οδηγούν στον Χριστό!

            Η χριστιανική πίστη δεν φυλακίζει τις αισθήσεις με την έννοια της σκλαβιάς. Τις περιφρουρεί, ώστε να μπορούμε να  εργαστούμε στην προοπτική της αγάπης. «Τας θύρας, τας θύρας εν σοφία πρόσχωμεν». Ο πολιτισμός άφησε στην άκρη την αγάπη και στην θέση της έβαλε την ηδονή. Άφησε στην άκρη την σχέση με τον Θεό και την Εκκλησία ως σχέση εμπιστοσύνης και υιοθέτησε την αντίληψη ότι η θρησκεία είναι καταπίεση και μόνο ηθική. Μηδένισε την αιωνιότητα και υιοθέτησε το δόγμα του «εδώ και τώρα». Έτσι η ικανοποίηση των αισθήσεων έγινε το δόγμα του πολιτισμού μας. Ας αναζητήσουμε το νόημα της λειτουργίας των αισθήσεων στα πλαίσια της αυθεντικής χριστιανικής παράδοσης, ώστε και δι΄ αυτών να δοξάζεται ο Θεός.

Σάββατο 31 Ιουλίου 2021

ίνα δε ειδήτε ότι εξουσίαν έχει ο υιός του ανθρώπου αφιέναι επί της γης αμαρτίας

 

ίνα δε ειδήτε ότι εξουσίαν έχει ο υιός του ανθρώπου αφιέναι επί της γης αμαρτίας

 Όπως πολλές φορές έχουμε δει, σχεδόν σε κάθε θαύμα που έκανε ο Χριστός, απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η πίστη εκείνου που το ζητά. Τόσο ο παράλυτος της σημερινής περικοπής, όσο και οι άνθρωποι που τον μετέφεραν, είχαν πίστη μέσα τους, γι αυτό και ο Κύριος, πριν ακόμα εκφράσουν με λόγια την επιθυμία τους, σπεύδει να παράσχει την ίαση. Πίστη όμως είναι η βεβαιότητα ότι για τον Θεό τα πάντα είναι δυνατά, ότι στο θέλημά Του τίποτα δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο, ότι ο Θεός νοιάζεται για τα πλάσματά Του και συντρέχει σε όσους Τον επικαλούνται με ταπείνωση και συντριβή καρδίας. Πίστη είναι η σιγουριά για πράγματα που δεν είναι ορατά με το ανθρώπινο μάτι, όπως η άφεση των αμαρτιών την οποία παρέχει σήμερα ο Κύριος στον παράλυτο ή καλύτερα πίστη είναι η σιγουριά ότι ο Θεός προετοιμάζει τον καθένα μας για κάτι ανώτερο, να γίνουμε άγιοι, όχι καλά.

Ο Χριστός είναι ο ιατρός όχι μόνο των σωμάτων, αλλά και των ψυχών μας. Θεωρεί τον άνθρωπο στο σύνολό του, και δεν περιορίζεται μόνο στη σωματική ασθένεια, γι αυτό και πρώτα ασχολείται με τη θεραπεία της ψυχής, με την συγχώρεση των αμαρτιών. Για τον Θεό δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία η σωματική μας ακεραιότητα, όσο η πνευματική μας υγεία. Το κάθε θαύμα, ακόμα και όταν πρόκειται για αποκατάσταση μιας σωματικής ασθένειας, στοχεύει στην πνευματική μας προκοπή και τελείωση. Κι εδώ συχνά κάνουμε ένα μεγάλο σφάλμα, όταν παρακαλούμε στις προσευχές μας τον Κύριο να μας βοηθήσει σε πράγματα που έχουν σχέση είτε με την καθημερινότητά μας είτε με την σωματική μας υγεία. Καλά κάνουμε βέβαια και παρακαλούμε τον Θεό για όλα αυτά, όμως πρωτίστως οφείλουμε να ενδιαφερόμαστε και να Τον παρακαλούμε για την ψυχική μας θεραπεία, για τη συγχώρεση των αμαρτιών μας, για την καλλιέργεια των αρετών.

Τέλος, ο Θεός δίνει την εξουσία στους ανθρώπους και της αφέσεως των αμαρτιών, και της σωματικής θαυματουργίας. Βέβαια, ο Χριστός δεν είναι ένας απλός άνθρωπος, είναι ο σαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού, έχει την εξουσία αυτή και την παραχωρεί και στους ανθρώπους. Παραχωρεί την εξουσία της αφέσεως των αμαρτιών στους αγίους Αποστόλους και μέσα στην Εκκλησία στους Επισκόπους και τους Ιερείς. 

Ο Θεός θαυματουργεί στη ζωή μας, τόσο μέσα από ανθρώπους χαρισματικούς, όσο και μέσα από τα Μυστήρια της Εκκλησίας μας, κυρίως δε με την Εξομολόγηση και την Θεία Ευχαριστία, που αποτελούν το θεραπευτήριο της ψυχής μας. Πίστη επομένως στον Θεό, καρδιά χωρίς αμφιβολίες και μέριμνα πρωτίστως για τα πνευματικά αγαθά είναι αυτά που χρειαζόμαστε όλοι μας. Και ακόμη, ζωή Μυστηριακή, όχι ατομική θρησκευτικότητα, αλλά συνδεδεμένη με την Εκκλησία, η οποία αποτελεί το σώμα του Χριστού και προσφέρει στον καθένα μας το διαρκές θαύμα της σωτηρίας.

Σάββατο 17 Ιουλίου 2021

Τα καλά και ωφέλημα

 

“Ταῦτά ἐστι τὰ καλὰ καὶ ὠφέλιμα τοῖς ἀνθρώποις” (Τίτ. 3, 8)  “Αὐτὰ εἶναι τὰ καλὰ καὶ τὰ χρήσιμα στοὺς ἀνθρώπους” 

 

Ο απόστολος Παύλος, απευθυνόμενος στον μαθητή του Τίτο, σε ένα απόσπασμα το οποίο διαβάζεται από την Εκκλησία μας όταν τιμούμε την μνήμη των Πατέρων της Δ’ και της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, στις οποίες λύθηκε οριστικά το χριστολογικό ζήτημα, δηλαδή το ποιος είναι ο Χριστός και με ποιον τρόπο μπορούμε να σχετιστούμε μαζί Του, αλλά και να Τον απεικονίσουμε στην ζωή μας, και επομένως με τον συνάνθρωπό μας στην Εκκλησία, αναφέρει ότι ο λόγος της αλήθειας επιβεβαιώνεται με την διάκριση στα καλά έργα. Ο λόγος της πίστης και ο λόγος της πράξης είναι “τα καλά και ωφέλιμα τοις ανθρώποις”.

Τα καλά έργα δεν είναι μόνο απόδειξη της πίστεώς μας στον Χριστό, γιατί πράττουμε ό,τι είναι καλό για τον άλλον στο όνομα του Χριστού, αλλά απευθυνόμενοι στους άλλους, ο απόστολος Παύλος μας υποδεικνύει ότι η χριστιανική πίστη και ζωή δεν είναι για τον εαυτό μας, ούτε εγκλωβίζεται στο “εγώ” και την ατομική μας σωτηρία, αλλά γίνεται γεγονός κοινωνίας, γεγονός συνάντησης, γεγονός αυθεντικής συνύπαρξης. Αυτό είναι η Εκκλησία. Δεν σωζόμαστε μόνοι μας. Δεν μπορούμε μόνοι μας να ζήσουμε την αλήθεια, αλλά στην συνάντηση με τους αδελφούς μας. Δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για την αλήθεια μας, εάν αυτή δεν επικυρώνεται από την παράδοσή μας, από το πατερικό πνεύμα, από την ιστορική πορεία του λαού του Θεού, από την σύνολη Εκκλησία.

Το ερώτημα ξαναέρχεται σε μας τους χριστιανούς:  υπάρχουμε για να δείχνουμε το καλό και το αληθινά ωφέλιμο στους ανθρώπους με την πίστη και τα έργα μας ή κλεινόμαστε κι εμείς στο δικό μας θρησκευτικό εγώ, θεωρώντας ότι αρκεί να σώσουμε την ψυχή μας και όλα καλά;

Ο Παράδεισος είναι για να πάμε μαζί και όχι μόνοι μας. Η Εκκλησία, στην πνευματική της πρόταση και εμπειρία, δεν θα πάψει να προτείνει τον άνθρωπο που κοινωνεί με τον συνάνθρωπό του τον Χριστό. Και η συνύπαρξη θέλει θυσία. Θέλει ανοχή. Θέλει σταθερότητα και επιμονή στην αλήθεια, όπως την διδαχθήκαμε.  

 

Σάββατο 3 Ιουλίου 2021

«Γιατί ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις»

 

«Οὐ γάρ ἐστί προσωποληψία παρά τῷ Θεῷ» (Ρωμ. 2, 11)   «Γιατί ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις»

 

            Οι άνθρωποι θέλουμε την ιδιαίτερη συμπάθεια από αυτούς που αγαπούμε και θεωρούμε ότι μας αγαπούνε. Ζητάμε ένα σημάδι εύνοιας, ενδιαφέροντος. Δεν μας πειράζει να υπάρχει μία μικρή μεροληψία, μία προσωποληψία, αρκεί να είναι υπέρ μας. Μας ενοχλεί όταν η εύνοια ή αυτό που εμείς θεωρούμε ως εύνοια είναι υπέρ των άλλων και σπεύδουμε να καταγγείλουμε την αδικία ή να εκφράσουμε το παράπονό μας.

            Αυτό συμβαίνει και στην σχέση μας με τον Θεό. Ζητούμε συχνά την εύνοια Του. Να δώσει τα πράγματα όπως εμείς τα θέλουμε. Συγκρίνουμε την δική μας πορεία με τα γεγονότα στην ζωή των άλλων, για να ελέγξουμε αν οι άλλοι έχουν περισσότερες ευλογίες και να εκφράσουμε το παράπονό μας έναντι του Θεού ότι είναι άδικος, διότι δε βλέπει ότι Τον αγαπούμε, ότι παλεύουμε να τηρήσουμε τις εντολές Του. Μοιάζουμε με τα παιδιά που απαιτούν από τον πατέρα τους την ικανοποίηση των επιθυμιών τους και είναι έτοιμα να γκρινιάξουν αν δεν δούνε την εκπλήρωση ή ζηλεύουν όταν τα αδέρφια τους τυγχάνουν ευνοϊκής μεταχείρισης, σημείο βεβαίως της διαφορετικότητας στην στάση έναντι του κάθε ανθρώπου.

            Παρόλα αυτά, συνήθως βλέπουμε τον Θεό να είναι απρόβλεπτος. Άλλοτε μας δίνει αυτό που επιζητούμε, συχνά όμως όχι. Ιδίως σε ό,τι έχει να κάνει με την υγεία και την ζωή ο Θεός συχνά είναι σκληρός έναντί μας σε δοκιμασίες. Μας παιδαγωγεί με έναν τρόπο που δεν είναι ευχάριστος. Θέλει υπομονή στις δυσκολίες. Θέλει απόφαση αποδοχής του τρόπου του Θεού, καθώς ο Θεός βλέπει την πορεία μας στην προοπτική της αιωνιότητας και όχι του τώρα μόνο.

            Βεβαίως, υπάρχει και το θέλημά μας, η γνώμη μας. Αυτό σημαίνει ότι ο καθένας μας μπορεί να προχωρήσει με πίστη στον Θεό, κατά το θέλημα του Θεού και με υπομονή για να δει τι ακριβώς επιτρέπει ο Θεός να συμβεί στα ΟΧΙ που μας λέει ή να πορευθεί κατά τις προσωπικές επιθυμίες, κατά τον τρόπο της αυτοθέωσης, με αποτέλεσμα να εκλαμβάνει τα ΟΧΙ του Θεού είτε ως αδικία και αφορμή παραπόνου, είτε ως αποτέλεσμα της δήθεν ανυπαρξίας του Θεού.  Ζητάμε από τον Θεό βοήθεια στα δύσκολα, ενώ στο μεγαλύτερο διάστημα της ζωής μας η δική μας γνώμη μάς οδηγεί. Ζητάμε από τον Θεό να διορθώσει όσα έχουμε κάνει λάθος, αλλά δεν ξεκινάμε από Εκείνον.

            Δεν είναι προσωπολήπτης ο Θεός. Δεν δείχνει αλλιώτικη εύνοια επειδή έχει αδυναμία σε κάποιον και απέχθεια σε άλλον. Θέλει ο κάθε άνθρωπος να σωθεί, αλλά επιτρέπει ή στέλνει εκβάσεις στην ζωή μας για να παιδαγωγήσει την γνώμη μας και να μας κάνει να μην έχουμε δικαιολογία για την αμέλεια για την σωτηρία μας. Δεν ξεχωρίζει ανθρώπους και λαούς. Δεν έχει περιούσιους λαούς, αλλά μιλά σε όλους τους ανθρώπους με τον τρόπο που ο καθένας μπορεί να κατανοήσει, για να μας οδηγήσει στην σωτηρία. Μπορεί να φαίνεται ότι ευνοεί λαούς, αλλά μάλλον αυτοί πιστεύουν περισσότερο σε Εκείνον και Τον επικαλούνται, για να λάβουν βοήθεια. Ενώνουν δηλαδή την γνώμη τους με το θέλημά Του και γι’ αυτό φαίνονται ευνοημένοι. Όλοι οι άνθρωποι όμως έχουν την αγάπη του Θεού. Το ερώτημα είναι κατά πόσον την αποδέχονται.

            Ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης. Μεριμνά για τα πετεινά του ουρανού και τα κρίνα του αγρού. Μεριμνά για τον καθέναν μας ξεχωριστά. Ας μην ζητάμε εύνοιες, αλλά ας δεχόμαστε και ας εφαρμόζουμε στην ζωή μας το θέλημά Του. Κάθε γεγονός εξαρτάται από τον δικό μας τρόπο θέασης, αν το δούμε ως αφορμή σωτηρίας ή ως αφορμή μεμψιμοιρίας και, τελικά, απώλειας. Ας νιώθουμε όπως τα παιδιά έναντι του πατέρα τους, ότι γνωρίζουν πως η πατρική αγάπη δεν είναι κλειστή, δηλαδή απευθύνεται μόνο προς ένα από τα παιδιά, αλλά είναι ανοιχτή, απευθύνεται προς όλα, μόνο που δίνεται με διαφορετικό τρόπο στο καθένα. Και ας έχουμε εμπιστοσύνη στην σοφία και την αγάπη του Θεού. Ας παλεύουμε όχι για την εύνοιά Του επειδή το δικαιούμαστε, αλλά για να φανούμε άξιοι της αγάπης Του, που είναι χωρίς μέτρο και όριο.

            Ο Θεός είναι η παρηγοριά μας. Ό,τι και να μας δίδει ή να επιτρέπει στην ζωή μας να συμβαίνει, ας το δεχόμαστε με ταπείνωση και υπομονή. Η παρουσία Του είναι το κλειδί. Δικαιοσύνη Του είναι η αγάπη. Και ας Τον παρακαλούμε για όλο τον κόσμο, όχι να μεροληπτήσει, αλλά να δώσει κατά το μέτρο του καθενός. Κι εμείς ας μην προσωποληπτούμε, αλλά, με αγάπη, να μοιραζόμαστε με όλους αυτό που μπορούμε. Αυτό που μας δόθηκε. Την χάρη και το έλεός Του, αλλά και το καθετί!

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Σάββατο 26 Ιουνίου 2021

Άγιοι Πάντες!

 

Τοιγαροῦν καὶ ἡμεῖς, τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων, ὄγκον ἀποθέμενοι πάντα καὶ τὴν εὐπερίστατον ἁμαρτίαν, δι᾿ ὑπομονῆς τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν ᾿Ιησοῦν.

῎Εχοντας, λοιπόν, γύρω μας μιὰ τόσο μεγάλη στρατιὰ μαρτύρων, ἂς τινάξουμε ἀπὸ πάνω μας κάθε φορτίο, καὶ τὴν ἁμαρτία ποὺ εὔκολα μᾶς ἐμπλέκει, κι ἂς τρέχουμε μὲ ὑπομονὴ τὸ ἀγώνισμα τοῦ δύσκολου δρόμου ποὺ ἔχουμε μπροστά μας. ῍Ας ἔχουμε τὰ μάτια μας προσηλωμένα στὸν ᾿Ιησοῦ, ποὺ μᾶς ἔδωσε τὴν πίστη, τὴν ὁποία καὶ τελειοποιεῖ.

 

Πόσο αξίζουν οι Άγιοι; Απέδειξαν με τη ζωή τους την ύπαρξη του Θεού, δόξασαν τον Θεό με τη ζωή τους και την ομολογία τους. Αυτοί έδειξαν στους γύρω τους πόσο ψηλά μπορεί να φθάσει ο άνθρωπος, σε ποια ύψη αρετής και αυταπαρνήσεως και προσφοράς μπορεί να ανέλθει.

Οι Άγιοι δεν πέθανα ποτέ. Ζουν ανάμεσά μας. Τους αισθανόμαστε ολοζώντανους να πρεσβεύουν για μας. Να δέονται για τον κόσμο μας. Να μας μεταγγίζουν τη Χάρη του Θεού. Γι’ αυτούς ο Θεός δεν καταστρέφει τον κόσμο. Γι’ αυτούς δεν εγκαταλείπει και όλους εμάς που παραβαίνουμε τόσο εύκολα το θέλημά του.

Η εορτή των Αγίων Πάντων έχει και προφητικό χαρακτήρα. Έχει θεσπισθεί και για τους «επιγενησομένους αγίους», για αυτούς, δηλαδή, που θα αγιάσουν στο μέλλον.

Το στεφάνι της αγιότητας δεν είναι μόνο για τους μάρτυρες και για εκείνους που έχυσαν το αίμα τους για την πίστη του Χριστού. Μάρτυρες θεωρούνται όλοι όσοι αγωνίσθηκαν και αγωνίζονται με συνέπεια στον στίβο της αρετής. Είναι αυτοί που καθημερινά βιώνουν τον λόγο του Ευαγγελίου, τον λόγο του Σταυρού. Αυτοί που παλεύουν με τα πάθη τους και υπομένουν καρτερικά τις δοκιμασίες της ζωής, ελπίζοντας στην Ανάσταση!

Ας εκτιμήσουμε τη ζωή τους κι ας μιμηθούμε το άγιοι παράδειγμά τους.

Σάββατο 5 Ιουνίου 2021

«Πληγάς επιθέντες»

 «Πολλάς τε ἐπιθέντες αὐτοῖς πληγάς ἔβαλον εἰς φυλακήν, παραγγείλαντες τῷ δεσμοφύλακι ἀσφαλῶς τηρεῖν αὐτούς» (Πράξ. 16, 23)

«Τους έδωσαν πολλά χτυπήματα και μετά τους έβαλαν στη φυλακή κι έδωσαν εντολή στον δεσμοφύλακα να τους φυλάει ασφαλισμένους καλά».

             Η ζωή του χριστιανού εξ αρχής είναι συνδεδεμένη με την αμφισβήτηση. Δεν είναι μόνο ότι η πίστη στον Χριστό γεννά έναν τρόπο ζωής που δεν ευχαριστεί τον κόσμο, καθώς κύριες πτυχές αυτού του τρόπου είναι η άρνηση της εξουσίας του εγώ, η ασκητικότητα, ή η αγάπη που κάνει τον άνθρωπο να μην αντιδρά με τον συνηθισμένο τρόπο της συμφεροντολογίας, της εκδίκησης, της έγνοιας για πλουτισμό, αλλά να προσφέρει και να προσφέρεται. Είναι και η πίστη στην αιωνιότητα και την ανάσταση, δηλαδή η αφοβία για τον θάνατο που γεννά απορίες. Πώς σε μία πραγματικότητα στην οποία ο θάνατος είναι ο μέγιστος εχθρός, διότι είναι ο μεγάλος άγνωστος, έρχονται άνθρωποι οι οποίοι αδιαφορούν γι’ αυτόν, επικαλούμενοι την εμπιστοσύνη σε έναν Θεό νικητή του θανάτου, ο Οποίος περιμένει όλους σε μια κοινωνία αγάπης και φωτός, σε μια κοινωνία στη οποία οι κοινωνικές, ταξικές και άλλες ιδιότητες δεν έχουν καμία σημασία, αλλά το μόνο που μετρά είναι η αγάπη; Δεν είναι ενοχλητική μια τέτοια ελευθερία από το ήθος του κόσμου; Γι’ αυτό και ουδέποτε, ακόμη και στις πιο ευνοϊκές για την θέση των χριστιανών ιστορικές περιόδους, η αμφισβήτηση δεν θα σταματήσει.

            Στην ολοκλήρωση της αναστάσιμης περιόδου η Εκκλησία μας υπενθυμίζει το πέρασμα του αποστόλου Παύλου, ο οποίος μαζί με τον συνεργάτη του απόστολο Σίλα, βρίσκονται στους Φιλίππους, την σημερινή Καβάλα της Μακεδονίας. Έχουν ήδη διδάξει και, κυρίως, έχουν στερήσει από τα αφεντικά της μία κοπέλα που είχε καταληφθεί από το δαιμόνιο της μαντείας και τους εξασφάλιζε πολλά χρήματα ως μάντισσα, μέντιουμ εκείνης της εποχής. Έθιξαν συμφέροντα με την αλήθεια και την δύναμη του Θεού, η οποία όμως δεν αποσκοπούσε στο να εξαναγκάσει τους ανθρώπους να πιστέψουν, αλλά να διακρίνουν την αλήθεια, πέρα από τα συμφέροντα, την εκμετάλλευση και τον θάνατο. Και η απάντηση των ανθρώπων ήταν η απόρριψη του εμφανούς θαύματος, η παράδοση των αποστόλων στις αρχές με την κατηγορία ότι είναι Ιουδαίοι και έρχονται να φέρουν καινούργια έθιμα στην ρωμαϊκή διοίκηση, με αποτέλεσμα οι απόστολοι να υποστούν πολλά χτυπήματα, να φάνε πολύ ξύλο και να φυλακιστούν, για να δικαστούν και να οδηγηθούν πιθανότητα στο μαρτύριο, εάν άγγελος Κυρίου δεν τους έβγαζε από την φυλακή, δείχνοντας την δύναμη του Θεού.

            «Πληγάς επιθέντες». Ο λόγος του Χριστού ότι αν Εκείνον τον εδίωξαν και όσους Τον ακολουθήσουν θα τους διώξουν έχει ισχύ στους αποστόλους, αλλά και σε κάθε χριστιανό, όπως και στους καιρούς μας. Μπορεί αρκετοί εξ ημών και επίσημα χείλη να λένε ότι η Εκκλησία δεν υφίσταται διωγμό. Δεν θέλουν, για λόγους αβρότητας ή για να μην προκαλούν ή για να μην διασπάσουν μια επιφανειακή ενότητα, παραθεωρώντας ότι ο Χριστός δεν ήρθε για να φέρει ειρήνη αλλά μάχαιρα στην κοσμική νοοτροπία, να παραδεχτούν ότι οι πιστοί υφίστανται πληγές στους καιρούς μας. Η κυριότερη πληγή είναι η άρνηση της Ανάστασης του Χριστού. Η άρνηση δηλαδή της πραγματικής Του φύσης, που είναι η Θεανθρώπινη. Από κει ξεκινούν όλα. Αν πιστεύουμε σε έναν Άνθρωπο, όσο σπουδαίος κι αν είναι αυτός, όλα όσα μας έχει αφήσει είναι γήινα, χωμάτινα, συμβολικά. Γιατί να μην αμφισβητηθεί τότε η Θεία Κοινωνία; Αν πιστεύουμε σε έναν Άνθρωπο, τότε μπορούμε να μετατρέψουμε την πίστη σε θρησκεία, χρήσιμη ως ένα μεταφυσικό όραμα ή ως μια κοινωνική ανακούφιση στους πάσχοντες και μη έχοντες, όχι όμως ως σωτηρία και αιώνια ζωή. Με μια ιδέα ξεμπερδεύεις εύκολα, αντιτάσσοντας μιαν άλλη, που μπορεί να είναι πιο ελκυστική, αφού τα πάντα είναι θέμα αριθμών, θέμα οπαδών. Αν πιστεύουμε σε έναν Άνθρωπο, τότε δεν χρειάζεται η ασκητικότητα, η εγκράτεια, η σωφροσύνη, το μέτρο όχι ως φιλοσοφικές αντιλήψεις, αλλά ως υπακοή σε εντολές και την ίδια στιγμή ως κάθαρση καρδιάς για να δεχτούμε εντός μας Αυτόν που αγαπούμε, ο Οποίος υπήρξε, υπάρχει και θα υπάρχει!

            «Πληγάς επιθέντες». Κάθε εποχή οι άνθρωποι που δεν πιστεύουν στην Ανάσταση του Χριστού, που δεν Τον αποδέχονται ως Θεάνθρωπο, αρνούνται το θαύμα. Βλέπουν μπροστά στα μάτια τους την δύναμη που ο Θεάνθρωπος δίνει στους αγίους Του. Την σοφία. Την αγάπη. Την αντοχή. Την θυσία είτε του αίματος είτε της συνειδήσεως για χάρη Του. Και ενώ βλέπουν, δεν βλέπουν. Και ενώ ακούνε, δεν ακούνε. Τυφλωμένοι από το «εγώ» τους, όπως κι αν αυτό εκφράζεται, δεν έχουν ούτε την καλοπροαίρετη στάση να μείνουν με σεβασμό μπροστά σε ό,τι δεν μπορούν να ερμηνεύσουν λογικά, αλλά απορρίπτουν με την ειρωνεία, την επιθετικότητα, την κακία κάποτε, τον πόνο γι ’αυτούς  όσων αγαπούν, όσων προσεύχονται, όσων θα ήθελαν να έλθουν σε επίγνωση αληθείας και να σωθούν. Είναι χαρακτηριστικές οι εικόνες από τα συναξάρια των αγίων κάθε εποχής. Μπροστά στο μαρτύριο οι άγιοι να προσεύχονται και για τους διώκτες τους κι εκείνοι ασυγκίνητοι να παρακολουθούν τα μαρτύρια και να επιμένουν αμετανόητοι. Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη πληγή για τους χριστιανούς. Οι άνθρωποι να αρνούνται την αγάπη, είτε διαστρέφοντας το περιεχόμενό της, είτε προσπερνώντας την επιδεικτικά είτε θεωρώντας την επικίνδυνη.

            Η αμφισβήτηση της πίστης είναι στοιχείο απαρχής! Η πίστη στην Ανάσταση, αλλά και η αίσθηση ότι η Εκκλησία ουδέποτε θα πάψει να είναι καινή κτίσις, το καινούργιο της αγάπης, της ελπίδας, της υπέρβασης κάθε μικρότητας είναι ο λόγος που θα συνεχίσει να μας εμπνέει και να μας οδηγεί στον Χριστό. Σημάδι του καινούργιου είναι η μετοχή μας στην Θεία Ευχαριστία. Στο μυστήριο των μυστηρίων, στο θαύμα των θαυμάτων, το οποίο γίνεται Χριστός, τα πάντα τοις πάσι. Στην συνάντηση των προσώπων. Στην προσευχή και την ψαλμωδία, όπως στην φυλακή των Φιλίππων. Και τα δεσμά θα πέφτουν, οι πληγές θα θεραπεύονται και η ελευθερία της ανάστασης και της αγάπης θα δίδεται!

Χριστός Ανέστη!

                                                                                π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Σάββατο 29 Μαΐου 2021

«Τῇ προθέσει τῆς καρδίας».

 ΤΗ ΠΡΟΘΕΣΕΙ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΠΡΟΣΜΕΝΕΙΝ ΤΩ ΚΥΡΙΩ

«Ἑξαπέστειλαν Βαρνάβαν διελθεῖν ἕως Ἀντιοχείας. Ὅς παραγενόμενος καί ἰδών τήν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐχάρη, καί παρεκάλει πάντας τῇ προθέσει τῆς καρδίας προσμένειν τῷ Κυρίῳ» (Πράξ. 11, 22-23)

«Η εκκλησία των Ιεροσολύμων έστειλε τον Βαρνάβα να πάει στην Αντιόχεια. Αυτός, όταν έφτασε εκεί και είδε το έργο της χάριτος του Θεού, χάρηκε και τους συμβούλευε όλους να μένουν αφοσιωμένοι στον Κύριο με όλη τους την καρδιά»

             Μία φράση με λεπτές αποχρώσεις καταγράφει το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων. Ο απόστολος Βαρνάβας αποστέλλεται στην εκκλησία της Αντιόχειας, εκεί όπου οι χριστιανοί αρχίζουν να αυξάνουν και ως προς τον αριθμό και ως προς τον ζήλο, σε μια πόλη που θα μπορούσε κάποιος να την χαρακτηρίσει με σημερινούς όρους ως το Παρίσι της Ανατολής. Δεν ήταν μόνο ο πλούτος. Ήταν το πολιτιστικό επίπεδο, η αρχοντιά και η παιδεία, ένα αίσθημα ανωτερότητας έναντι των άλλων, που την ξεχωρίζει, μια πόλη αριστοκρατική η οποία αρχίζει να νιώθει στα σπλάχνα της τον σπόρο του χριστιανισμού να καρποφορεί. Ο Βαρνάβας συμβουλεύει όλους «τῇ προθέσει τῆς καρδίας» να παραμένουν αφοσιωμένοι στον Χριστό.

«Τῇ προθέσει τῆς καρδίας». Δεν είναι μόνο ο ζήλος, η αφοσίωση της καρδιάς που γίνεται ζητούμενο σε μία πίστη, σ’ ένα έργο, σε έναν αγώνα, σε μία σχέση. Είναι και η πρόθεση της  καρδιάς. Ο σκοπός της. Το μικρό ίχνος από το οποίο ξεκινά η γέννα του συναισθήματος, της ιδέας, της επιθυμίας, της απόφασης. Είναι το αφανές, που κάποτε δεν το συνειδητοποιούμε ούτε οι ίδιοι ότι μας ωθεί να σκεφτούμε, να επιθυμήσουμε, να πράξουμε. Είναι το κατά βάθος μας. Και είναι τόσο σημαντικό. Η πρόθεση της καρδιάς είναι η αλήθεια μας. Είναι ό,τι μας παροτρύνει. Συνήθως σκεπάζουμε αυτή την αφετηρία. Την ωραιοποιούμε, τη βαφτίζουμε, την ταυτίζουμε με άλλες προθέσεις. Θέλουμε το καλό του άλλου, θέλουμε το καλό το δικό μας. Συχνά κρύβεται η ιδιοτέλεια, η οποία είναι η πρώτη σκέψη μας. Ο εγκλωβισμός στο ατομικό καλό, το οποίο προηγείται. Κάποτε κρύβεται η επιβίωσή μας. Κάποτε η δόξα μας. Και μεταμορφώνεται η ιδιοτέλεια σε έγνοια για το σύνολο, σε μία «δήθεν» νοοτροπία. Και γίνεται στάση ζωής, με την οποία προσπαθούμε να ξεγελάσουμε τόσο τον εαυτό μας όσο, κυρίως, τους άλλους ότι έχουμε καλές προθέσεις. Τι και ποιον αγαπούμε; Εκεί είναι η απάντηση της καρδιάς.

 «Τῇ προθέσει τῆς καρδίας». Η πρώτη-πρώτη σκέψη μας αποτυπώνει τον χαρακτήρα μας. Το ποιοι είμαστε. Την παιδεία μας. Κάποτε τις φιλοδοξίες μας. Το αν η αγάπη είναι το κίνητρό μας. Είναι αποτύπωση της ελευθερίας μας έναντι του Θεού και έναντι του κόσμου και του πλησίον. Είναι η επιλογή του καλού ή του κακού. Είναι η ποιότητα της συνείδησής μας. Είναι το νόημα ζωής που έχουμε. Κι αυτό υφίσταται εξ άκρας συλλήψεως. Από τα γονίδια μας, αλλά και από τον τρόπο  που ο ομφάλιος λώρος μας μάς ταΐζει τροφή και νοήματα, συναισθήματα και ήχους, αξίες και όνειρα. Είναι η μάνα και ο πατέρας μας που μας αφήνουν το στίγμα τους. Αλλά είναι και το τι θα προσθέσουμε. Πώς θα διαμορφώσουμε σταδιακά αυτό το ίχνος της καρδιάς μας. Αν αρχίσουμε να ακούμε το τραγούδι του Θεού εντός μας και κάνουμε τη βούλησή μας, το θέλημά μας όχι «γνωμικό», αλλά «φυσικό». Γνωμικό είναι το θέλημα στο οποίο το εγώ προΐσταται. Φυσικό είναι το θέλημα στο οποίο η αγάπη που μας εμφύτευσε ο Θεός κάνει το εγώ να σέβεται, να παραμερίζει ως προτεραιότητα, να οικειοποιείται, να χαίρεται.

 

«Τῇ προθέσει τῆς καρδίας». Την διαμορφώνουν τα πάθη μας. Ό,τι ριζώνει στην καρδιά μας και γίνεται ιδιοτέλεια. Γίνεται συμφέρον. Γίνεται φιλοδοξία. Φιλαυτία. Φιληδονία. Γίνεται επιβίωση και φόβος για τον πλησίον. Γίνεται αίσθημα μηδενισμού της ύπαρξης μετά θάνατον και απόφαση ότι επειδή «μια ζωή την έχουμε», πρέπει εδώ και τώρα» όλα να γίνουν δικά μας. Και τότε η γνώμη γίνεται η μόνη αλήθεια. Και η φυσική μας στροφή προς τον Θεό, το θέλημά Του που είναι εγγεγραμμένο στις καρδιές μας, παύει να έχει αξία, διότι το ταυτίζουμε με την απουσία της ευχαρίστησης. Ενώ η σχέση με τον Θεό, κάποτε σταυρωμένη, κάποτε αναστημένη, είναι πεπληρωμένη χαράς, εμείς απαιτούμε το άμεσο, το στιγμιαίο, το δεδομένο της σκέψης και της επιθυμίας μας. Δεν αφήνουμε τον χρόνο στην εμπιστοσύνη της πίστης, αλλά τα θέλουμε δικά μας όλα, να τα ελέγχουμε και να τα διαμορφώνουμε. Δεν είναι το πρόβλημα το να αγωνιζόμαστε για ό,τι ονειρευόμαστε. Είναι η απαίτηση ότι όλοι μας χρωστούνε, ακόμη κι ο Θεός ο ίδιος,  και ότι ο κόσμος πλάστηκε μόνο για μας. Το ίδιο και οι άλλοι.

«Τῇ προθέσει τῆς καρδίας». Είναι μυστήριο η καρδιά. Το μυστήριο υπερβαίνει την εκλογίκευσή του. Την αισθησιοκρατία. Τις αποδείξεις. Θα αρκούσε ο σεβασμός στην εμπειρία της συγχώρησης, στην άρνηση της δικαίωσης που πολλοί άνθρωποι έχουν επιδείξει στους αιώνες. Ο σεβασμός στην απόφαση για νηστεία. Για αφιέρωση στον Θεό και υπέρβαση της σάρκας. Ο σεβασμός στην ελευθερία. Στην αγάπη που δεν λογαριάζει συμφέρον. Όλα αυτά τα βιώματα της χριστιανικής πίστης, τα βιώματα των Αγίων αποκαλύπτουν προθέσεις καρδιάς που παλεύει να μη νικηθεί από τη εγωτική ιδιοτέλεια. Από τον πειρασμό είτε του πονηρού είτε των άλλων που σπρώχνουν στα πάθη ως ευχαρίστηση. Αποκαλύπτουν καρδιές που προτίμησαν να παραιτηθούν και από την ίδια την ζωή, αποδεχόμενες το μαρτύριο, τόσο του αίματος όσο και της συνειδήσεως, για να μας αφήσουν παρακαταθήκη το Ευαγγέλιο της αγάπης και της αλήθειας.

«Τῇ προθέσει τῆς καρδίας». Σε έναν κόσμο που βλέπει μόνο το προφανές, ας παλέψουμε να δούμε το ίχνος του αληθινού εαυτού μας στην καρδιά μας. Τον θησαυρό μας. Και αν θέλουμε να πιστεύουμε, ας διαλέξουμε την προσμονή του Χριστού με όλες μας τις δυνάμεις. Μπορεί να είναι κάποτε φτωχές και ανεπαρκείς. Εκείνος όμως στηρίζει τους ταπεινούς. Τους έχοντας την ελπίδα στο πρόσωπό Του. Αυτούς που μέσα στην Εκκλησία γνωρίζουν να αντέχουν και παρακαλούν γι’ αυτά που δεν μπορούν. Κάποτε για όλα, διότι νιώθουμε την ανεπάρκειά μας.

Κύριε, δος μας το ίχνος της καρδιάς μας να ξεκινά από αγάπη για Σένα, για τον άλλον. Να ξεκινά από την πίστη στην Ανάσταση.  Και κάθε σκέψη, έργο, συναίσθημα, επιθυμία να αγιάζονται με την προσμονή Σου!

Χριστός Ανέστη!

                                                                        π. Θεμιστοκλής  Μουρτζανός

Σάββατο 22 Μαΐου 2021

Η Εκκλησία είναι σώμα που ελπίζει, πιστεύει και κοινωνεί.

 

«Καί εἶπεν αὐτῷ ὁ Πέτρος: Αἰνέα, ἰᾶται σε Ἰησοῦς ὁ Χριστός. Ἀνάστηθι καί στρῶσον σεαυτῷ. Καί εὐθέως ἀνέστη. Καί εἶδον αὐτόν πάντες οἱ κατοικοῦντες Λύδδαν καί Σάρωνα, οἵτινες ἐπέστρεψαν ἐπί τόν Κύριον» (Πράξ. 9, 34-35)

«Ο Πέτρος του είπε: Αινέα, σε γιατρεύει ο Ιησούς Χριστός. Σήκω και στρώσε το κρεβάτι σου. Κι αυτός αμέσως σηκώθηκε. Όλοι όσοι κατοικούσαν στη Λύδδα καί στο Σάρωνα τον είδαν και δέχτηκαν τον Ιησού για Κύριό τους».

                       Γιατί οι άνθρωποι ζητάμε θαύματα στη ζωή μας για να πιστέψουμε; Είναι μόνο η επίδραση της λογικής που μας κάνει να αμφισβητούμε αυτό που κατά βάθος γνωρίζουμε ότι είναι αληθινό, δηλαδή η παρουσία του Θεού, η πίεση που το περιβάλλον μάς προκαλεί, ιδίως αυτοί που εμπιστευόμαστε και μας επηρεάζουν ή ένα αίσθημα ότι πρέπει να ζήσουμε κι εμείς την εμπειρία της απόδειξης και δεν μας αρκεί η εμπειρία όσων ανά τους αιώνες έζησαν το θαύμα της πίστης είτε εξ αρχής όντας κοντά στον Χριστό είτε ως συνεχιστές τους;

            Στην αναστάσιμη περίοδο διαβάζουμε αποσπάσματα από το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων. Σε ένα από αυτά, ο απόστολος Πέτρος ανασταίνει δύο ανθρώπους: τον ένα από την υποχρεωτική επί οκτώ χρόνια παράλυση που έκανε το κρεβάτι του ένα είδος τάφου,  και τον άλλον, μια γυναίκα που έκανε πολλές αγαθοεργίες στους χριστιανούς της Ιόππης, και που πέθανε από κάποια ξαφνική ασθένεια. Η μία ανάσταση ήταν από την ασθένεια. Η άλλη από τον θάνατο. Και στις δύο περιπτώσεις οι άνθρωποι που έζησαν το θαύμα ανταποκρίθηκαν σ’ αυτό και δέχτηκαν τον Χριστό ως Κύριό τους. Πίστεψαν δηλαδή. Δεν ήταν μόνο το μέγεθος του θαύματος. Ήταν το γεγονός ότι αυτός που έκανε το θαύμα δεν το έκανε με την δική του δύναμη, αλλά διά της δικής του πίστης στον Χριστό. Δεν πίστεψαν στον Πέτρο, αλλά στον Χριστό διά του Πέτρου. Ἐζησαν την εμπειρία  το θαύμα που έγινε στους συνανθρώπους τους να τους αγγίξει και τους ίδιους. Κατενόησαν όμως πως η αλήθεια δεν βρίσκεται μόνο στην εμπειρία, αλλά στο πρόσωπο που αποκαλύπτεται δι’ αυτής: τον Ιησού Χριστό ως Θεό. Και τα δύο θαύματα αυξάνουν τον αριθμό των ανθρώπων που μετέχουν πλέον στην εκκλησιαστική κοινότητα. Δεν είναι ενέργειες ενός θαυματοποιού που καλεί σε δόξα του εαυτού του. Είναι ενέργειες εκείνου που έχει ζήσει τον Θεό και μεταδίδει και διά του λόγου και διά του θαύματος την εμπειρία της κοινωνίας μαζί του.

            Τρία λοιπόν είναι ουσιαστικά τα θαύματα που αποτυπώνονται. Το ένα της υγείας. Το άλλο της ζωής. Το τρίτο της κοινωνίας. Η υγεία είναι πολύτιμη για τον άνθρωπο. Ο κλονισμός ή η απουσία της είναι μεγάλη δοκιμασία. Ωστόσο η ύπαρξη υγείας αλλά και η ασθένεια κρύβουν μέσα τους μία ελπίδα. Αυτή της διατήρησης ή της αλλαγής. Ότι η υγεία θα διατηρηθεί ή ότι θα επανέλθει, είτε διά της ιατρικής, είτε διά της κράσης του ανθρώπου είτε δια του θαύματος. Ο άρρωστος διατηρεί μέσα του την ελπίδα ότι θα ξαναγίνει υγιής. Ο θάνατος όμως συνεπάγεται την απώλεια κάθε ελπίδας. Όχι μόνο ο κεκοιμημένος αλλά και οι δικοί του άνθρωποι μπροστά στον θάνατο αισθάνονται εντελώς ανίσχυροι και παύουν πλέον να ελπίζουν, εφόσον ο θάνατος είναι ένα γεγονός που δεν έχει επιστροφή.

Ο Πέτρος, με τα δύο θαύματα που κάνει στο όνομα του Χριστού, αποκαθιστά την ελπίδα ως δώρο του Θεού. Δίνει στον Αινέα την αποκατάσταση της υγείας του, εκπληρώνοντας αυτό που ήλπιζε, ακόμη κι αν δεν φαινόταν εφικτό. Τον κάνει να σηκώνεται και να στρώνει το κρεβάτι του. Να βάζει ουσιαστικά σε σειρά τον ίδιο του τον εαυτό, αφού ξαναβρίσκει την ελπίδα ότι ο Θεός υπάρχει και δεν τον ξέχασε. Και όχι μόνο την στιγμή εκείνη. Σε όποια δοκιμασία της ζωής του εφεξής θα νιώθει τον Θεό παρόντα. Δίνει στην Ταβιθά την ζωή και σε όσους την αγαπούσαν την χαρά η ελπίδα  να ξαναβρίσκει θέση στη ζωή τους. Διότι η ανάσταση της Ταβιθάς είναι σημείο ότι ο θάνατος τελικά δε κυριεύει την ζωή μας, αλλά η πίστη τον νικά, είτε με την ανάσταση του θαύματος είτε με την ανάσταση των νεκρών.

            Το τρίτο θαύμα είναι αυτό της κοινωνίας των προσώπων, που βιώνεται στην Εκκλησία. Κι ο Αινέας και η Ταβιθά είναι μέλη της τοπικής Εκκλησίας και τα θαύματα βιώνονται από όλους τους υπόλοιπους πιστούς. Η Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού, είναι η κοινωνία αυτών που ελπίζουν, αλλά και αυτών που πιστεύουν. Ελπίζουν στον Χριστό ως Νικητή του θανάτου ότι θα μας δώσει αυτό που μας λείπει στην παρουσία ζωή, στην καθημερινότητά μας, άλλοτε την υγεία, άλλοτε την πρόοδο, άλλοτε την δύναμη να αντέξουμε τις δοκιμασίες. Πιστεύουν στον Χριστό ότι τον τελικό λόγο τον έχει Εκείνος και όσοι Τον ακολουθούν, ακόμη και για τον έσχατο εχθρό της ύπαρξής μας, τον θάνατο.

            Η Εκκλησία δεν είναι σώμα θεωρητικολογούντων. Είναι σώμα που ελπίζει, πιστεύει και κοινωνεί. Και τα τρία θαύματα έχουν να κάνουν με τον Χριστό. Όσοι δεν ζούνε αυτά τα σημεία δεν μπορούν να κατανοήσουν την χάρη που λαμβάνουμε όσοι είμαστε εντός του σώματος του Χριστού με την καρδιά μας.  Και αυτό το σώμα χτίζει άλλον τρόπο θέασης των ανθρώπινων σχέσεων. δεν είναι η ζωή, η καθημερινότητα, οι στόχοι και τα όνειρα του κόσμου τούτου που μας φέρνουν τον έναν δίπλα στον άλλον. Είναι η παρουσία του Χριστού στις καρδιές μας. Όσοι συζητούν για τα μυστήρια της Εκκλησίας, για τον τρόπο που η Εκκλησία δρα, αν δεν έχουν την πίστη που γίνεται σχέση με τον Χριστό, δεν μπορούν να κατανοήσουν γιατί θέλουμε να είμαστε υγιείς πνευματικά πρώτα, γιατί ελπίζουμε στον Χριστό, γιατί κοινωνούμε ο ένας με τον άλλον και με τον Χριστό. «Έρχου και ίδε» μας καλεί η πίστη μας, ιδίως αυτό το διάστημα. Και η εμπειρία μάς αναπαύει όταν το εγώ μας δεν απαιτεί, αλλά συγκαταβαίνει και αφήνεται στο θαύμα του Χριστού. Όταν ο Χριστός είναι η ελπίδα μας. Όταν είμαστε αποφασισμένοι να συμμαζέψουμε τον εαυτό μας! Όταν νιώσουμε ότι ο Χριστός μας λείπει και Τον αναζητήσουμε με όλες μας τις δυνάμεις!              Χριστός Ανέστη!

                                                                                                                                                                                π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός -  Κέρκυρα