Σάββατο 22 Ιουλίου 2017

"Οφείλομεν ημείς οι δυνατοί τα ασθενήματα των αδυνάτων βαστάζειν και μη εαυτοίς αρέσκειν»

Σε τρεις κατηγορίες θα μπορούσαμε να πούμε ότι κατατάσσονται οι άνθρωποι, ανάλογα με το σε ποιον θέλουν να αρέσουν με τη συμπεριφορά τους. Χαρακτηριζόμαστε και είμαστε ανθρωπάρεσκοι, νάρκισσοι ή θρησκευτικοί άνθρωποι.
Ο ανθρωπάρεσκος μεριμνά για την εικόνα του στους ανθρώπους. Εύκολα γίνεται υποκριτής. Άλλα πιστεύει, άλλα πράττει, άλλα θα ήθελε να κάνει. Όμως επειδή πρυτανεύει ο τρόπος πρόσληψης της εικόνας του από τους άλλους, προτιμά να μη αποκαλύπτει τον αληθινό εαυτό του ή να κάνει πράγματα που θα ευχαριστήσουν τους άλλους, ώστε να μπορέσει να εξασφαλίσει τον έπαινό τους. Ο άνθρωπος γίνεται έτσι υποκριτής. Υποδύεται ρόλους και τελικά ταυτίζεται με αυτούς. Δεν θέλει προσωπικό κόστος στη ζωή του και γι’ αυτό δεν παίρνει δύσκολες αποφάσεις, που προϋποθέτουν την αλήθεια, αλλά επιλέγει να είναι ευχάριστος, με σκοπό να κερδίζει. Ακολουθεί την οδό των πολλών. Νομίζει έτσι ότι θα είναι ευτυχισμένος, έχοντας τη δόξα των ανθρώπων. Δεν μπορεί όμως να κατανοήσει ότι η ανθρωπαρέσκεια καταπνίγει την δίψα της ψυχής για αλήθεια. Αλλοτριώνει τα χαρίσματα. Καθιστά αυτοσκοπό την εικόνα, το φαίνεσθαι, και δεν αφήνει περιθώρια για εσωτερική πληρότητα, με αποτέλεσμα η χαρά να είναι πρόσκαιρη και το άγχος να κυβερνά την ύπαρξη.
Οι νάρκισσοι πάλι δεν ενδιαφέρονται καθόλου για τη γνώμη των άλλων. Κοιτούνε να αρέσουν στους εαυτούς τους. Ταυτίζουν την ευτυχία με την εικόνα τους, χωρίς να τους απασχολούν οι άλλοι, καθώς είναι τόσο πολύ απορροφημένοι από το εγώ τους, που δεν θέλουν να δούνε δίπλα. Οι νάρκισσοι είναι φίλαυτοι. Πιστεύουν ότι είναι αλάθητοι και ότι ακόμη κι αν οι άλλοι φαίνεται να έχουν σε κάτι δίκιο, υπάρχουν δικαιολογίες γιατί αυτό το δίκιο δεν μπορεί να ισχύει. Οι νάρκισσοι θεωρούν τους εαυτούς τους αναμάρτητους. Ακόμη κι αν παραδέχονται γενικά ότι κάποια αμαρτία θα έχουν, εντούτοις την θεωρούν ασήμαντη και ότι δεν μπορεί να τους βλάψει. Αν μάλιστα οι νάρκισσοι έχουν θέση εξουσίας, οιασδήποτε μορφής, τότε δεν μπορούν να δεχτούν άλλους εκτός από τους κόλακες. Είναι ακατάλληλοι για γνήσιες ανθρώπινες σχέσεις, διότι απουσιάζει η έξοδος από τον εαυτό τους, άρα δεν μπορούν να αγαπήσουν και να αγαπηθούν.
Ο θρησκευτικός άνθρωπος, αν καταφέρει να μην εγκλωβιστεί στη λογική της ανθρωπαρέσκειας ή του ναρκισσισμού, μπορεί να γίνει ένθεος άνθρωπος. Αρκεί να πρυτανεύσει η ουσία των εντολών του Θεού που είναι η αγάπη. «Οφείλομεν ημείς οι δυνατοί τα ασθενήματα των αδυνάτων βαστάζειν και μη εαυτοίς αρέσκειν» (Ρωμ. 15, 1), γράφει ο Απόστολος Παύλος. «Όσοι έχουμε δυνατή πίστη οφείλουμε να ανεχόμαστε τις αδυναμίες αυτών που έχουν αδύναμη πίστη και να μην κάνουμε ό,τι αρέσει σε μας». Ένθεος γίνεται εκείνος που αγαπά τον πλησίον με τέτοιον τρόπο που λαμβάνει υπόψιν τις αδυναμίες και τις δυσκολίες του, όχι όμως για να τον επαινέσει ο πλησίον και να δοξαστεί ο ίδιος, αλλά από αγάπη προς αυτόν. Ο ένθεος δε θέλει να σκανδαλίσει. Εξηγεί την αλήθεια την οποία ζει και ακόμη κι αν δεν μπορεί να πείσει αυτόν που δεν έχει φτάσει στην απαιτούμενη πνευματική προκοπή, δείχνει συγκατάβαση και ανέχεται την αδυναμία του. Ένθεος γίνεται εκείνος που δεν αρκείται στη δική του πρόοδο, αλλά επιδιώκει την πρόοδο των άλλων. Βλέπει με αγάπη τους άλλους πώς προχωρούν και μοιράζεται μαζί τους τη χαρά του. Συζητά τους προβληματισμούς τους, ακόμη κι αν τον θίγουν. Και εμπιστεύεται τον Θεό σε όλα, κάτι που τον καθιστά παιδί του Θεού και όχι εξουσιαστή των ανθρώπων. Δεν θέλει την κολακεία, γιατί δεν τη χρειάζεται, αφού τον ενδιαφέρει το θέλημα του Θεού και όχι η ανθρώπινη δόξα. Και έχει την ταπείνωση να σηκώσει και τον σταυρό τον δικό του και τον σταυρό των άλλων, προς δόξαν Θεού και όχι για την προσωπική του καταξίωση. Ο ένθεος τελικά παλεύει να είναι ταπεινός.
Το να γίνουμε ένθεοι είναι ο δύσκολος δρόμος και τρόπος. Είναι όμως η αυθεντική πορεία της Εκκλησίας. Σε έναν κόσμο ανθρωπαρέσκειας στην πολιτική, στην τηλεόραση, στην τέχνη, στις διαπροσωπικές σχέσεις, σε έναν κόσμο όπου οι πολλοί είναι τόσο φίλαυτοι και εγωκεντρικοί που δεν βλέπουν το συλλογικό καλό, ο χριστιανός παλεύει να μη μείνει απλώς ένας τυπικά θρησκευτικός άνθρωπος, αλλά να γίνει ο ένθεος της αγάπης. Γι’ αυτό χρειάζεται άσκηση, ταπείνωση και απόφαση η αγάπη να είναι το κριτήριο της ζωής. Μόνο έτσι όμως προσεγγίζεται η ευτυχία αληθινά και η μακαριότητα.



Σάββατο 15 Ιουλίου 2017

Κυριακή των Πατέρων

«βούλομαί σε διαβεβαιούσθαι, ίνα φροντίζωσι καλών έργων προΐστασθαι οι πεπιστευκότες τω Θεώ» (Τίτ. 3, 8). «Θέλω να βεβαιώνεις τους λόγους της πίστης με την προσωπική σου μαρτυρία, ώστε όσοι έχουν πιστέψει στον Θεό να φροντίζουν να πρωτοστατούν σε καλά έργα». Ο Παύλος είναι βέβαιος για την αλήθεια των λόγων της πίστης και μεταδίδει την αλήθεια τους στον μαθητή του. Την ίδια στιγμή ζητά από εκείνον να γίνει συνεχιστής αυτής της μαρτυρίας και να διαβεβαιώνει την αλήθεια των λόγων όχι μόνο με τη διδαχή τους στους ανθρώπους, αλλά και με το παράδειγμά του.
Ο λόγος του Παύλου όμως δεν είναι αναμάσημα απόψεων άλλων ή καρπός αυτοδικαίωσης. Είναι αυθεντικό βίωμα εμπειρίας Θεού. Κοινωνίας με τον ίδιο τον Χριστό και την ίδια στιγμή απόσταγμα πορείας αγάπης, ιεραποστολής, μαρτυρίου, θυσίας, κυοφορίας ανθρώπων εις Χριστόν. Δεν μιλά για μία εμπειρία άλλων, αλλά για μία κατάσταση που ζει ο ίδιος. Γι’ αυτό και είναι λόγος αυθεντικός. Την ίδια στιγμή είναι λόγος δικαιωμένος από την Εκκλησία. Δεν εξέφρασε μία προσωπική μαρτυρία, προσωπική διαβεβαίωση, αλλά έθεσε όχι μόνο την άποψή του αλλά τον ίδιο τον εαυτό του στην κρίση της Εκκλησίας. Και ήδη η Εκκλησία από την εποχή του τον είχε καταστήσει αυθεντία. Τον είχε αποδεχτεί και ως πρόσωπο, ως Παύλο τον Ταρσέα, και ως θεσμό, ως τον ιδρυτή κατά τόπους Εκκλησιών, αποδίδοντάς του ένα κύρος μοναδικό. Και ο λόγος του παραμένει εν ισχύι, όντας αποτυπωμένος στην Αγία Γραφή, διότι στους αιώνες παραμένει αυθεντικός. Και ο χρόνος μάς διαβεβαιώνει για την αλήθεια του. Άντεξε. Και θα αντέχει.
Είναι αυθεντικός λοιπόν ο λόγος του Παύλου διότι είναι μία πρόκληση αλλαγής. Μία πρόκληση εξόδου από το εγώ μας. Πρόκληση υπέρβασης του εαυτού μας, των φόβων μας, των αγωνιών μας, των όσων μας ταλαιπωρούν.
Η σημερινή Κυριακή είναι αφιερωμένη στους πατέρες της 4ης Οικουμενικής Συνόδου, που κατεδίκασε τους αιρετικούς μονοφυσίτες.
Οι ανά τους αιώνες αιρετικοί δεν είχαν ούτε θα έχουν αυτά τα τρία κριτήρια. Την εμπειρία σε προσωπικό επίπεδο του Χριστού. Την ταπείνωση να θέτουν την αλήθεια τους στην κρίση της Εκκλησίας με σεμνότητα συνήθως, αλλά και τη δέουσα μαχητικότητα, η οποία όμως δεν αποσκοπεί στην εξουθένωση και τη διάλυση των άλλων, αλλά στον φωτισμό τους. Οι αιρετικοί συστήνουν δικές τους εκκλησίες, για να δημιουργήσουν μία νέα παράδοση, προσελκύοντας όλους εκείνους που γοητεύονται από την αίσθηση της μαχητικότητας, της προσωπικής ερμηνείας, της παρηγοριάς που ξεγελά, του αταπείνωτου φρονήματος, μίας εγωιστικής βεβαιότητας ότι έχουμε δίκιο.
Γι’ αυτό και επιλέγουμε να είμαστε εντός της Εκκλησίας. Για να κρατιόμαστε στην αυθεντικότητα. Αρκεί να έχουμε σεμνότητα ψυχής, ώστε ακόμη και οι απόψεις μας ή η χρήση απόψεων άλλων που γεύτηκαν την εμπειρία του Χριστού, να μην μας αναγορεύουν σε αυτο-αυθεντίες, αλλά με σεβασμό προς το σώμα του Χριστού να εκφραζόμαστε χωρίς φόβο μεν, χωρίς όμως να γινόμαστε και τιμητές των πάντων που διαφωνούν με μας.


Σάββατο 8 Ιουλίου 2017

Η ... καρδιά!

Οι άνθρωποι συχνά αναρωτιόμαστε για εκείνους που η συμπεριφορά τους είναι ανάλγητη έναντι των πολλών: «Μα, δεν έχουν καρδιά;». Ιδίως με τα συχνά γεγονότα βίας, θανάτων, εγκληματικότητας, τρομοκρατίας, όταν η ανθρώπινη ζωή θεωρείται παράπλευρη απώλεια στο όνομα ενός «ιερού σκοπού» ή στο όνομα της ικανοποίησης προσωπικών παθών, κυρίως της εκδίκησης και του μίσους, όπως επίσης και όταν οι άνθρωποι εκμεταλλεύονται τους άλλους ανθρώπους μέσα από μηχανισμούς όπως η οικονομία και η πολιτική, το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο έντονο: «Γιατί δεν έχουν καρδιά;». Ασφαλώς και υπάρχει μεταφορικότητα στην διατύπωση. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε την σωματική, τη βιολογική μας καρδιά. Αυτό που κάποτε στερούμαστε είναι η δοτική μας καρδιά.
Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Ρωμαίους, εκφράζει μέσα από μία φράση, το πώς η πίστη βλέπει την καρδιά του ανθρώπου και πώς αυτό μεταφέρεται στον λόγο: «καρδία γαρ πιστεύεται εις δικαιοσύνην, στόματι δε ομολογείται εις σωτηρίαν» (Ρωμ. 10, 10). «Όποιος πιστεύει με την καρδιά του οδηγείται στη δικαίωση, κι όποιος ομολογεί με το στόμα οδηγείται στη σωτηρία».
Όποιος πιστεύει με την καρδιά, σημαίνει αγάπη που γίνεται πληρωτική της ύπαρξης. Σημαίνει ροπή του ανθρώπου να μοιράζεται τη ζωή και την ελπίδα με τον συνάνθρωπο. Να μη προτάσσει το προσωπικό συμφέρον. Το πνεύμα της εξουσίας. Την ιδιοτέλεια. Της ικανοποίησης των ατομικών επιθυμιών εις βάρος των άλλων. Καρδιά σημαίνει χαρά που προέρχεται από την αρετή. Από τον αγώνα για υπερνίκηση των παθών. Από το σβήσιμο της λύπης μέσα από την ελπίδα προς τον Θεό και την πρόνοιά Του. Καρδιά σημαίνει μεταμόρφωση του σύνολου ανθρώπου σε πρόσωπο, αγαπώσα ύπαρξη.
Η καρδιά συνδυάζεται με την δικαίωση του ανθρώπου. Συνήθως ο κόσμος βλέπει τη δικαίωση ως την επικράτηση των επιλογών, των θέσεων, των ιδεών, ως την προσωπική δόξα και τον θρίαμβο της προσωπικότητάς μας, ως την αποδοχή από τους άλλους, ως την εκπλήρωση των στόχων. Ως την απόδειξη ότι έχουμε δίκιο. Όμως η αληθινή δικαίωση έχει να κάνει με το άνοιγμα και την οικείωση της αιωνιότητας. Το να εκπληρώνει ο άνθρωπος το θέλημα του Θεού. Κι αυτό δεν είναι θέμα μόνο διανοητικό. Ιδεολογικό. Είναι κυρίως θέμα καρδιακό. Δεν αρκεί να πιστεύουμε με το μυαλό και το στόμα, αλλά η καρδιά μας να εμπιστεύεται τον Θεό και την αγάπη Του.
«Γιατί δεν έχουν καρδιά;». Το ερώτημα μάλλον πρέπει να διατυπωθεί αλλιώς. «Σε Ποιον και σε τι πιστεύει η καρδιά τους;». Η απουσία του αληθινού Θεού, της Εσταυρωμένης Αγάπης οδηγεί στην επίδειξη δύναμης, εξουσίας, οίησης. Η απάντηση δεν είναι να διώξουμε περαιτέρω τον Θεό από τις ζωές μας, αλλά να Τον καλέσουμε να τις μεταμορφώσει.



Σάββατο 24 Ιουνίου 2017

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ

ΕΒΔΟΜΑΔΙΑΙΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ
Δευτέρα 26 Ιουνίου - Κυριακή 2 Ιουλίου 2017

Τρίτη 27 Ιουνίου 2017:
7.30 - 9.30 π.μ. Όρθρος και Θεία Λειτουργία στον Προφήτη Ηλία

Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017
7.00 μ.μ. Εσπερινός Αποστόλων Πέτρου & Παύλου
7.30 μ.μ. Θερινή συνάντηση Κύκλου Πνευματικής οικοδομής

Πέμπτη 29 Ιουνίου 2017 (Πέτρου & Παύλου)
7.30 - 9.30 π.μ. Όρθρος και Θεία Λειτουργία
6.30 μ.μ. Εσπερινός

Παρασκευή 30 Ιουνίου 2017 (12 Αποστόλων)
7.30 - 9.30 π.μ. Όρθρος και Θεία Λειτουργία
6.30 μ.μ. Εσπερινός και Αγιασμός Πρωτομηνιάς

Σάββατο 1 Ιουλίου 2017:
Εκδρομή

Κυριακή 2 Ιουλίου 2017:
7.00 – 10.00 π.μ. Όρθρος και Θεία Λειτουργία

Η σύγχρονη Γενοκτονία…

Πρίν ἀρκετά χρόνια μετά ἀπό μιά μεγάλη γιορτή ἕνα νέο ζευγάρι μέ κάλεσαν στό σπίτι τους γιά καφέ. Τό ζευγάρι εἶχε τότε δυό παιδιά.
Καθισμένοι στό ὄμορφο μπαλκόνι τοῦ σπιτιοῦ ἡ νεαρή σύζυγος μέ ἐρωτᾶ, γιά λογαριασμό κάποιας φίλης της, ὅπως μοῦ εἶπε, ποιά εἶναι ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας γιά τίς ἐκτρώσεις.
Τῆς εἶπα ὅτι γιά νά καταλάβει τήν θέση τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά ἀπαντήσει σ᾽ ἕνα ἐρώτημα. Τό ἔμβρυο πού ἔχει συλληφθεῖ στήν μήτρα μιᾶς γυναίκας τί ἀνθρωπολογική ταυτότητα ἔχει;
Εἶναι πλήρης ἄνθρωπος πού ἐξελίσσεται, ἤ εἶναι ἕνα ἀνθρωποειδές πού περιμένει τόν ἥλιο ἤ τόν ἀέρα γιά νά λάβει ὑπόσταση, νά γίνει πλήρης ἄνθρωπος;
Τῆς ἐξήγησα ὅτι ἡ Ἐκκλησία λέγει ὅτι εἶναι πλήρης ἄνθρωπος ἐξ ἄκρας συλλήψεως.
Γι᾽ αὐτό θεωρεῖ ὅτι ἡ ἔκτρωση εἶναι καταστροφή τῆς ζωῆς. Εἶναι ἔγκλημα καί μάλιστα εἰδεχθές, γιατί στρέφεται ἐναντίον τοῦ πιό ἀθώου καί τοῦ πιό ἀνυπεράσπιστου πλάσματος στόν κόσμο. Ἡ συζήτηση μας τελείωσε ἐκεῖ.
Πέρασαν δύο χρόνια ἀπό τότε καί τἠν ἴδια μέρα καί γιορτή δέχθηκα πάλι τήν ἴδια πρόσκληση ἀπό τά ἴδια πρόσωπα καί τἠν ἀποδέχθηκα.
Καθώς ἑτοιμαζόταν ὁ καφές, γιά νά μήν εἷναι μόνη ἡ σύζυγος καθίσαμε στήν ἀρχή στήν κουζίνα. Ἀλλά ἐκεῖ κυκλοφοροῦσε καί ἕνας μπόμπιρας, ἕνα μικρό παιδάκι πού προσπαθοῦσε νά σταθεῖ στά πόδια του.
Ἐπεχείρησα νά χαϊδέψω τό κεφαλάκι του, ὅταν ἀκούω τήν μητέρα του νά μοῦ λέγει: «Ἄν αὐτός ζεῖ τό ὀφείλει σέ σᾶς» καί μοῦ ἀποκάλυψε ὅτι τό πρό δύο ἐτῶν ἐρώτημα ἀφοροῦσε τήν ἴδια.
Ἐπάνω στό τραπέζι βρισκόταν ἕνα μεγάλο μαχαίρι τοῦ ψωμιοῦ. Εἶπα λοιπόν στήν μητέρα δείχνοντάς το: «πάρτο και σφάχτο».
Ἡ μητέρα ἀντέδρασε σάν νά τήν χτύπησε ἠλεκτρικό ρεῦμα. Τί κουβέντα μοῦ λέγει εἶναι αὐτή πού εἴπατε; Γιατί, σοῦ φαίνεται φρικτή; τῆς ἀπάντησα.
Μά σοβαρολογεῖτε, πάτερ! Ναί, τῆς εἶπα, σοβαρολογῶ, γιατί θέλω τώρα νά καταλάβεις καλά αὐτό πού θά ἔκανες τότε. Βλέπεις τώρα μπροστά σου αὐτό πού θα ἔκανες τότε;
Βλέπεις ποιό παιδί θά κατέστρεφες; Τώρα σοῦ φαίνεται φρικτό, τότε δέν θά ἦταν;
Πρίν λίγο καιρό μιά φωτοφραφία ἔκανε τό γύρο τοῦ κόσμου. Τό μικρό παιδάκι πού ξεβράσθηκε στίς ἀκτές. Τό μικρό προσφυγόπουλο πού πέθανε στό δρόμο πρός τήν ἐλευθερία.
Δικαιολογημένος ὁ ἀποτροπιασμός. Το μέγεθος του ὅμως ἀνάλογο πρός τήν ὑποκρισία τοῦ πολιτισμένου κόσμου, καθώς καί πολλῶν δικῶν μας.
Ὅλοι αὐτοί πού χρησιμοποιοῦσαν τήν εἰκόνα τοῦ μικροῦ παιδιοῦ γιά νά κατηγορήσουν τούς ἄλλους σάν ἐνόχους ἀρνοῦνται νά κοιτάξουν μιά ἀκόμη φωτογραφία, γιά τἠν ἀκρίβεια ἕνα βίντεο μέ τόν τίτλο «σιωπηλή κραυγή».
Τό βίντεο αὐτό εἶναι ἡ κινηματογράφηση μιᾶς ἔκτρωσης ἀπό ἕνα γιατρό. Ἡ εἰκόνα τοῦ πνιγμένου προσφυγόπουλου ὠχριᾶ μποστά στό βίντεο αὐτό.
Τό ταλαίπωρο πλάσμα τουλάχιστον ἦταν ἀρτιμελές. Ἐκεῖ ἕνα ἄλλο παιδάκι κομματιάζεται κυριολεκτικά καί δολοφονεῖται ἀδίστακτα, γιατί εἶναι ἀνεπιθύμητο.
Τό προσφυγόπουλο πνίγηκε, γιατί κάποιοι δἐν μπόρεσαν νά τό σώσουν. Ἐδῶ, στίς ἐκτρώσεις κάποιοι συνειδητά δολοφονοῦν.
Μιά κοινωνία, μιά δημοσιογραφία, ἐπίσημοι ἄρχοντες, ἀγανακτοῦν δῆθεν στήν θέα τοῦ πνιγμένου παιδιοῦ καί σιωποῦν στήν ἐξόντωση χιλιάδων παιδιῶν ἀπό τούς ἴδιους τούς ψευτοαγανακτισμένους. Σκεφθήκατε ποτέ, πόσες Ἑλλάδες ἔχουμε ἀφανίσει;
Εἲναι ἐντυπωσιακή μιά κοινωνία, πού χύνει κροκοδείλια δάκρυα γιά τά παιδιά πού πνίγονται ἤ πού πεθαίνουν ἀπό την πεῖνα, ἀλλά διεκδικεῖ τό δικαίωμα νά τά σκοτώνει πρίν ἔλθουν στόν κόσμο.
Εἶναι ἀπάνθρωπη μιά κοινωνία, πού στό βωμό τῆς ἀνεύθυνης ἀπόλαυσης θυσιάζει ἀνθρώπινες ζωές και ἀπαιτεῖ τό δικαίωμα αὐτό νά τό ἔχει ἀνενόχλητη καί ἀπό τήν ἄλλη πλευρά καταδικάζει σέ βαρύτατες ποινές (καλά κάνει) αὐτούς πού κακοποιοῦν ἕνα ζῶο.
Ἡ κακοποίηση ζώων ἀπαγορεύεται, ἡ κακοποιήση καί ἡ δολοφονία ἀνθρώπων βρεφικῆς ἡλικίας ἐπιβραβεύεται καί ἐπαινεῖται δημοσίως. Ἡ κυρία ἤ ἡ δεσποινίς πού δολοφόνησε τό ἀθῶο παιδί μέσα της, μπορεῖ νά διαμαρτύρεται γιατί κακοποιήθηκε τό σκυλάκι της;
Μιά ἐξουσία καί μιά Βουλή, πού νομοθετεῖ καί καταδικάζει τήν κακοποίηση τῶν ζώων, μέ ποιό ἠθικό ἀνάστημα ἐπικροτεῖ τήν δολοφονία ἀθώων ὑπάρξεων, τήν νομιμοποιεῖ καί τήν πληρώνει;
Ποιός πολιτισμός μπορεῖ νά ἐπικροτεῖ τήν δολοφονία χιλιάδων ἀθώων ὑπάρξεων, τῶν πιό ἀνυπεράσπιστων ἀνθρωπίνων πλασμάτων καί νά μήν εἶναι αὐτός, ὁ πολιτισμός τῆς βαρβαρότητας;
Ἡ παράνοια μιᾶς ἐξουσίας καί μιᾶς κοινωνίας συνίσταται στό νά αὐστηροποιοῦν τή νομοθεσία πού προστατεύει τά ζῶα καί νά χαλαρώνουν αὐτήν πού ἀφορᾶ τήν ἀξία τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς.
Μιά τέτοια ἐξουσία εἶναι ἀνήθικη καί μιά τέτοια κοινωνία εἶναι βρώμικη. Ἀπό πότε τό νά σκοτώσεις ἕνα παιδί ἔξω ἀπό τήν μήτρα τῆς μητέρας του εἶναι ἔγκλημα καί τό νά τό σκοτώνεις μέσα σέ αὐτήν εἶναι πράξη προόδου καί πολιτισμοῦ;
Εἶναι ὑποκρισία μεγατόνων, ὅταν βλέπεις ἕνα παιδικό πτῶμα στήν ἀκρογιαλιά πνιγμένο ὄχι μόνο ἀπό τή θάλασσα, ἀλλά και ἀπό την ἀδιαφορία ἀνθρώπων ἐγκληματιῶν μέ γραβάτα καί κοστούμι, ἀλλά νά ἐπιδοκιμάζεις τόν θρυμματισμό τῆς κεφαλῆς και τῶν ὀστῶν ἀθώων ὑπάρξεων στό βωμό τῆς ἀπόλαυσης και τοῦ δολοφονικοῦ ἐγωκεντρισμοῦ.
Μιά τέτοια κοινωνία δικαιοῦται νά εὐτυχήσει καί νά προοδεύσει; Ἕνας τέτοιος λαός μπορεῖ καί δικαιοῦται νά περιμένει καλύτερες ἡμέρες;
Ποῦ εἶναι οἱ ὑποκριτές τῆς ὑπεράσπισης τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων; Τά ἀγέννητα, ἀλλά ζωντανά παιδιά, δέν ἔχουν δικαιώματα καί ἔχουν δικαιώματα τά σκυλιά καί τά γατιά; Καί ὅλοι αὐτοί εἶναι προοδευτικοί ἤ ἄθλιοι;
Ποιός πατέρας καί ποιά μάννα δικαιοῦνται νά ἀπαιτοῦν τό σεβασμό καί τήν ἀγάπη τῶν παιδιῶν τους, ὅταν αὐτά μαθαίνουν ὅτι ζοῦν ὄχι ἀπό την ἀγάπη τῶν γονιῶν τους ἀλλά ἀπό τήν τύχη, γιατί γεννήθηκαν πρῶτα ἤ δεύτερα, ἐνῶ ἄν εἶχαν γεννηθεῖ τρίτα ἤ τέταρτα οἱ «καλοί τους» γονεῖς θά εἶχαν θρυμματίσει τά κεφαλάκια τους;
Μιά κοινωνία πού στηρίζεται στήν ἀδικία καί στήν ἀπανθρωπιά, μιά κοινωνία καί μιά ἔννομη τάξη πού δέν σέβεται τά δικαιώματα τῶν ὑπαρκτῶν, ἀλλά ἀγέννητων παιδιῶν, εἶναι κοινωνία παρακμῆς.
Τούτη τήν ὥρα τό ὑπ᾽ ἀριθμ. 1 πρόβλημα τῆς Πατρίδας μας, ἡ βόμβα στά θεμέλια της εἶναι ἡ ὑπογεννητικότητα ἤ ἀλλιῶς τό δημογραφικό πρόβλημα.
Ἡ πατρίδα μας δέν κινδυνεύει ἀπό ἐξωτερικούς ἐχθρούς. Οἱ ἐχθροί εἶναι ἐντός τῶν τειχῶν. Βρίσκονται σέ πολλά ἀπό τά σπίτια μας, στά ὑπουργικά γραφεῖα καί στά βουλευτικά ἕδρανα, στά νοσοκομεῖα καί στά μαιευτήριά μας.
Αὐτή εἶναι ἡ ὠμή, ἡ ὠμότατη ἀλήθεια. Δέν ὑπάρχουν καλύτεροι συνεργάτες τῶν ὅποιων ἐχθρῶν τῆς πατρίδας ἀπό ἐμᾶς τούς Ἕλληνες.
Δέν ὑπάρχουν πιό ἐπικίνδυνοι ὑπονομευτές καί τοῦ ἀσφαλιστικοῦ καί τοῦ ἐργατικοῦ καί τοῦ συνταξιοδοτικοῦ προβλήματος τῆς χώρας, ἀπό τούς ἀνθρώπους τῆς ἐξουσίας, πού ἔχουν στοχοποιήσει τήν πολύτεκνη οἰκογένεια καί τούς πολίτες αὐτῆς τῆς χώρας, πού αὐτοοδηγοῦνται στήν χρεοκοπία καί «αὐτοκτονοῦν» τήν πατρίδα.
Αὐτοί πού κατωχυρώνουν νομικά τό δικαίωμα δολοφονίας τῶν ἀγέννητων παιδιῶν καί αὐτοί πού χρησιμομοιοῦν ἕνα τέτοιο ἀνήθικο δικαίωμα, αὐτοί πού δέν βλέπουν τά παιδιά σάν καρπούς τῆς ἀγάπης τους, ἀλλά σάν ἁπλά κομφόρ τῆς ἀρρωστημένης νοοτροπίας τους, αὐτοί πού θεωροῦν πολυτιμότερα τά σκυλιά, ἀπό τά παιδιά καί προσφέρουν στά σκυλιά παιδική θαλπωρή καί στά παιδιά σκυλίσιο πέταγμα, κάτι γιά τό ὁποῖο θά διαμαρτύρονταν ἀκόμη καί τά σκυλιά, αὐτοί εἶναι οἱ πραγματικοί ἐχθροί τῆς πατρίδας, αὐτοί εἶναι οἱ ἀληθινά ἀπάνθρωποι.
Ἡ πιό ἀπεχθής διαφθορά εἶναι τό νά θεωρεῖς τήν ἀρετή ὡς βλακεία, νά σαρκάζεις τήν τιμιότητα, τό νά εἰρωνεύεσαι τούς ἔντιμους ἀνθρώπους, τό νά πολεμᾶς τήν ἀληθινή φύση τῶν ὄντων καί νά ὀνομάζεις τήν διαστροφή, ὡς ἐναλλακτικό τρόπο ζωῆς.
Πρέπει να ποῦμε ξεκάθαρα στά παιδιά μας ὅτι, ποτέ δέν θά γίνουν καί δέν θά εἶναι εὐτυχισμένα ἄν τά χέρια καί πρό παντός οἱ καρδιές τους εἶναι σφραγισμένα ἀπό τό θάνατο ἀθώων ὑπάρξεων πού τούς τόν πρόσφεραν, σάν ἄλλοι Ἡρῶδες, στό βωμό τῆς διασκέδασής τους.
Πρέπει νά τούς ποῦμε ὅτι αὐτοί ζοῦν, γιατί κάποιοι δέν τούς μιμήθηκαν καί τούς χάρισαν τήν ζωή καί ὄχι τό θάνατο.
Ἄν δέν σέβονται τά παιδιά, πού χάρις σέ ἐκείνους καί μέσα ἀπό τίς σχέσεις τους ἀπέκτησαν ὕπαρξη, μέ ποιό δικαίωμα μποροῦν νά ἀπαιτήσουν σεβασμό στήν δική τους τήν ζωή; Μόνοι μας καί μέ τίς πράξεις μας σχετικοποιοῦμε τήν ἀξία τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς.
Μέ ποιά φόντα λοιπόν θα παραστήσουμε τούς προοδευτικούς καί θά κατηγορήσουμε αὐτούς, πού μέ τά ὅπλα τοῦ θανάτου σκοτώνουν νέα παιδιά, ὅταν αὐτοί οἱ ἴδιοι σκοτώνουν τά δικά τους τά παιδιά;
Αὐτή δέν εἶναι καί ἡ βασικότερη αἰτία τῆς ἀθεΐας τῶν πολλῶν; Ἐπειδή ὁ Θεός μᾶς λέγει ξεκάθαρα ὅτι «οὐκ ἔξεστί σοι», δηλαδή δέν σοῦ ἐπιτρέπεται νά καταστρέφεις τήν ἀνθρώπινη ζωή, γι᾽ αὐτό τόσο ἄνετα καί τόσο ἐπιπόλαια κάποιοι λένε «δέν ὑπάρχει Θεός», γιά νά μποροῦν ἄνετα νά σκοτώνουν ἀθῶα βρέφη κάνοντας τό κέφι τους.
Ἴσως κάποιοι θεωρήσουν σκληρά και προκλητικά αὐτά τά λόγια. Ναί, λοιπόν, αὐτό θέλω, νά προκαλέσω τήν σκληροκαρδία ὅλων ὅσων εἶναι ὑπεύθυνοι γιά τήν σύγχρονη γενοκτονία τῶν ἐκτρώσεων.
Νά ὑπερασπιστῶ αὐτά τἀ παιδιά, πού ὅπως γράφει ἡ Ἰωάννα Σκαρλάτου, στό ἐξαιρετικό πόνημά της, «Τά Μωρά τῆς Λίμνης» κλαῖνε ἀσταμάτητα, γιατί δέν ἔχουν μάτια γιά νά δοῦν, δέν ἔχουν χείλη καί στόμα νά χαμογελάσουν. Τά κατέστρεψαν οἱ γιατροί μέ τήν ἐντολή τῶν γονιῶν τους.

(Μητροπολίτης Σισανίου & Σιατίστης Παύλος, από romfea.gr)


Η πίστη.

Οι άνθρωποι φοβόμαστε τις δυσκολίες στη ζωή, την θλίψη, τη δοκιμασία, τον πόνο, το κακό. Μας θυμίζουν την ήττα και τον θάνατο. Έτσι, όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια δυσκολία στη ζωή μας, είτε καταφεύγουμε στον Θεό, είτε στεναχωρούμαστε και απελπιζόμαστε, ενώ άλλες φορές τα βάζουμε με τον Θεό. Η πίστη όμως δε βλέπει έτσι την πραγματικότητα. Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο απόστολος Παύλος στους Ρωμαίους «ἡ θλῖψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα, ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει, ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ Πνεύματος ῾Αγίου τοῦ δοθέντος ἡμῖν» (Ρωμ. 5, 3-5). «Ξέρουμε καλά πως οι δοκιμασίες οδηγούν στην υπομονή, η υπομονή στο δοκιμασμένο χαρακτήρα, κι ο δοκιμασμένος χαρακτήρας στην ελπίδα. Κι η ελπίδα τελικά δεν απογοητεύει. Μαρτυρεί γι’ αυτό η αγάπη του Θεού, με την οποία το Άγιο Πνεύμα που μας δόθηκε, γέμισε και ξεχείλισε τις καρδιές μας».
Πρόκειται για μία εντελώς διαφορετική θέαση της ζωής. Αντί να μιλά για την υπομονή ως φάρμακο στις δοκιμασίες, μιλά για τις δοκιμασίες που οδηγούν στην υπομονή. Δε θεωρεί τις δοκιμασίες απορριπτέες στη ζωή, αλλά ως την οδό που οδηγεί στην υπομονή. Η υπομονή χτίζεται με τις δοκιμασίες, δεν είναι έτοιμη κατάσταση. Και χρειάζεται η υπομονή στη ζωή μας, διότι γεννά χαρακτήρα δοκιμασμένο, δηλαδή χαλυβδωμένο και δυνατό, όχι ηττημένο, αλλά ανθεκτικό στην ήττα και τον πόνο και τον θάνατο. Αυτό βεβαίως δε συνεπάγεται αποδοχή τους, δηλαδή μοιρολατρία, αλλά επίγνωση των ορίων μας. Ότι δεν είμαστε αυτοί που ελέγχουμε τον κόσμο και τη ζωή, αλλά ο Θεός, ο οποίος επιτρέπει, για λόγους που Εκείνος γνωρίζει, συνήθως για τις αμαρτίες μας, να περνάμε δυσκολίες, να χάνουμε, να αισθανόμαστε ότι δεν είμαστε εμείς που ελέγχουμε και κυβερνάμε την οδό μας, αλλά όλα ανήκουν αλλού. Ακόμη και εκείνοι που ζούνε με την ψευδαίσθηση ότι είναι πανίσχυροι, συνειδητοποιούν το εφήμερο της δυναστείας τους. Και μόνο έτσι ο δοκιμασμένος χαρακτήρας μπορεί να σταθεί στα πόδια του. Να βρει την ελπίδα, δηλαδή την επίγνωση ότι τα πάντα είναι στον Θεό και Εκείνος θα βάλει το τελικό όριο τόσο στη δοκιμασία όσο και στην ήττα μας. Γιατί ακόμη και αυτά δείχνουν την αγάπη του Θεού, η οποία πλούσια έχει δοθεί στον καθέναν μας, δια του Αγίου Πνεύματος, και γεμίζει και ξεχειλίζει με περίσσεια ζωής τις καρδιές μας.
Οι άνθρωποι σκεπτόμαστε διαφορετικά. Παρασυρμένοι από τον πονηρό και από το κοσμικό πνεύμα θεωρούμε ότι δικαιούμαστε μία αμέριμνη ζωή ή μία ζωή στην οποία τα πάντα θα έρχονται όπως μας αξίζουν. Το αντίθετο είναι αδικία. Και αυτό το μεταφέρουμε και στη σχέση μας με τον Θεό. Ζητούμε από Εκείνον την εκπλήρωση των ονείρων μας για ευτυχία. Θεωρούμε ότι είναι Δίκαιος όταν μας δίνει αυτό που μας αρέσει. Και αναρωτιόμαστε συνεχώς γιατί να συμβαίνει το αντίθετο. Δε θέλουμε έναν Θεό που δε μας ευχαριστεί, που δεν επιτρέπει στη ζωή να πορεύεται σύμφωνα με τις επιθυμίες μας. Δε θέλουμε έναν Θεό που αφήνει να φαίνεται ένας τρόπος προβληματισμού για το εφήμερο και υπέρβασής του. Θέλουμε έναν Θεό που να καταφάσκει στο εδώ και τώρα μας, ώστε να μπορούμε να βλέπουμε τα πάντα στην προοπτική της στιγμής, της ευχάριστης στιγμής. Και γι’ αυτό είτε λησμονούμε τον Θεό, είτε Τον απορρίπτουμε, είτε Τον θυμόμαστε στις δοκιμασίες μας, όχι για να μας βοηθήσει να αντέξουμε, αλλά για να τις πάρει από μας.
Δεν είναι όμως αυτό το νόημα της χριστιανικής πίστης και γι’ αυτό οι πολλοί στέκουν αδιάφοροι έναντί της. Η πίστη που γεννιέται στην καρδιά αυτού που θέλει να αγαπήσει αληθινά τον Θεό δεν κοιτά το αποτέλεσμα, την ωφέλεια, το ευχάριστο, αλλά τη σχέση καθαυτή με Αυτόν που μας αγαπά. Η πίστη πηγάζει από την εμπιστοσύνη και είναι εμπιστοσύνη. Εμπιστεύομαι σημαίνει ότι αφήνω κατά μέρος κάθε προσανατολισμό προς τα έξω ή προς τον εαυτό μου και εργάζομαι σε ό,τι έχω κληθεί να παλέψω, υλικό, πνευματικό, κοινωνικό, με κριτήριο και έκβαση το θέλημα του Θεού.
Η πίστη χτίζεται. Ο δρόμος που περιγράφει ο Παύλος είναι ο τρόπος της. Η Εκκλησία δια του Αγίου Πνεύματος και της εμπειρίας της μάς δείχνει την οδό της αποδοχής του θελήματος του Θεού, της αποδοχής των ορίων μας, της αποδοχής της αγάπης του Θεού που χτίζει επιπλέον πίστη!

Σάββατο 17 Ιουνίου 2017

Η κλήση των Μαθητών

Ο Κύριος καλεί τους μαθητές Του, για να τους κάνει αλιείς ανθρώπων. Και αυτοί ανταποκρίνονται θετικά στην πρόσκλησή Του αυτή, εγκαταλείποντας την ζωή τους και την περιουσία τους.
Είχαν γενναιότητα ψυχής για να θυσιάσουν τα πάντα. Ίσως αυτή ήταν η πρώτη αρετή των μαθητών για να επιλεγούν γι΄ αυτή την αποστολή. Γιατί πως θα εμπιστευθεί κάποιος τους αγραμμάτους για κήρυκες, για παιδαγωγούς και διδασκάλους, για καθοδηγητές ανθρώπων;
Η αγνότητα και η καθαρότητα της ψυχής των αποστόλων ήταν το δεύτερο στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Είχαν δηλαδή ειλικρινή διάθεση να γνωρίσουν το Θεό και λόγω της καθαρότητός τους έβλεπαν την αλήθεια.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει: «διάλεξε τους αγραμμάτους για να μην υπερηφανευτούν ότι έχουν κάτι δικό τους για να δώσουν, αλλά όλα ήταν της χάριτος». Είχαν, λοιπόν, την ταπείνωση και την συντριβή, για να σκέπτονται με κριτήριο το πνεύμα του Θεού.
Ζώντας και μεις μέσα στον κόσμο, καλούμαστε να δίνουμε μαρτυρία της πίστεως στο Χριστό προς τους συνανθρώπους μας και να τους παρακινούμε προς το Θεό. Ή αν από τους ανθρώπους ερωτηθούμε να τους βοηθήσουμε στο να δημιουργήσουν μια σχέση με το Θεό, αυτά θα πρέπει να είναι τα χαρακτηριστικά μας: διάθεση προσφοράς και θυσίας, αγνότητα και καθαρότητα προθέσεων και ψυχής, και ταπείνωση.