Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2018

οι θέλοντες ευσεβώς ζην εν Χριστώ Ιησού διωχθήσονται

Από την πρώτη στιγμή που αποκαλύφθηκε η Εκκλησία στο προσκήνιο ο λόγος του Χριστού «ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσιν, ει τον λόγον μου ετήρησαν και τον υμέτερον τηρήσουσιν»(Ιωάν. 15, 20) επιβεβαιωνόταν καθημερινά. Ο απόστολος Παύλος, ο οποίος πριν την μεταστροφή του διετέλεσε διώκτης του χριστιανισμού, καθώς συμμετείχε στο πρώτο μεγάλο έγκλημα μετά την σταύρωση του Χριστού, που ήταν το μαρτύριο και ο λιθοβολισμός του πρωτομάρτυρος και αρχιδιακόνου Στεφάνου, γνωρίζοντας από τον εαυτό του και τα όσα υπέμεινε για την πίστη τι σημαίνει να είναι κάποιος χριστιανός σε έναν κόσμο αντίθετο και αλλότριο, αναφέρει στον μαθητή του απόστολο Τιμόθεο: «και πάντες οι θέλοντες ευσεβώς ζην εν Χριστώ Ιησού διωχθήσονται» (Β’ Τιμ. 3, 12). «Και όλοι όσοι θέλουν να ζήσουν με ευσέβεια, σύμφωνα με το θέλημα του Ιησού Χριστού, θα αντιμετωπίσουν διωγμούς».
Η ιστορία της Εκκλησίας επιβεβαιώνει συνεχώς αυτόν τον λόγο. Δεν είναι μόνο οι μάρτυρες του αίματος. Είναι και οι μάρτυρες της συνείδησης.
Είναι όλοι αυτοί οι οποίοι επέλεξαν να μην προσαρμοσθούν στο κοσμικό πνεύμα, δηλαδή στην όψη της αμαρτίας.
Είναι αυτοί που εγκατέλειψαν την κοσμική πραγματικότητα και πάλεψαν με τον εαυτό τους και τα πάθη τους στα μοναστήρια, στις σπηλιές, στις οπές της γης, στην έρημο και στα όρη.
Είναι αυτοί οι οποίοι πάλεψαν να κρατήσουν τίμιο τον γάμο τους και την κοίτη τους αμίαντο.
Αυτοί οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα, αφήνοντας κατά μέρος τον νόμο του Θεού, να γίνουν πλούσιοι και ισχυροί, αλλά διάλεξαν να μείνουν πιστοί στα όσα το Ευαγγέλιο και η Εκκλησία λέει, και ας χάσουν.
Αυτοί που μάτωσαν εσωτερικά για να συγχωρήσουν ενώ μπορούσαν να τιμωρήσουν και να εκδικηθούν.
Αυτοί που δεν απάντησαν, ενώ μπορούσαν να ανταποδώσουν τα λεκτικά και άλλα χτυπήματα.
Είναι αυτοί που βλέπουν την εξουσία που έχουν ως διακονία και υπηρεσία προς τον άλλον και όχι ως ευκαιρία απόλαυσης.
Γιατί όμως διώκονται όλοι όσοι θέλουν να ζούνε με ευσέβεια, η οποία δεν έχει να κάνει μόνο με την εξωτερική συμπεριφορά, αλλά με την ταπείνωση της ψυχής και την απόφαση το Ευαγγέλιο να είναι ο οδηγός τους;
Η απόρριψη του κόσμου και ο διωγμός έχει να κάνει με την μισαλλοδοξία που γεννά ένας άλλος τρόπος σκέψης και ζωής σε εκείνους που κρίνονται. Ο εγωισμός τους κινδυνεύει από αυτόν που εκφράζει κάτι διαφορετικό, κάτι που τις περισσότερες φορές δείχνει μεγαλείο ψυχής. Ακόμη, οι άνθρωποι ελέγχονται από τον ευσεβή. Ενοχλούνται από την ίδια την ύπαρξή του, διότι τους υπενθυμίζει τι είναι αυτό που δεν ζούνε εκείνοι. Τους υπενθυμίζει Ποιον και Τι απορρίπτουν, δηλαδή τον Χριστό και το Ευαγγέλιο. Και το πρόσωπο που παλεύει να ζήσει ευσεβώς εν Χριστώ Ιησού προκαλεί αντιδράσεις. Ειρωνείες. Απόρριψη. Θα ήταν καλό να μην υπάρχει. Και σε όλον αυτόν τον πόλεμο, βάζει και ο διάβολος το δικό του χέρι.
Όσοι είμαστε χριστιανοί χρειάζεται να γνωρίζουμε ότι η ιδιότητά μας αυτή δεν μας εξασφαλίζει άνεση στη ζωή, αλλά το αντίθετο: διωγμό. Όμως εδώ είναι το μεγάλο δώρο: ο Χριστός είναι παρών και μας ενισχύει και δεν μας αφήνει στη μοναξιά, τον φόβο, τον πειρασμό. Ας αγαπήσουμε την ευσέβεια, όπως αυτή βιώνεται στην εκκλησιαστική ζωή. Την τήρηση του Ευαγγελίου, την μαρτυρία της αγάπης, την μετοχή μας στην λειτουργική ζωή τόσο με τους τύπους όσο και με την ουσία της. Ας δώσουμε με σταθερότητα την μαρτυρία μας και ας μην υποκύψουμε στον πειρασμό και την κοσμικότητα. Κυρίως, ας μη φοβηθούμε. Η Ιστορία έδειξε ότι η πίστη δε νικιέται, ακόμη κι αν περιορίζεται σε λίγους!



Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2018

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ
Δευτέρα 10 – Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2018

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2018 (Ύψωσις Τιμίου Σταυρού):
7.30 – 10.00 π.μ. Όρθρος και Θεία Λειτουργία.

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2018:
7.30 – 9.30 π.μ. Όρθρος και Θεία Λειτουργία.
7.00 μ.μ. Εσπερινός

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2018:
7.00 – 10.00 π.μ. Όρθρος και Θεία Λειτουργία

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2018 (Αγ. Σοφίας και θυγατέρων):
7.30 – 9.30 π.μ. Όρθρος και Θεία Λειτουργία στον Προφήτη Ηλία.

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2018:
6.30 μ.μ. Εσπερινός

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2018:
7.00 – 10.00 π.μ. Όρθρος και Θεία Λειτουργία

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2018:
6.30 μ.μ. Εσπερινός

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2018:
7.00 – 10.00 π.μ. Όρθρος και Θεία Λειτουργία




Ο Θεός δεν είναι ψηλά, έχει κατεβεί στη γη!

Ο άνθρωπος θέλει να ανεβεί ψηλά. Να προχωρήσει στη ζωή του. Με το μυαλό του και τα χαρίσματά του, με το «έχειν» του, με τη δυνατότητα να παρακολουθεί την πρόοδο του πολιτισμού, αισθάνεται ότι όχι μόνο θέλει, αλλά και μπορεί να ανεβεί ψηλά. Να «φτάσει στον Θεό». Δε έχει συνειδητοποιήσει ότι ο Θεός δεν είναι ψηλά, αλλά ότι έχει ήδη κατεβεί στη γη. Έχει γίνει άνθρωπος, για να ανεβάσει τον άνθρωπο στον ουρανό. Και δεν είναι μεταφορική αυτή η εικόνα. Είναι πραγματική. «Ουδείς αναβέβηκεν εις τον ουρανόν ει μη ο εκ του ουρανού καταβάς, ο υιός του ανθρώπου ο ων εν τω ουρανώ» (Ιωάν. 3, 13). «Κανένας δεν ανέβηκε στον ουρανό παρά μόνο ο Υιός του Ανθρώπου, που κατέβηκε από τον ουρανό και που είναι στον ουρανό».
Ο λόγος της πίστης είναι ανατρεπτικός. Διαλύει τις αυταπάτες της αυτοθέωσης. Στον ουρανό ανεβαίνει αυτός που μπορεί να υπερβεί τις διαστάσεις της φύσης του. Όχι μόνο την βαρύτητα, τον χρόνο, τον εγκλωβισμό στο πεπερασμένο της φθαρτότητας. Στον ουρανό μπορεί να ανεβεί αυτός που θα ζήσει για πάντα με τον τρόπο του ουρανού. Κι αυτό δεν είναι φύση αλλά δωρεά χάριτος. Δεν είναι η αμαρτία μόνο που μας εμποδίζει να ανεβούμε στον ουρανό. Η υπερηφάνεια. Η άγνοια. Είναι το ξαστόχημά του προσανατολισμού μας. Η άρνηση της καταγωγής μας, ότι είμαστε παιδιά του Θεού και μέσα από τη σχέση μαζί Του μπορούμε να ξαναβρούμε τον δρόμο για τον ουρανό. Σπαταλούμε τη ζωή μας, τις στιγμές της, την ομορφιά γύρω μας, τους άλλους, τελικά και τον ίδιο τον εαυτό μας διότι αισθανόμαστε ότι είμαστε θεοί, ο κόσμος και τα πάντα περιστρέφονται γύρω από εμάς, ότι γνωρίζουμε την αλήθεια και ότι είμαστε η αλήθεια, αλλά η ήττα μας από την φύση και τον χρόνο είναι δεδομένη.
Κι όμως, υπάρχει ο τρόπος το αίτημά μας να εκπληρωθεί. Διότι είναι δωρεά στην ύπαρξή μας η δίψα για ουρανό. Γι’ αυτό πλαστήκαμε από τον Θεό. Για να ζήσουμε αιώνια. Και η αιωνιότητα δεν μπορεί να δοθεί στον παρόντα φθαρτό κόσμο. Η αιωνιότητα έρχεται από το μέλλον. Και το μέλλον έχει μία μεγάλη απάντηση. Την αγάπη. Η αγάπη μας δίνει την αιωνιότητα και μας ανεβάζει στον ουρανό. Μόνο που δεν είμαστε μόνοι στον δρόμο αυτό. Έχουμε οδηγό τον Υιό του Θεού που έγινε υιός του ανθρώπου και ο οποίος όντας φύσει στον ουρανό και πληρώνοντας τα πάντα, προσλαμβάνει και τη δική μας φύση, ώστε να μας δείξει τον τρόπο της θέωσης. Τον τρόπο του ουρανού. Αρκεί να πιστέψουμε και να Τον ακολουθήσουμε στην πράξη.
Ο τρόπος είναι ο Σταυρός. Παραίτηση από την προτεραιότητα του θελήματός μας, όχι άρνησή του, διότι αν δεν θέλεις, τίποτε δε γίνεται. Οικείωση του θελήματός Του. Δηλαδή της αγάπης. Η αγάπη δίνει διάρκεια στην ύπαρξή μας. Η αγάπη ως διαθεσιμότητα στον άλλο. Η αγάπη ως προσευχή. Η αγάπη ως συγχώρεση και πλατυσμός της καρδιάς. Η αγάπη ως ειλικρίνεια. Η αγάπη ως παραίτηση από την προτεραιότητα του εγώ. Η αγάπη ως άρνηση να χρησιμοποιήσουμε τον άλλο και ως ανάληψη της ευθύνης γι’ αυτόν. Η αγάπη ως εμπιστοσύνη στον ουρανό. Η αγάπη ως ελεημοσύνη, αλλά και ως αποδοχή της ελεημοσύνης των άλλων. Όχι επειδή μας συμφέρει, αλλά ως αποδοχή του ότι γι’ αυτό πλαστήκαμε. Και την ίδια στιγμή η αγάπη ως η οδός που νικά τον θάνατο. Ακόμη κι αν αυτός φαίνεται επώδυνος και βασανιστικός. Κανένας σταυρός δεν έχει επάνω του την ευχαρίστηση, αλλά τον πόνο. Ο πόνος όμως αυτός αγιάζει και λυτρώνει όποιον δεν έχει παραιτηθεί από την δίψα του ουρανού. Όποιον δεν έχει αποφασίσει ότι είναι μόνο χώμα και στο χώμα θα πάει, καταδικάζοντας σε θάνατο και τις μνήμες του, διότι πιστεύει ότι δε θα τον συνοδεύσουν σε μία αιωνιότητα που γι’ αυτόν δεν υπάρχει. Η μεγαλύτερη και τραγικότερη αυταπάτη.
Ζούμε σε μια πραγματικότητα στην οποία ο άνθρωπος δεν συνειδητοποιεί εύκολα τα όρια του, παρά μόνο μπροστά στον θάνατο. Ο πολιτισμός μας και οι δωρεές της ζωής, τα επιτεύγματά μας και οι ρυθμοί μας, η αίσθηση ότι το «έχειν» είναι το παν, σωματικά και πνευματικά, και το κατέχειν τους άλλους νοηματοδοτεί τη ζωή μας, μας πάει στον Θεό, μας κρατούν δέσμιους της αυτοθέωσης. Η Εκκλησία, δείχνοντας τον δρόμο του Σταυρού, μας προετοιμάζει για τον αληθινό τρόπο του ουρανού, που τελικά κρύβει την χαρά της κοινωνίας με Αυτόν που κατέβηκε στη γη. Και γι’ αυτό στους ναούς μας σπουδάζουμε αυτή την κάθοδο. Μέσα από το φως, άλλοτε λιτό και άλλοτε μεγαλόπρεπο, που πηγάζει όμως από την αρχιτεκτονική που το ζητά. Μέσα από την εικονογράφηση, με τις μορφές των αγίων που ξεκινούν μαζί με μας να ανεβαίνουν για να συναντήσουν τον Παντοκράτορα. Και με την ελπίδα του κεριού και του λιβανιού να ανεβαίνει κι αυτή. Ο Σταυρωθείς υψώθηκε για να μας δείξει την οδό. Και όλα μας ακολουθούν τον δικό Του τρόπο. Και οι καρδιές μας, όσο πιστεύουμε.

Σάββατο 25 Αυγούστου 2018

Πρόγραμμα Εβδομάδος

ΕΒΔΟΜΑΔΙΑΙΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ
Δευτέρα 27 Αυγούστου – Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2018


Τετάρτη 29 Αυγούστου 2018 (Αποτομή Κεφαλής Προδρόμου):
7.30 – 9.30 π.μ. Όρθρος και Θεία Λειτουργία.
6.30 μ.μ. Εσπερινός Αγίου Αλεξάνδρου.

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2018 (Αγίου Αλεξάνδρου):
7.30 – 9.30 π.μ. Όρθρος και Θεία Λειτουργία, στον Προφήτη Ηλία.

Παρασκευή 31 Αυγούστου 2018
7.00 μ.μ. Εσπερινός, Αγιασμός Πρωτομηνιάς και Θερινή συνάντηση Κύκλου συμμελέτης Αγίας Γραφής.

Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2018
6.00 μ.μ. Εσπερινός

Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2018:
7.00 – 10.00 π.μ. Όρθρος και Θεία Λειτουργία


 Η Τετάρτη 29 Αυγούστου, ημέρα μνήμης της Αποτομής της Κεφαλής του Προδρόμου, είναι ημέρα αυστηρής νηστείας, δηλαδή αλάδοτη - ξηροφαγία.

Ο νοικοκύρης Θεός!

Μία από τις πιο συγκλονιστικές παραβολές για τον κόσμο και τον άνθρωπο είναι αυτή των κακών γεωργών. Λίγο πριν το Πάθος Του ο Χριστός διηγείται στους μαθητές Του και κατ’ επέκτασιν στον καθέναν από εμάς, Ποιος είναι ο Θεός, ποιος ο άνθρωπος και ποιος ο κόσμος. Σκοπός της παραβολής δεν είναι να απεικονίσει μόνο την κακία των Εβραίων, οι οποίοι επρόκειτο να σταυρώσουν τον Κύριο. Ο Χριστός θέλει να καταλάβουμε Ποιος είναι ο Θεός και τι μας ζητά, αλλά και να πάρουμε θέση έναντί Του και έναντι του κόσμου και με βάση αυτή τη θέση να προσανατολίσουμε τη ζωή μας.
Ο Θεός χαρακτηρίζεται ως «οικοδεσπότης». Με μία σειρά από ρήματα, που μαρτυρούν λόγο και ενέργεια, αποκαλύπτεται ο τρόπος με τον οποίο μας φανερώνεται. «Εφύτευσεν αμπελώνα και φραγμόν αυτώ περιέθηκε και ώρυξεν εν αυτώ ληνόν και ωκοδόμησε πύργον, και εξέδοτο αυτόν γεωργοίς και απεδήμησεν» (Ματθ. 21, 33). «Φύτεψε ένα αμπέλι, το περιέφραξε, έσκαψε σ’ αυτό πατητήρι, έχτισε πύργο, το παραχώρησε σε γεωργούς και έφυγε για άλλον τόπο».
Ο κόσμος είναι αμπελώνας που φυτεύτηκε από τον άρχοντα, τον οικοδεσπότη, τον νοικοκύρη Θεό. Ο αμπελώνας παράγει σταφύλια, τα οποία τρέφουν και χαροποιούν με το κρασί τον άνθρωπο. Τα σταφύλια έχουν μία ξεχωριστή ομορφιά. Μαρτυρούν αφθονία και ταυτόχρονα λιτότητα. Αφθονία με τη γεμάτη όψη που έχουν πάνω στο κλήμα. Λιτότητα με τις μικρές ρώγες, που γλυκαίνουν και χορταίνουν, αλλά δε χρειάζεται να φάει κανείς πολύ.
Ο Θεός έβαλε όρια στον κόσμο, περιφράσσοντάς τον. Είμαστε πεπερασμένοι. Έχουμε συγκεκριμένες δυνατότητες. Υπάρχει και κόσμος πέρα από τα όρια του αμπελώνα, αλλά σε αυτόν τον κόσμοδεν μπορούμε να βρεθούμε να βρεθούμε μόνοι μας.
Ο Θεός όμως έσκαψε πατητήρι. Δεν μας στέρησε τη χαρά, αλλά μας έδωσε την ευκαιρία να την βιώσουμε. Ευλόγησε τη ζωή και τους καρπούς της. Την συνάντηση των τρυγητάδων που φέρνουν τον καρπό του αμπελώνος, για να τον πατήσουν στο πατητήρι, να τον κάνουν μούστο και κρασί. Ο μούστος παράγει προϊόντα που τρέφουν. Αν βράσει, γίνεται ο οίνος της χαράς και της ζωής. Δεν πατά μόνο ένας τα σταφύλια, αλλά πολλοί. Η Εκκλησία μας δίνει την ευκαιρία να χαρούμε μαζί με τους άλλους, στην ένωση και τον χορό της αγάπης, όπως γινόταν παλαιότερα που ο τρύγος και το πάτημα των σταφυλιών ήταν γιορτή!
Ο Θεός όμως έχτισε και πύργο. Άφησε δηλαδή τόπο και για να ετοιμαστεί το κρασί στα υπόγειά του, αλλά και να μπορούν όσοι ζούνε στον αμπελώνα να κατοικούν και να χαίρονται. Η Εκκλησία μας δίνει τον πύργο της πρόνοιας του Θεού μέσα στον κόσμο. Και αυτός ο πύργος μας κάνει να παλεύουμε και για τον επιούσιο άρτο και για τον άρτο της ζωής με επίγνωση ότι όλα ανήκουν στον Θεό.
Ο Θεός όμως παραχωρεί τον αμπελώνα και τα πάντα σ’ αυτόν στους γεωργούς, στους ανθρώπους, σε μας δηλαδή. Ο Ίδιος φεύγει. Μας εμπιστεύεται τον κόσμο και μας δίνει την ελευθερία να παλέψουμε σ’ αυτόν. Να χαρούμε. Να καρπωθούμε τα αγαθά του, αλλά και με αγάπη να μοιραστούμε με τους συνανθρώπους μας ό,τι μας δόθηκε. Ο Θεός στέλνει στον κόσμο εκείνους που μας υπενθυμίζουν ότι υπάρχει πάντοτε ένα μερίδιο που ανήκει σ’ Εκείνον. Αυτό είναι η ευγνωμοσύνη σ΄ Αυτόν που αποδεικνύεται με την αγάπη. Το ευχαριστώ για όσα μας έδωσε και την ίδια στιγμή η ευλογία της αγάπης που μοιράζεται με τους συνανθρώπους μας, όχι μόνο υλικά, αλλά και παρηγορητικά, πνευματικά, συγχωρητικά. Από το νόημα να ζούμε με τον Θεό να πάρουν και οι άλλοι. Και μέσω των άλλων ο Θεός παίρνει από εμάς ό,τι του ανήκει. Την δωρεά της ομοίωσής μας προς Εκείνον που είναι η αγάπη.
Κάποιοι από μας μοιάζουμε με τους κακούς γεωργούς. Αψηφούμε τον Θεό γιατί δεν Τον βλέπουμε με τα σωματικά μας μάτια. Γιατί έχουμε τόση εμπιστοσύνη στον εαυτό μας και το λογικό μας, τα όπλα και τις δυνάμεις μας που νομίζουμε ότι μπορούμε να Τον περιφρονούμε και να θανατώνουμε όσους μας ζητούν το μερίδιο του Θεού. Να αρνούμαστε την αγάπη και να προτάσσουμε την αυτάρκεια. Να αρνούμαστε την ευχαριστία και να προτάσσουμε τα δίκια μας. Να αρνούμαστε την επιστροφή του Θεού και να πιστεύουμε ότι θα ζήσουμε για πάντα ανεξέλεγκτοι. Και ο Θεός επιμένει. Στέλνει μέχρι και τον Υιό Του, τον Κύριό μας. Κι εμείς επιμένουμε να κρατήσουμε τον κόσμο εγωκεντρικά για μας. Και βγάζουμε τον Χριστό «έξω του αμπελώνος», έξω από τη ζωή μας, για να Τον σκοτώσουμε, να πούμε ότι δεν υπάρχει για μας, ώστε να θεωρούμε ότι τα πάντα μας ανήκουν.
Ο Θεός θα επανέλθει. Την ώρα του θανάτου μας θα γίνει και η κρίση μας. Και τότε όσοι είχαν διώξει το Θεό από τη ζωή τους θα χαθούν, θα ζήσουν και πάλι μακριά Του, στην κόλαση της αιώνιας μοναξιάς, του ανικανοποίητου, της αιώνιας δυστυχίας. Γιατί μαζί με την αγάπη συνυπάρχει η δικαιοσύνη. Διότι κι αυτή αναδεικνύει τη αλήθεια. Και η Αλήθεια είναι ο Θεός.
Ας διαλέξουμε να ζούμε στον κόσμο βλέποντάς τον όπως πραγματικά ο Θεός τον δημιούργησε, ως Εκκλησία. Ας διδαχθούμε από την νοικοκυροσύνη του Θεού και στην δική μας ύπαρξη. Ας έχουμε σχέδιο στη ζωή μας. Ας φυτεύουμε καθημερινά στις καρδιές μας την αγάπη, ας γνωρίζουμε τα όριά μας, ας χαιρόμαστε την συνάντηση με τους άλλους, νικώντας την αυτάρκεια και τον εγωκεντρισμό, δίνοντας το μερίδιο της αγάπης στον Θεό. Και ας μην Τον έχουμε εκτός της ζωής μας, για να μην κριθούμε όπως οι κακοί γεωργοί, οι αχάριστοι της αγάπης, αυτοί που επένδυσαν στο «εγώ- θεό»!



Σάββατο 18 Αυγούστου 2018

Η Εκκλησία μας δείχνει το «Ποιος σώζει»

Το σπουδαιότερο ερώτημα της ανθρώπινης ύπαρξης είναι αν υπάρχει σωτηρία από τον θάνατο και το κακό, αν υπάρχει αιώνια ζωή. Ο θάνατος είναι ο φαινομενικά ακατάλυτος εχθρός μας. Μας προκαλεί βαθύ άγχος, διότι φοβόμαστε την ανυπαρξία, η οποία φαίνεται ότι τον συνοδεύει. Κανείς δεν έχει επιστρέψει στη ζωή, όπως τουλάχιστο την βλέπουμε, για να μας βεβαιώσει ότι υπάρχει με τον τρόπο των αισθήσεων. Έτσι, ιδίως η θρησκεία, προσπαθεί να παρηγορήσει τον άνθρωπο για την απώλεια της ζωής, και να υποσχεθεί και να οδηγήσει στη συνέχειά της που είναι η υπέρβαση του χρόνου και η αιωνιότητα.
Σήμερα, όμως, το ερώτημα της σωτηρίας έχει πάψει να είναι αυτονόητο. Ο άνθρωπος, παραδομένος στον υλισμό, έχει υποκύψει σε ένα πνεύμα μηδενισμού που ο ορθολογιστικός πολιτισμός μας έχει επιφέρει. Δεν πιστεύουμε οι περισσότεροι ότι υπάρχει σωτηρία, ότι υπάρχει μεταθανάτια ζωή. Αντίθετα, έχουμε θεοποιήσει τον χρόνο και ιδιαίτερα το παρόν. Το «εδώ και τώρα». Η ζωή περικλείεται στις χρονικές διαστάσεις. Η θρησκεία θεωρείται στοιχείο του χτες. Ακόμη και η αγιότητα, η απτή δηλαδή απόδειξη ότι υπάρχει αιωνιότητα, χλευάζεται. Ακόμη κι αν μας βεβαιώνουν άνθρωποι ότι έζησαν σημεία, τα οποία ξεπερνούν τον ορθολογισμό, δεν θέλουμε οι πολλοί να τους πιστέψουμε. Αλλά και όσοι πιστεύουν, μάλλον από συνήθεια ακολουθούν οι περισσότεροι την θρησκευτική ζωή. Από παράδοση. Το ερώτημα της σωτηρίας τους απασχολεί όταν διαπιστώνουν ότι ο χρόνος και οι δυνάμεις τους εγκαταλείπουν ή όταν βιώνουν τον θάνατο στα πρόσωπα των οικείων. Κι εκεί όμως η πίστη δεν είναι πάντοτε θερμή. Μάλλον λειτουργεί παρηγορητικά. Το παν είναι η εδώ και τώρα ζωή. Για τα υπόλοιπα απομένει μία αδιόρατη ελπίδα.
Κάποτε ένας πλούσιος νεαρός ρώτησε τον Χριστό: « τι αγαθόν ποιήσω ίνα έχω ζωήν αιώνιον;» (Ματθ. 19, 16). Ο άνθρωπος αυτός είχε έντονη μέσα του την υπαρξιακή αγωνία της σωτηρίας. Ήταν πιστός στον Θεό και στην πατροπαράδοτη θρησκεία και τηρούσε όλες τις κύριες εντολές του μωσαϊκού νόμου. Δεν είχε φονεύσει, δεν μοίχευε, δεν έκλεβε, δεν ψευδομαρτυρούσε, τιμούσε τον πατέρα και την μητέρα του και αγαπούσε τον πλησίον του όπως τον εαυτό του. Αξιοποιούσε τον χρόνο που του δόθηκε για να είναι εντάξει με τις θρησκευτικές επιταγές. Όμως το υπαρξιακό άγχος παρέμενε έντονο στην ψυχή του. Μήπως του έλειπε κάτι άλλο για να σωθεί; Ένιωθε ότι η θρησκευτικότητα δεν ήταν αρκετή. Και όντως ο Χριστός του προτείνει να πουλήσει τα υπάρχοντά του, να μοιράσει τα χρήματα στους φτωχούς, να αποκτήσει θησαυρό στον ουρανό και να Τον ακολουθήσει. Κι εκείνος, λυπημένος, διότι η ελπίδα του ήταν στα αγαθά του, θα φύγει, προτιμώντας αντί για την αντιμετώπιση και υπέρβαση του υπαρξιακού του άγχους, να παραμείνει στην βεβαιότητα των υλικών πραγμάτων. Αντί για την αιωνιότητα, να κρατήσει το «εδώ και τώρα». Κι έτσι το ερώτημα γι’ αυτόν θα παραμείνει αναπάντητο.
Η απάντηση της χριστιανικής μας πίστης είναι ξεκάθαρη. Για να περάσουμε στην αιωνιότητα, για να υπερβούμε το υπαρξιακό άγχος, χρειάζεται να πάψουμε να εμπιστευόμαστε το «εδώ και τώρα». Να βλέπουμε τη ζωή στην αιώνια προοπτική της. Να εμπιστευόμαστε τον ουρανό, δηλαδή με την πίστη στον Θεό να επιλέξουμε να ακολουθήσουμε τον Υιό Του, τον Κύριό μας, έχοντας σχέση μ’ Αυτόν. Να Τον ακολουθήσουμε στην οδό της αγάπης. Της ταπείνωσης. Της συγχώρεσης. Του φωτός και της θυσίας. Και αυτή η οδός δεν είναι ηθικολογική. Είναι οδός αφιέρωσης και υπέρβασης κάθε φόβου και κάθε υλικού στηρίγματος. Είναι οδός βαθιάς πίστης και εμπιστοσύνης στον ουρανό. Και εκεί που κάποτε αυτή η οδός φαίνεται αδύνατον να κατασταθεί οικεία σε μας, καθώς το «εδώ και τώρα» κυριαρχεί, η πίστη μας δείχνει ότι για τον Θεό είναι όλα δυνατά.
Ακόμη και όταν ο σύγχρονος άνθρωπος διαπιστώσει ότι ο πολιτισμός, τα αγαθά, οι απολαύσεις δεν είναι ικανά να θεραπεύσουν το υπαρξιακό άγχος, καταφεύγει σε ειδικούς επιστήμονες της ψυχικής υγείας για να τον βοηθήσουν ώστε να νικήσει τον εαυτό του. Δεν μπορούν όμως να μας δώσουν την μία και αυθεντική απάντηση στο ερώτημα της σωτηρίας και της αιωνιότητας γιατί η επιστήμη δεν επαρκεί. Δύναται να σωθεί αυτός που εμπιστεύεται τα πάντα στον Χριστό, αυτός που ακολουθεί την οδό του ουρανού. Κάθε ανθρώπινο παρηγορεί ή και εξαπατά. Ακόμη και η θρησκευτικότητα είναι χρήσιμη, αλλά δεν σώζει, γιατί μεταθέτει το ερώτημα όχι στο «Ποιος;» αλλά στο «Πώς;». Η Εκκλησία μας δείχνει το «Ποιος;». Οι απόστολοι ρωτούν το Χριστό «ποιος μπορεί να σωθεί», αλλά ο Χριστός απαντά «Ποιος είναι αυτός που σώζει, τα αδύνατα παρ΄ ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ». Αυτός είναι που καθιστά δυνατή την σωτηρία και υπαρκτή την αιωνιότητα. Με πρότυπα τους Αγίους που Τον έζησαν και Τον ζούνε, μπορούμε κι εμείς τελικά να Τον ακολουθήσουμε, βάζοντας τα τερπνά του κόσμου στην πραγματική τους διάσταση!
Ας ξαναφέρουμε στο προσκήνιο το ερώτημα της σωτηρίας. Και ας αναδιατυπώσουμε το «τις άρα δύναται σωθήναι;» (Ματθ. 19,25) των μαθητών, αντικαθιστώντας το με το «Τις άρα δύναται σώσαι ημάς;» και ας εμπιστευθούμε τον Χριστό!




Σάββατο 11 Αυγούστου 2018

Κρατάμε στα χέρια μας την Κρίση μας!!!

Οι άνθρωποι θέλουμε να δεχόμαστε την εκτίμηση από τους άλλους. Συνδέουμε την αξία μας με τη γνώμη τους. Αν οι άλλοι πιστεύουν σε μας και μας το δείχνουν, τότε κι εμείς είμαστε καλά. Όταν εκείνοι δεν μας δείχνουν την προσοχή που θα θέλαμε ή όταν διαπιστώνουμε ότι η εξωτερική μας εμφάνιση δεν τους προσελκύει, αισθανόμαστε απογοήτευση. Τότε κάνουμε ακόμη και αταίριαστα πράγματα, προκειμένου να υπερβούμε αυτό το έλλειμμα, προκαλούμε ή μελαγχολούμε για να μας δούνε και να μας συμπαθήσουν.
Αυτοεκτίμηση έχει αυτός που έχει αυτογνωσία. Που γνωρίζει τα όριά του. Που αγαπά και δίνει. Που έχει επίγνωση του ποιος είναι, αλλά και ποια είναι τα χαρίσματά του και την ίδια στιγμή που γνωρίζει ότι δεν μπορεί να ευχαριστήσει τους άλλους, ίσως και ποτέ. Αυτοεκτίμηση όμως, για την χριστιανική παράδοση, έχει ο καθένας που πιστεύει ότι η αξία του είναι τόσο μοναδική και ανυπολόγιστη, ώστε ο Θεός να γίνει άνθρωπος, να πεθάνει και να αναστηθεί γι’ αυτόν, χωρίς να υπολογίσει την ανταπόκρισή του. Αν ο Θεός ενηνθρώπησε, σταυρώθηκε, πέθανε, αναστήθηκε για μένα, χωρίς να περιμένει τίποτε από μένα, από τη στιγμή που η σχέση μας στηρίζεται στην απόλυτη ελευθερία, πώς είναι δυνατόν να μην αξίζω;
Η σχέση μας με τον Θεό, αλλά και με τους άλλους αποκαλύπτει κυρίως αυτό που ονομάζουμε στην εκκλησιαστική γλώσσα «τάλαντα». Ο καθένας από εμάς είναι «μυρίων ταλάντων οφειλέτης» (Ματθ. 18, 24) έναντι του Θεού. Κάθε τι που έχουμε και όχι μόνο υλικό, αλλά και ως στοιχείο του χαρακτήρα μας, αποτελεί δωρεά του Θεού, ώστε να μπορούμε να σπουδάζουμε στη ζωή την αγάπη. Να εργαστούμε και να το πολλαπλασιάσουμε. Να το προσφέρουμε στον πλησίον και την ίδια στιγμή να δοξάσουμε ευχαριστιακά τον Θεό για το ότι μας το έδωσε. Και γι’ αυτό το τάλαντό μας είναι ένας επιπλέον λόγος αυτοεκτίμησης. Πάλι μας αγαπά ο Θεός τόσο, ώστε να μας δίνει την δυνατότητα να έχουμε στοιχεία με βάση τα οποία θα αγαπήσουμε και θα αγαπηθούμε.
Κάθε στιγμή της ζωής μας όμως χρειάζεται να έχουμε κατά νουν ότι θα λογοδοτήσουμε για ό,τι μας δόθηκε και το αφήσαμε αναξιοποίητο. Για ό,τι κληθήκαμε, επειδή ο δρόμος της ζωής μας είναι η αγάπη, να το προσφέρουμε ακριβώς για να φανεί η αγάπη, κι εμείς αδιαφορήσαμε. Είπαμε ότι έχουμε χρόνο ή το σπαταλήσαμε με γνώμονα τον εαυτό μας και την ατομική μας απόλαυση. Αν θέλουμε βεβαίως να είμαστε ειλικρινείς, μάλλον ουδείς εξ ημών θα μπορούσε να βρει δικαίωση ενώπιον του Θεού. Διότι η οφειλή μας ήταν και θα είναι αναρίθμητη, καθώς ουδέποτε μπορούμε να ανταποδώσουμε στον Θεό ό,τι μας προσέφερε, όσο κι αν στη θρησκευτική ζωή φαντασιωνόμαστε ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό. Υπάρχει και η μετάνοια για ό,τι δεν μπορέσαμε. Και η μετάνοια προϋποθέτει ταπείνωση. Επίγνωση του χρέους μας και έκκληση στην μακροθυμία του Θεού. Όμως συχνά ο εγωισμός μας και η αίσθηση ότι εμείς είμαστε οι κριτές του εαυτού μας και του κόσμου, δεν μας επιτρέπουν να μετανοήσουμε για ό,τι δεν μπορέσαμε. Εμμένουμε στην αίσθηση ότι δεν χρωστούμε σε κανέναν ή, ακόμη χειρότερα, έχουμε διαίωμα να κάνουμε ό,τι θέλουμε με τα τάλαντά μας, διότι δεν είμαστε διαχειριστές τους, αλλά μας ανήκουν.
Ο Θεός αγαπά απροϋπόθετα. Και η μακροθυμία Του είναι δεδομένη. Έτσι είναι πρόθυμος να μας δώσει δεύτερες ευκαιρίες. Να μας ανεχτεί και τελικά να μας συγχωρήσει. Εκεί όμως έρχεται το δεύτερο κλειδί για να κατανοήσουμε ότι η ευθύνη μας κρίνεται από την δύναμη της αγάπης. Διότι οι άνθρωποι αλληλο-οφείλουμε στους συνανθρώπους μας. Όπως τα αναξιοποίητα χαρίσματά μας δημιουργούν βάρη ενώπιον του Θεού, έτσι και έναντι των ανθρώπων. Άλλοτε οφείλουμε, άλλοτε μας οφείλουν. Η μακροθυμία του Θεού όμως θα κριθεί από τη δική μας μακροθυμία. Από τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπίσουμε το χρέος των άλλων έναντί μας. Θα είμαστε συγχωρητικοί και αγαπητικοί ή θα είμαστε απαιτητικοί, δίκαιοι, αχάριστοι και αγνώμονες έναντι του Θεού που μακροθυμεί για να μακροθυμήσουμε κι εμείς έναντι της εικόνας Του που είναι ο συνάνθρωπος; Κι ενώ έναντι του Θεού ζητούμε αγάπη, έναντι των άλλων ζητούμε δικαιοσύνη. Απέναντι στον Ισχυρό παρακαλούμε. Απέναντι στον αδύναμο απαιτούμε και συντρίβουμε. Μόνο που αν επιλέξουμε αυτήν την οδό, τότε οδηγούμε και τον Θεό σ’ αυτήν την επιλογή. Της δικαιοσύνης. Θα μας αφαιρεθούν λοιπόν τα τάλαντα και θα μας απαιτηθεί να πληρώσουμε τα χρέη μας. Και τότε τίποτε δεν θα μπορεί να μας σώσει. Δηλαδή, με τον τρόπο που εμείς κρίνουμε τους άλλους θα κριθούμε και με τον τρόπο που εμείς μετράμε τους άλλους θα μετρηθούμε. Άρα καταλαβαίνουμε ότι εμείς κρατάμε στο χέρι μας την κρίση μας;