Σάββατο 19 Αυγούστου 2017

Τα Δικαιώματα και η Αγάπη...

Ο πολιτισμός μας σήμερα είναι των δικαιωμάτων. Όλοι μας, από το μικρότερο μέχρι το μεγαλύτερο, διεκδικούμε τα δικαιώματά μας. Κι ας καταπατούνται εμφανώς τόσο σε κοινωνικό επίπεδο, όσο και σε προσωπικό (πολλές φορές παραδίδουμε μόνοι μας με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης). Ο άνθρωπος θεωρεί ότι δικαιούται εκτός από τις ατομικές ελευθερίες και τη δυνατότητα επιλογής στη ζωή του για τις κύριες κατευθύνσεις της (εργασία, διαπροσωπικές σχέσεις), να κάνει πράξη το θέλημά του. Να πορεύεται κατά τις επιθυμίες του. Και θα πρέπει και οι υπόλοιποι να ακολουθούν τις δικές του επιλογές, να μην έχουν διαφορετική άποψη. Διότι δικαιούμαι σημαίνει ότι έχω την εξουσία δια του θελήματός μου να οικειοποιηθώ αυτό που ζητώ.
Το δικαίωμα, η εξουσία και το θέλημα υπάρχουν και στην πνευματική ζωή. Οι χριστιανοί δικαιούμαστε τη σωτηρία. Δικαιούμαστε να είμαστε παιδιά του Θεού. Δικαιούμαστε την αγάπη και τη στοργή της Εκκλησίας. Δικαιούμαστε κάποτε να απολαμβάνουμε και υλικά αγαθά και αναγνώριση από τους άλλους για την πνευματική μας προσπάθεια, για τους κόπους μας γι’ αυτούς, για τα χαρίσματα που τα αξιοποιούμε προς όφελός τους. Και κάποτε, ιδίως οι πνευματικοί ταγοί, οι επίσκοποι, οι κληρικοί, οι μοναχοί, έχουν από την Εκκλησία το εξουσιαστικό προνόμιο, αυτό που δικαιούνται, να απολαμβάνουν. Μπορεί στην εποχή μας αυτή η εξουσία να αντιμετωπίζεται απο τους εκτός Εκκλησίας με όρους ειρωνείας και από κάποιους, εντός Εκκλησίας, με σκεπτικισμό. Όμως έχει δοθεί, από τα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης ακόμα, στους εργάτες του Ευαγγελίου το προνόμιο της άσκησής της. Και ο άνθρωπος της εξουσίας και του δικαιώματος καλλιεργεί με αυτό τον τρόπο το θέλημα του. Ακόμη κι αν μία από τις εντολές της πίστης είναι η εκκοπή του θελήματος, σε ό,τι αφορά τα δικαιώματα των ταγών, υπάρχει ελευθερία. Κι αυτό διότι είναι ένας συμβολικός και συνάμα ουσιαστικός τρόπος πραγμάτωσης μιας ιεράρχησης ρόλων και διακονιών στη ζωή της Εκκλησίας, που δίδονται όμως ή θα έπρεπε να δίδονται κατά τα χαρίσματα των ανθρώπων.
Υπάρχει όμως και μία διαφορετική προσέγγιση στο ζήτημα αυτό. Είναι ο τρόπος του αποστόλου Παύλου. Απευθυνόμενος στους Κορινθίους περιγράφει τα δικαιώματά του στη ζωή της Εκκλησίας, τι του δίδεται από την παράδοση, αυτονόητα στοιχεία τα οποία κανονικά ουδείς έπρεπε να τα αμφισβητεί, από τη στιγμή που ήταν Απόστολος και ιδρυτής της εκκλησίας της Κορίνθου. Τέτοια δικαιώματα ήταν η καθημερινή διατροφή, το να έχει σύζυγο, το να μην εργάζεται χειρωνακτικά, αλλά να λαμβάνει τα προς το ζην από τη χριστιανική κοινότητα, το να μην ξοδεύει τα όσα προσποριζόταν από την εργασία του (του σκηνοποιού) για το ιεραποστολικό έργο. Τα αναγκαία μέσα της καθημερινότητας, όφειλε η κοινότητα των Κορινθίων να του τα εξασφαλίσει. «Ουκ εχρησάμεθα τη εξουσία ταύτη, αλλά πάντα στέγομεν, ίνα μη εγκοπήν τινά δώμεν τω ευαγγελίω του Χριστού», αναφωνεί ο Παύλος (Α’ Κορ. 9, 12). «Εμείς όμως δεν κάναμε χρήση του δικαιώματος αυτού, αλλά υπομένουμε κάθε στέρηση, για να μη δημιουργήσουμε κανένα εμπόδιο στη διάδοση του Ευαγγελίου του Χριστού». Κι έτσι ο Παύλος με μία άρνηση - «ουκ εχρησάμεθα»- περιγράφει την παραίτησή του από το δικαίωμα και την εξουσία και την μετατροπή του θελήματός του σε αγάπη για τον Χριστό και το Ευαγγέλιο, αλλά και σε απόφαση να μην είναι ο ίδιος και τα δικαιώματά του προσκόμματα στην πορεία των ανθρώπων για σωτηρία.
Ο Παύλος παραιτείται από αυτό που δικαιούται. Δεν το κάνει για να τους δείξει ότι είναι άγιος. Για να τον επιδοκιμάσουν. Τους δείχνει όμως ότι δεν έχουν πλέον καμία δικαιολογία για να μην αποδεχτούν τον τρόπο του Ευαγγελίου, αλλά και εισέρχεται στην καρδιά τους. Ο χριστιανός δεν εκλήθη εντός της Εκκλησίας να ασχολείται με τα δικαιώματα. Εκλήθη να πίνει το ποτήριο του Χριστού, δηλαδή να σηκώνει σταυρούς και να βοηθά τους άλλους να σηκώσουν τους δικούς τους. Εκλήθη να αγαπά. Εκλήθη ακόμη να υπερβαίνει τον εαυτό του. Να παραιτείται και από τα δικαιώματά του αν χρειαστεί. Επειδή αγαπά. Επειδή θέλει να μοιάσει στον Χριστό.
Ο τρόπος του Παύλου είναι ο τρόπος της αληθινής αγάπης. Είναι αυτός που δεν νικιέται από το πνεύμα της εξουσίας και την ίδια στιγμή αφήνει στην άκρη το θέλημα. Ο Παύλος, μη κάνοντας χρήση της εξουσίας του, αφήνει τους Κορινθίους και κάθε χριστιανό ενώπιον του θελήματός τους. Ενώπιον της έλλειψης αγάπης. Ενώπιον της ευθύνης τους να δούνε την δική τους σχέση με τον Χριστό και όχι να δικαιολογούνε τους εαυτούς τους κατακρίνοντας τους πνευματικούς τους πατέρες. Ξέρει ότι οι Κορίνθιοι δεν έχουν δίκιο. Τους νουθετεί και τους αφήνει ελεύθερους να αποφασίσουν τελικά τι έχει σημασία για τη ζωή τους. Και γίνεται ο τρόπος του Παύλου ένα μήνυμα για την εποχή και τον κόσμο μας. Δεν αρνούμαστε τα δικαιώματα. Την εξουσία. Το θέλημα. Προκρίνουμε όμως την αγάπη. Τον προσωπικό κόπο. Την απόφαση να μη γίνεται ό,τι δικαιούμαστε εμπόδιο για τους άλλους. Κι ας κουραστούμε παραπάνω. Η χάρις του Θεού υπάρχει και κάνει γλυκιά την κούραση. Γλυκιά την μακροθυμία. Γλυκιά την αληθινή ελευθερία από κάθε εξάρτηση, κάθε ανάγκη, πραγματική και τεχνητή. Ακόμη και από ό,τι αισθανόμαστε ότι μας ανήκει. Κι εδώ βρίσκεται ο ύστερος και ωραιότερος δρόμος και τρόπος της Εκκλησίας, που οδηγεί σε έναν αλλιώτικο κόσμο.

Σάββατο 12 Αυγούστου 2017

Υιότητα

Ο σύγχρονος άνθρωπος, επιθυμώντας την ελευθερία του, μεταξύ των άλλων ιδιοτήτων που έχει απεμπολήσει είναι και αυτή του παιδιού. Το παιδί δεν είναι αυτόνομο. Είναι εξαρτημένο από την αγάπη των γονέων του και κρεμασμένο από την αγκαλιά τους. Το παιδί δεν αποφασίζει για τον εαυτό του, αλλά ζητά τη γνώμη των γονέων του. Το παιδί, ακόμη κι αν έχει διαφορετική άποψη για πράγματα και καταστάσεις της ζωής του, οφείλει να συζητά και να βρίσκει από κοινού λύσεις με τους γονείς του. Ο σύγχρονος άνθρωπος λοιπόν, θέλοντας να είναι ελεύθερος, απορρίπτει την ιδιότητα του παιδιού και ό,τι του την θυμίζει, όχι μόνο τη γονεϊκή στάση έναντί του, αλλά και οποιαδήποτε αυθεντία μοιάζει να του περιορίζει την ελευθερία, τον Θεό, το κράτος, τους δασκάλους.
Ταυτόχρονα, όμως, έχει μεταφέρει αυτή τη λογική και στη σχέση με τα δικά του παιδιά. Προσπαθώντας να μην περιορίσει την ελευθερία του «εγώ» τους, δε βάζει κανένα όριο στη συμπεριφορά τους, στα δεδομένα τους, στις προοπτικές τους, με αποτέλεσμα και εκείνα να μην αισθάνονται παιδιά, αλλά να ζητούν και να θέλουν ως ανεξάρτητοι άνθρωποι, κάτι όμως που υπερβαίνει τη φυσικότητα του χρόνου. Από τη φύση μας είμαστε προορισμένοι να είμαστε παιδιά, πριν μεγαλώσουμε. Να έχουμε την ανάγκη των μεγάλων. Και η ανάγκη δεν είναι μόνο για τη επιβίωση. Είναι συναισθηματική. Είναι σχεσιακή. Είναι διδακτική. Είναι κυρίως η ανάγκη της αγάπης. Και ο άνθρωπος δεν πρέπει να μεγαλώνει πρόωρα. Να χάνει την παιδικότητά του όταν δεν είναι καιρός. Γιατί κάτι τέτοιο μαρτυρεί μία βίαιη απόπειρα ωρίμασης, η οποία όμως αν δε γίνει στην ώρα που ταιριάζει στον καθένα, επιφέρει μεγάλες δυσκολίες.
Δυστυχώς, το κοινωνικο-πολιτικό σύστημα της εποχής μας, επευλογεί την απεμπόληση της παιδικότητας. Έτσι, λοιπόν, προσπαθεί να χτυπήσει και το Θείο. Η ιδιότητα του Θεού ως Πατέρα ενοχλεί περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα. Διότι ο Θεός ως Πατέρας αγαπά. Και προτείνει, δια του Ευαγγελίου, ό,τι μπορεί να δώσει νόημα και προσανατολισμό στη ζωή των παιδιών Του, αλλά έτσι αυτά αισθάνονται ότι είναι υποχρεωμένα να ακολουθήσουν τον δρόμο αυτό και αυτό αντίκειται στο δικό τους θέλω.
Όμως ο Θεός δεν παύει να είναι Πατέρας. Δεν είναι μόνο ότι μας δημιούργησε. Είναι και ότι μας αναγέννησε στο πρόσωπο του Υιού Του. Και η εκ νέου γέννησή μας περιλαμβάνει το Βάπτισμα, τον Σταυρό και την Ανάσταση. Το Βάπτισμα δεν είναι μόνο το μυστήριο της κολυμβήθρας. Είναι το βάπτισμα της μετανοίας, δηλαδή του αναπροσανατολισμού της ζωής μας. Είναι το βάπτισμα στο αίμα της θυσίας, που έχει να κάνει με τον αγώνα για παραίτηση από ό,τι δικαιούμαστε, από ό,τι μας ευχαριστεί και ταυτόχρονα διαλύει τη σχέση μας με τους άλλους, από ό,τι δεν μας επιτρέπει να ζούμε με ελεύθερη από πάθη καρδιά. Ο Σταυρός είναι θάνατος. Θάνατος του θελήματός μας. Θάνατος της επιθυμίας να ζούμε χωρίς Θεό. Έχοντας σχέση υιότητας με τον Χριστό αφήνουμε κάθε φόβο μας να πεθάνει. Γιατί στη σχέση μας με τον Χριστό, το να είσαι παιδί Του, σημαίνει όχι να μην εργάζεσαι για τίποτε, αλλά να μη σε καταβάλλει το άγχος. Σημαίνει όχι το να μην έχεις άποψη, αλλά να θέλεις η άποψή σου να στηρίζεται στο Ευαγγέλιο Του και να Τον εμπιστεύεσαι στη χαρά και τη λύπη. Έτσι θανατώνεται ακόμη και ο φόβος του θανάτου. Η Ανάσταση είναι η χαρά της υιοθεσίας. Είναι η δοξολογία και η ευχαριστία ακόμη και για τα δύσκολα. Είναι η αφιέρωση στο να μοιραστούμε με τους άλλους την εμπιστοσύνη στο θέλημά Του. Ανάσταση είναι η εκ της καρδίας συγχώρεση. Βάπτισμα, Σταυρός και Ανάσταση είναι η αληθινή ελευθερία!
Στην Εκκλησία βρίσκουμε τη ζωή της υιότητας. Στην Εκκλησία ο Θεός είναι Πατέρας. Και οι νουθεσίες που ακούμε από αυτούς που θέλουν να είναι γνήσιοι πνευματικοί πατέρες, αποτελούν στοιχείο της υιϊκής ζωής. Γιατί αποσκοπούν στην ελευθερία μας. Ο πνευματικός πατέρας είναι αυθεντικός αναγεννητής εν Χριστώ του ανθρώπου, όταν μιλά και διδάσκει με τη δική του ζωή το Βάπτισμα, τον Σταυρό, την Ανάσταση. Την οδό της Εκκλησίας δηλαδή. Όταν δεν αποσκοπεί στη θεραπεία των δικών του αναγκών ούτε στην οπαδοποίηση, αλλά διδάσκει Χριστό. Και ακόμη κι αν δε βρίσκει ανταπόκριση ο δρόμος και ο τρόπος του, εκείνος δεν παύει να νουθετεί, να προσεύχεται, να προχωρεί κατά Θεόν. Και είναι μοναδική αυτή η σχέση, διότι ο πατέρας μία φορά γεννά τα παιδιά του. Είναι ο τρόπος του αποστόλου Παύλου, που γράφει στους Κορινθίους: «ως τέκνα μου αγαπητά νουθετώ. Εάν γαρ μυρίους παιδαγωγούς έχητε εν Χριστώ, αλλ’ ου πολλούς πατέρας . εν γαρ Χριστώ Ιησού δια του ευαγγελίου εγώ υμάς εγέννησα» (Α’ Κορ. 4, 14-15). «Σας συμβουλεύω όπως ο πατέρας τα αγαπημένα του παιδιά. Γιατί κι αν ακόμη έχετε χιλιάδες δασκάλους στη ζωή σας με τον Χριστό, δεν έχετε πολλούς πατέρες αλλά μόνο έναν. Στη σωτήριο οικονομία του Ιησού Χριστού, εγώ σαν πατέρας σας γέννησα με το κήρυγμα του Ευαγγελίου».
Αυτός ο δρόμος δεν περιορίζεται μόνο στη θρησκευτική ζωή, αλλά έχει νόημα και στη σχέση των γονέων και των παιδιών, των θεσμών με τους πολίτες, των δασκάλων με τους μαθητές. Βάπτισμα, σταυρός και ανάσταση από την μία και πνεύμα υιότητας από την άλλη, αποτελούν τις προϋποθέσεις για γνήσια ελευθερία. Ας εξετάσουμε και ας σπουδάσουμε αυτήν την μοναδική οδό!

Σάββατο 5 Αυγούστου 2017

«Μην τα φοβάστε! Δεν βγαίνουν!»

«Μην τα φοβάστε! Δεν βγαίνουν!»
Ο Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης για τα όνειρα.

Όταν βλέπεις άσχημο όνειρο, ποτέ να μην εξετάζεις τι είδες, πώς το είδες, αν είσαι ένοχη, πόσο φταις. Ο πονηρός, επειδή δεν μπόρεσε να σε πειράξει την ημέρα, έρχεται την νύχτα.
Επιτρέπει καμιά φορά και ο Θεός να μας πειράξει στον ύπνο, για να δούμε ότι δεν πέθανε ακόμη ο παλιός άνθρωπος. Άλλες φορές πάλι ο εχθρός πλησιάζει τον άνθρωπο στον ύπνο του και του παρουσιάζει διάφορα όνειρα, για να στενοχωρηθεί, όταν ξυπνήσει. Γι΄ αυτό να μη δίνεις καθόλου σημασία.
Να κανείς τον σταυρό σου, να σταυρώνεις το μαξιλάρι, να βάζεις και τον σταυρό και κάνα-δυο εικόνες επάνω στον μαξιλάρι και να λες την ευχή μέχρι να σε πάρει ο ύπνος.
Όσο δίνεις σημασία άλλο τόσο θα έρχεται ο εχθρός να σε πειράζει. Αυτό δεν είναι κάτι που συμβαίνει μόνο στους μεγάλους αλλά και στους μικρούς. Και στα μικρά παιδιά ακόμη, παρόλο που είναι αγγελούδια, ο εχθρός πηγαίνει και τα φοβερίζει, όταν κοιμούνται και τινάζονται με αγωνία, τρέχουν φοβισμένα και με κλάματα στην αγκαλιά της μητέρας. Άλλοτε πάλι τα πλησιάζουν οι Άγγελοι και γελούν μέσα στον ύπνο τους από χαρά ή ξυπνάνε από την μεγάλη τους χαρά. Επομένως τα όνειρα που φέρνει ο πειρασμός είναι μια εξωτερική επίδραση του εχθρού στον άνθρωπο την ώρα που κοιμάται.
-Και όταν, Γέροντα, νιώθεις ένα πλάκωμα την ώρα που κοιμάσαι;
-Μερικές φορές αυτό οφείλεται σε μια αγωνιώδη κατάσταση που ζει κανείς μέσα στην ημέρα ή σε διάφορους φόβους, σε διάφορες υποψίες κ.λπ. Φυσικά όλα αυτά μπορεί να τα χρησιμοποιήσει το ταγκαλάκι, να κάνει κάποιον συνδυασμό, για να ζαλίσει τον άνθρωπο.
Πολλές φορές είναι τόσο ελαφρός ο ύπνος, που νομίζει κανείς ότι είναι ξυπνητός και ότι προσεύχεται, για να φύγει αυτό το πλάκωμα, από το οποίο του κρατιέται ακόμη και η αναπνοή.
Καμιά φορά μάλιστα ο διάβολος μπορεί να πάρει την μορφή ενός ανθρώπου ή ενός Αγίου και να παρουσιασθεί στον ύπνο κάποιου.
Κάποτε παρουσιάσθηκε σε έναν άρρωστο στον ύπνο του με την μορφή του Αγίου Αρσενίου και του είπε:
«Είμαι ο Άγιος Αρσένιος. Ήρθα να σου πω ότι θα πεθάνεις. Τ’ ακούς; Θα πεθάνεις».
Τρόμαξε ο άνθρωπος. Ποτέ ένας Άγιος δεν μιλάει έτσι σε έναν άρρωστο. Και αν τυχόν είναι να πεθάνει ο άρρωστος και παρουσιασθεί ένας Άγιος να τον πληροφορήσει για τον θάνατό του, θα του το πει με καλό τρόπο: «Επειδή είδε ο Θεός που ταλαιπωρείσαι, γι’ αυτό θα σε πάρει από αυτόν τον κόσμο. Κοίταξε να ετοιμασθείς». Δεν θα του πει: «Τ’ ακούς; Θα πεθάνεις»!
-Και όταν, Γέροντα, φωνάζει κανείς στον ύπνο του;
-Καλύτερα, ξυπνάει! Πολλά όνειρα είναι της αγωνίας. Όταν ο άνθρωπος έχει αγωνία ή είναι κουρασμένος, παλεύουν αυτά μέσα του και τα βλέπει σε όνειρο. Εγώ πολλές φορές, όταν την ημέρα αντιμετωπίζω διάφορα προβλήματα των ανθρώπων, αδικίες που συμβαίνουν κ.λπ., ύστερα στον ύπνο μου μαλώνω με τον άλλον: «βρε αθεόφοβε, φωνάζω, αναίσθητος είσαι!» και με τις φωνές που βάζω ξυπνάω.
-Γέροντα, από τα όνειρα μπορεί κανείς να προβλέψει κάτι που θα του συμβεί;
-Όχι, μη δίνετε σημασία στα όνειρα. Είτε ευχάριστα είναι τα όνειρα είτε δυσάρεστα, δεν πρέπει να τα πιστεύει κανείς, γιατί υπάρχει κίνδυνος πλάνης. Τα ενενήντα πέντε τοις εκατό από τα όνειρα είναι απατηλά. Γι’ αυτό οι Άγιοι Πατέρες λένε να μην τα δίνουμε σημασία.
Πολύ λίγα όνειρα είναι από τον Θεό, αλλά και αυτά, για να τα ερμηνεύσει κανείς, πρέπει να έχει καθαρότητα και άλλες προϋποθέσεις, όπως ο Ιωσήφ και ο Δανιήλ, που είχαν χαρίσματα από τον Θεό.
«Θα σου πω, είπε ο Δανιήλ στον Ναβουχοδονόσορα, και τι όνειρο είδες και τι σημαίνει» . Αλλά σε τι κατάσταση είχε φθάσει! Ήταν μέσα στα λιοντάρια και παρόλο που ήταν νηστικά, δεν τον πείραζαν. Του πήγε ο Αββακούμ φαγητό κι εκείνος είπε «Με θυμήθηκε ο Θεός!». Αν δεν θυμόταν ο Θεός τον Προφήτη Δανιήλ, ποιόν θα θυμόταν;
-Γέροντα, μερικοί άνθρωποι δεν βλέπουν όνειρα.
-Καλύτερα που δεν βλέπουν! Δεν ξοδεύουν ούτε εισιτήρια ούτε βενζίνη! Στα όνειρα σε ένα λεπτό βλέπεις κάτι που στην πραγματικότητα θα διαρκούσε ώρες, μέρες ,γιατί καταργείται ο χρόνος.

μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν

«μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν, καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς. (Ματθ. ιζ΄2)».
Σε ένα δίλημα θέλει να μας βάλει η εορτή της Μεταμορφώσεως του Κυρίου, που εορτάζουμε μέσα στο καλοκαίρι. Θέλουμε να αλλάξει ο κόσμος μας; να αλλάξουμε εμείς; Είμαστε ευχαριστημένοι και ικανοποιημένοι από την ζωή μας;
Σε μια περίοδο που όλα όσα είχαμε ως δεδομένα ανατρέπονται, η «ευτυχία» της χωρίς όρια και δεσμεύσεις κατανάλωσης και απόλαυσης καταρρέει η εορτή της Μεταμορφώσεως έρχεται να μας δώσει ελπίδα, να μας δείξει έναν προορισμό!
Στο Θαβώρ, ο Χριστός δεν μεταμορφώνεται έτσι όπως απλά τα λέμε και δεν το συνειδητοποιούμε. Ο Χριστός δεν άλλαξε! Δεν φόρεσε κάτι άλλο, δεν μεταμφιέστηκε σε κάποιον άλλον. Απλά, άφησε να φανεί λίγο από τη δόξα που έχει ως Θεός, φανέρωσε την λαμπρότητα της Θεϊκής Του φύσεως. Και εμείς, οι άνθρωποι, έχουμε αυτή τη δυνατότητα της μεταμορφώσεως του Χριστού. Και εμείς, οι εικόνες του Θεού, αυτόν τον προορισμό έχουμε στη ζωή μας. Να ενεργοποιήσουμε τα χαρίσματα και τις δωρεές του Θεού, την αγάπη, την ελευθερία, το έλλογον, τη δημιουργικότητα, ώστε να φτάσουμε στην κοινωνία μαζί Του, στο «καθ΄ ομοίωσιν», στο να ενωθούμε με το Θεό και να ζήσουμε μέσα στο Φως Του.
Και το φως του Χριστού περιβάλει όχι μόνο τον άνθρωπο, αλλά και τα ιμάτιά του, κάθε τι δηλαδή, που έχει ο άνθρωπος ανάγκη για να επιβιώσει, αλλά και για να συνυπάρξει με τους συνανθρώπους του. Και αυτό γίνεται όταν συνειδητοποιήσουμε πως τα υλικά αγαθά είναι μέσα για την επίτευξη του προορισμού μας, είναι τα αντίδωρα ευχαριστίας που θα προσφέρουμε στο Θεό και το συνάνθρωπο για το δώρο της δημιουργίας.
Το θαύμα του Θαβώρ μας δείχνει πως είμαστε «θείας φύσεως κοινωνοί» (Β΄Πετρ. Α΄.4), είτε θέλουμε να το περιφρονούμε, είτε να το αγνοούμε, είτε να το αφήνουμε ανενεργό στη ζωή μας. Και η πρόσκληση και πρόκληση της εορτής δεν είναι μια αλλαγή μας σε κάτι άλλο, αλλά η αφορμή να βρούμε το αληθινό μας πρόσωπο και να χρησιμοποιήσουμε τα κάθε λογής ιμάτιά μας όχι μόνο για επιβίωση ή την φιλήδονη απόλαυση, αλλά ως αντίδωρο για την αγάπη του Θεού και αντιπροσφορά στις άλλες Εικόνες Του που είναι οι συνάνθρωποί μας.

Σάββατο 22 Ιουλίου 2017

"Οφείλομεν ημείς οι δυνατοί τα ασθενήματα των αδυνάτων βαστάζειν και μη εαυτοίς αρέσκειν»

Σε τρεις κατηγορίες θα μπορούσαμε να πούμε ότι κατατάσσονται οι άνθρωποι, ανάλογα με το σε ποιον θέλουν να αρέσουν με τη συμπεριφορά τους. Χαρακτηριζόμαστε και είμαστε ανθρωπάρεσκοι, νάρκισσοι ή θρησκευτικοί άνθρωποι.
Ο ανθρωπάρεσκος μεριμνά για την εικόνα του στους ανθρώπους. Εύκολα γίνεται υποκριτής. Άλλα πιστεύει, άλλα πράττει, άλλα θα ήθελε να κάνει. Όμως επειδή πρυτανεύει ο τρόπος πρόσληψης της εικόνας του από τους άλλους, προτιμά να μη αποκαλύπτει τον αληθινό εαυτό του ή να κάνει πράγματα που θα ευχαριστήσουν τους άλλους, ώστε να μπορέσει να εξασφαλίσει τον έπαινό τους. Ο άνθρωπος γίνεται έτσι υποκριτής. Υποδύεται ρόλους και τελικά ταυτίζεται με αυτούς. Δεν θέλει προσωπικό κόστος στη ζωή του και γι’ αυτό δεν παίρνει δύσκολες αποφάσεις, που προϋποθέτουν την αλήθεια, αλλά επιλέγει να είναι ευχάριστος, με σκοπό να κερδίζει. Ακολουθεί την οδό των πολλών. Νομίζει έτσι ότι θα είναι ευτυχισμένος, έχοντας τη δόξα των ανθρώπων. Δεν μπορεί όμως να κατανοήσει ότι η ανθρωπαρέσκεια καταπνίγει την δίψα της ψυχής για αλήθεια. Αλλοτριώνει τα χαρίσματα. Καθιστά αυτοσκοπό την εικόνα, το φαίνεσθαι, και δεν αφήνει περιθώρια για εσωτερική πληρότητα, με αποτέλεσμα η χαρά να είναι πρόσκαιρη και το άγχος να κυβερνά την ύπαρξη.
Οι νάρκισσοι πάλι δεν ενδιαφέρονται καθόλου για τη γνώμη των άλλων. Κοιτούνε να αρέσουν στους εαυτούς τους. Ταυτίζουν την ευτυχία με την εικόνα τους, χωρίς να τους απασχολούν οι άλλοι, καθώς είναι τόσο πολύ απορροφημένοι από το εγώ τους, που δεν θέλουν να δούνε δίπλα. Οι νάρκισσοι είναι φίλαυτοι. Πιστεύουν ότι είναι αλάθητοι και ότι ακόμη κι αν οι άλλοι φαίνεται να έχουν σε κάτι δίκιο, υπάρχουν δικαιολογίες γιατί αυτό το δίκιο δεν μπορεί να ισχύει. Οι νάρκισσοι θεωρούν τους εαυτούς τους αναμάρτητους. Ακόμη κι αν παραδέχονται γενικά ότι κάποια αμαρτία θα έχουν, εντούτοις την θεωρούν ασήμαντη και ότι δεν μπορεί να τους βλάψει. Αν μάλιστα οι νάρκισσοι έχουν θέση εξουσίας, οιασδήποτε μορφής, τότε δεν μπορούν να δεχτούν άλλους εκτός από τους κόλακες. Είναι ακατάλληλοι για γνήσιες ανθρώπινες σχέσεις, διότι απουσιάζει η έξοδος από τον εαυτό τους, άρα δεν μπορούν να αγαπήσουν και να αγαπηθούν.
Ο θρησκευτικός άνθρωπος, αν καταφέρει να μην εγκλωβιστεί στη λογική της ανθρωπαρέσκειας ή του ναρκισσισμού, μπορεί να γίνει ένθεος άνθρωπος. Αρκεί να πρυτανεύσει η ουσία των εντολών του Θεού που είναι η αγάπη. «Οφείλομεν ημείς οι δυνατοί τα ασθενήματα των αδυνάτων βαστάζειν και μη εαυτοίς αρέσκειν» (Ρωμ. 15, 1), γράφει ο Απόστολος Παύλος. «Όσοι έχουμε δυνατή πίστη οφείλουμε να ανεχόμαστε τις αδυναμίες αυτών που έχουν αδύναμη πίστη και να μην κάνουμε ό,τι αρέσει σε μας». Ένθεος γίνεται εκείνος που αγαπά τον πλησίον με τέτοιον τρόπο που λαμβάνει υπόψιν τις αδυναμίες και τις δυσκολίες του, όχι όμως για να τον επαινέσει ο πλησίον και να δοξαστεί ο ίδιος, αλλά από αγάπη προς αυτόν. Ο ένθεος δε θέλει να σκανδαλίσει. Εξηγεί την αλήθεια την οποία ζει και ακόμη κι αν δεν μπορεί να πείσει αυτόν που δεν έχει φτάσει στην απαιτούμενη πνευματική προκοπή, δείχνει συγκατάβαση και ανέχεται την αδυναμία του. Ένθεος γίνεται εκείνος που δεν αρκείται στη δική του πρόοδο, αλλά επιδιώκει την πρόοδο των άλλων. Βλέπει με αγάπη τους άλλους πώς προχωρούν και μοιράζεται μαζί τους τη χαρά του. Συζητά τους προβληματισμούς τους, ακόμη κι αν τον θίγουν. Και εμπιστεύεται τον Θεό σε όλα, κάτι που τον καθιστά παιδί του Θεού και όχι εξουσιαστή των ανθρώπων. Δεν θέλει την κολακεία, γιατί δεν τη χρειάζεται, αφού τον ενδιαφέρει το θέλημα του Θεού και όχι η ανθρώπινη δόξα. Και έχει την ταπείνωση να σηκώσει και τον σταυρό τον δικό του και τον σταυρό των άλλων, προς δόξαν Θεού και όχι για την προσωπική του καταξίωση. Ο ένθεος τελικά παλεύει να είναι ταπεινός.
Το να γίνουμε ένθεοι είναι ο δύσκολος δρόμος και τρόπος. Είναι όμως η αυθεντική πορεία της Εκκλησίας. Σε έναν κόσμο ανθρωπαρέσκειας στην πολιτική, στην τηλεόραση, στην τέχνη, στις διαπροσωπικές σχέσεις, σε έναν κόσμο όπου οι πολλοί είναι τόσο φίλαυτοι και εγωκεντρικοί που δεν βλέπουν το συλλογικό καλό, ο χριστιανός παλεύει να μη μείνει απλώς ένας τυπικά θρησκευτικός άνθρωπος, αλλά να γίνει ο ένθεος της αγάπης. Γι’ αυτό χρειάζεται άσκηση, ταπείνωση και απόφαση η αγάπη να είναι το κριτήριο της ζωής. Μόνο έτσι όμως προσεγγίζεται η ευτυχία αληθινά και η μακαριότητα.



Σάββατο 15 Ιουλίου 2017

Κυριακή των Πατέρων

«βούλομαί σε διαβεβαιούσθαι, ίνα φροντίζωσι καλών έργων προΐστασθαι οι πεπιστευκότες τω Θεώ» (Τίτ. 3, 8). «Θέλω να βεβαιώνεις τους λόγους της πίστης με την προσωπική σου μαρτυρία, ώστε όσοι έχουν πιστέψει στον Θεό να φροντίζουν να πρωτοστατούν σε καλά έργα». Ο Παύλος είναι βέβαιος για την αλήθεια των λόγων της πίστης και μεταδίδει την αλήθεια τους στον μαθητή του. Την ίδια στιγμή ζητά από εκείνον να γίνει συνεχιστής αυτής της μαρτυρίας και να διαβεβαιώνει την αλήθεια των λόγων όχι μόνο με τη διδαχή τους στους ανθρώπους, αλλά και με το παράδειγμά του.
Ο λόγος του Παύλου όμως δεν είναι αναμάσημα απόψεων άλλων ή καρπός αυτοδικαίωσης. Είναι αυθεντικό βίωμα εμπειρίας Θεού. Κοινωνίας με τον ίδιο τον Χριστό και την ίδια στιγμή απόσταγμα πορείας αγάπης, ιεραποστολής, μαρτυρίου, θυσίας, κυοφορίας ανθρώπων εις Χριστόν. Δεν μιλά για μία εμπειρία άλλων, αλλά για μία κατάσταση που ζει ο ίδιος. Γι’ αυτό και είναι λόγος αυθεντικός. Την ίδια στιγμή είναι λόγος δικαιωμένος από την Εκκλησία. Δεν εξέφρασε μία προσωπική μαρτυρία, προσωπική διαβεβαίωση, αλλά έθεσε όχι μόνο την άποψή του αλλά τον ίδιο τον εαυτό του στην κρίση της Εκκλησίας. Και ήδη η Εκκλησία από την εποχή του τον είχε καταστήσει αυθεντία. Τον είχε αποδεχτεί και ως πρόσωπο, ως Παύλο τον Ταρσέα, και ως θεσμό, ως τον ιδρυτή κατά τόπους Εκκλησιών, αποδίδοντάς του ένα κύρος μοναδικό. Και ο λόγος του παραμένει εν ισχύι, όντας αποτυπωμένος στην Αγία Γραφή, διότι στους αιώνες παραμένει αυθεντικός. Και ο χρόνος μάς διαβεβαιώνει για την αλήθεια του. Άντεξε. Και θα αντέχει.
Είναι αυθεντικός λοιπόν ο λόγος του Παύλου διότι είναι μία πρόκληση αλλαγής. Μία πρόκληση εξόδου από το εγώ μας. Πρόκληση υπέρβασης του εαυτού μας, των φόβων μας, των αγωνιών μας, των όσων μας ταλαιπωρούν.
Η σημερινή Κυριακή είναι αφιερωμένη στους πατέρες της 4ης Οικουμενικής Συνόδου, που κατεδίκασε τους αιρετικούς μονοφυσίτες.
Οι ανά τους αιώνες αιρετικοί δεν είχαν ούτε θα έχουν αυτά τα τρία κριτήρια. Την εμπειρία σε προσωπικό επίπεδο του Χριστού. Την ταπείνωση να θέτουν την αλήθεια τους στην κρίση της Εκκλησίας με σεμνότητα συνήθως, αλλά και τη δέουσα μαχητικότητα, η οποία όμως δεν αποσκοπεί στην εξουθένωση και τη διάλυση των άλλων, αλλά στον φωτισμό τους. Οι αιρετικοί συστήνουν δικές τους εκκλησίες, για να δημιουργήσουν μία νέα παράδοση, προσελκύοντας όλους εκείνους που γοητεύονται από την αίσθηση της μαχητικότητας, της προσωπικής ερμηνείας, της παρηγοριάς που ξεγελά, του αταπείνωτου φρονήματος, μίας εγωιστικής βεβαιότητας ότι έχουμε δίκιο.
Γι’ αυτό και επιλέγουμε να είμαστε εντός της Εκκλησίας. Για να κρατιόμαστε στην αυθεντικότητα. Αρκεί να έχουμε σεμνότητα ψυχής, ώστε ακόμη και οι απόψεις μας ή η χρήση απόψεων άλλων που γεύτηκαν την εμπειρία του Χριστού, να μην μας αναγορεύουν σε αυτο-αυθεντίες, αλλά με σεβασμό προς το σώμα του Χριστού να εκφραζόμαστε χωρίς φόβο μεν, χωρίς όμως να γινόμαστε και τιμητές των πάντων που διαφωνούν με μας.


Σάββατο 8 Ιουλίου 2017

Η ... καρδιά!

Οι άνθρωποι συχνά αναρωτιόμαστε για εκείνους που η συμπεριφορά τους είναι ανάλγητη έναντι των πολλών: «Μα, δεν έχουν καρδιά;». Ιδίως με τα συχνά γεγονότα βίας, θανάτων, εγκληματικότητας, τρομοκρατίας, όταν η ανθρώπινη ζωή θεωρείται παράπλευρη απώλεια στο όνομα ενός «ιερού σκοπού» ή στο όνομα της ικανοποίησης προσωπικών παθών, κυρίως της εκδίκησης και του μίσους, όπως επίσης και όταν οι άνθρωποι εκμεταλλεύονται τους άλλους ανθρώπους μέσα από μηχανισμούς όπως η οικονομία και η πολιτική, το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο έντονο: «Γιατί δεν έχουν καρδιά;». Ασφαλώς και υπάρχει μεταφορικότητα στην διατύπωση. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε την σωματική, τη βιολογική μας καρδιά. Αυτό που κάποτε στερούμαστε είναι η δοτική μας καρδιά.
Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Ρωμαίους, εκφράζει μέσα από μία φράση, το πώς η πίστη βλέπει την καρδιά του ανθρώπου και πώς αυτό μεταφέρεται στον λόγο: «καρδία γαρ πιστεύεται εις δικαιοσύνην, στόματι δε ομολογείται εις σωτηρίαν» (Ρωμ. 10, 10). «Όποιος πιστεύει με την καρδιά του οδηγείται στη δικαίωση, κι όποιος ομολογεί με το στόμα οδηγείται στη σωτηρία».
Όποιος πιστεύει με την καρδιά, σημαίνει αγάπη που γίνεται πληρωτική της ύπαρξης. Σημαίνει ροπή του ανθρώπου να μοιράζεται τη ζωή και την ελπίδα με τον συνάνθρωπο. Να μη προτάσσει το προσωπικό συμφέρον. Το πνεύμα της εξουσίας. Την ιδιοτέλεια. Της ικανοποίησης των ατομικών επιθυμιών εις βάρος των άλλων. Καρδιά σημαίνει χαρά που προέρχεται από την αρετή. Από τον αγώνα για υπερνίκηση των παθών. Από το σβήσιμο της λύπης μέσα από την ελπίδα προς τον Θεό και την πρόνοιά Του. Καρδιά σημαίνει μεταμόρφωση του σύνολου ανθρώπου σε πρόσωπο, αγαπώσα ύπαρξη.
Η καρδιά συνδυάζεται με την δικαίωση του ανθρώπου. Συνήθως ο κόσμος βλέπει τη δικαίωση ως την επικράτηση των επιλογών, των θέσεων, των ιδεών, ως την προσωπική δόξα και τον θρίαμβο της προσωπικότητάς μας, ως την αποδοχή από τους άλλους, ως την εκπλήρωση των στόχων. Ως την απόδειξη ότι έχουμε δίκιο. Όμως η αληθινή δικαίωση έχει να κάνει με το άνοιγμα και την οικείωση της αιωνιότητας. Το να εκπληρώνει ο άνθρωπος το θέλημα του Θεού. Κι αυτό δεν είναι θέμα μόνο διανοητικό. Ιδεολογικό. Είναι κυρίως θέμα καρδιακό. Δεν αρκεί να πιστεύουμε με το μυαλό και το στόμα, αλλά η καρδιά μας να εμπιστεύεται τον Θεό και την αγάπη Του.
«Γιατί δεν έχουν καρδιά;». Το ερώτημα μάλλον πρέπει να διατυπωθεί αλλιώς. «Σε Ποιον και σε τι πιστεύει η καρδιά τους;». Η απουσία του αληθινού Θεού, της Εσταυρωμένης Αγάπης οδηγεί στην επίδειξη δύναμης, εξουσίας, οίησης. Η απάντηση δεν είναι να διώξουμε περαιτέρω τον Θεό από τις ζωές μας, αλλά να Τον καλέσουμε να τις μεταμορφώσει.