Σάββατο 28 Οκτωβρίου 2017

Δε θέλει θόρυβο η πίστη.

Υπάρχουν άνθρωποι που εξαιτίας της θέσης τους ή των έργων τους προσελκύουν τη δημοσιότητα, είτε το θέλουν είτε όχι. Υπάρχουν και κάποιοι που αγωνίζονται συνειδητά γι’ αυτήν. Για να ακούσουν τα «μπράβο» των άλλων, να συζητηθεί το όνομά τους. Μάλιστα, ικανοποιούνται ακόμη και όταν το όνομά τους ακούγεται με άσχημα σχόλια, αρκεί που ακούγεται. Δεν τους ενδιαφέρει όμως η αιτία ή το περιεχόμενο. Και στην εποχή μας που η τεχνολογία έχει τέτοια δύναμη, και η εικόνα μεταφέρεται τόσο εύκολα, παρουσιάζουμε μόνοι μας τα πάντα από τη ζωή μας για να μας δούν οι άλλοι! Ταυτόχρονα δε, και η επιλογή των ηγετών δεν κρίνετε από τα προγράμματά τους, αλλά από αυτό που δείχνουν προς τα έξω, την εμφανισιμότητα, την επικοινωνιακότητα, ίσως το «απόλυτο τίποτα».
Απέναντι σ’ αυτήν την κατηγορία των ανθρώπων, υπάρχουν και κάποιοι άλλοι, οι οποίοι λειτουργούν με σεμνότητα. Με μέτρο. Όχι μόνο δεν αυτοπροβάλλονται, αλλά προχωρούν σχεδόν κρυφά και αποφεύγουν να προκαλέσουν να ελκύσουν το ενδιαφέρον των άλλων για συγκεκριμένους λόγους. Περνούν χωρίς θόρυβο. Ει δυνατόν να μην τους αντιληφθεί κανείς. Είναι όσοι γράφουν ιστορία μέσα από την ταπεινή διακονία. Όσοι ζούνε και πορεύονται στον χρόνο όντας γνωστοί από λίγους που μπορούν να τους εκτιμήσουν, κυρίως όμως από τον Θεό. Αυτοί που δεν κραυγάζουν, δεν θέλουν να γίνουν διάσημοι, αλλά θα μείνουν στις καρδιές όσων τους συναντούν όντας οι γείτονες της διπλανής πόρτας, αυτοί που είναι διαθέσιμοι οτιδήποτε κι αν συμβεί, αυτοί που ξέρουν να αγαπήσουν, να συμπαρασταθούν.
Δύο ανθρώπινους τύπους, έναν επιφανή και έναν ταπεινό, συνάντησε ο Χριστός, όταν, μετά τη θεραπεία του δαιμονισμένου των Γαδαρηνών, επιστρέφει στην Καπερναούμ. Από την μία τον αρχισυνάγωγο Ιάειρο, γνωστό και σπουδαίο στην περιοχή, το δωδεκάχρονο κορίτσι του οποίου ήταν ετοιμοθάνατο. Από την άλλη μία αιμορροούσα γυναίκα, η οποία επί δώδεκα έτη ήταν καταδικασμένη στην ασθένειά της. Ξόδεψε όλη της την περιουσία στους γιατρούς, αλλά δεν κατάφερε τίποτε. Ο Ιάειρος πηγαίνει και παρακαλεί δημόσια τον Χριστό να έρθει στο σπίτι του και να γιατρέψει την άρρωστη θυγατέρα του. Η αιμορροούσα, αισθανόμενη ντροπή για τη ασθένειά της, αλλά και με μεγάλη ταπείνωση «προσελθούσα οπίσω ήψατο του κρασπέδου του ιματίου αυτού και παραχρήμα έστη η ρύσις του αίματος αυτής» (Λουκ. 8, 44). «Πήγε πίσω από τον Ιησού, άγγιξε την άκρη του ρούχου Του κι αμέσως η αιμορραγία της σταμάτησε». Κανείς δεν την είδε, στριμωγμένη κι αυτή μέσα στο πλήθος που περιτριγύριζε τον Ιησού. Μόνο ο Χριστός κατάλαβε ότι έφυγε από Αυτόν δύναμη θεραπευτική. Και όταν απαίτησε να φανερωθεί «ποιος Τον άγγιξε», τότε «τρέμουσα» (Λουκ. 8,47) η γυναίκα έπεσε στα πόδια Του και ομολόγησε ενώπιον όλων την αρρώστια και την ίαση. Για να ακούσει το «θάρσει, θύγατερ. Η πίστις σου σέσωκέ σε. Πορεύου εις ειρήνην» (Λουκ. 8,48). Στη συνέχεια ο Χριστός θα αναστήσει και την νεκρή κόρη του Ιάειρου, δείχνοντας ότι ο Θεός ακούει και βλέπει όσους αγαπούν και πιστεύουν, ανεξαρτήτως αν κάνουν θόρυβο ή μένουν κρυμμένοι.
Ας μείνουμε στην αιμορροούσα γυναίκα. Τρία είναι τα χαρακτηριστικά της παρουσίας της. Πρώτα το ότι προσπάθησε να αντιμετωπίσει την ασθένειά της με τα ανθρώπινα μέσα. Την επιστήμη. Τη γνώση. Δεν έμεινε απαθής στο πρόβλημά της. Μοιρολατρική. Παραιτημένη. Το δεύτερο είναι ότι πίστευε στον Θεό. Πίστευε ότι στα αδύνατα των ανθρώπων υπάρχει η δύναμη του Θεού και αυτή την πίστη την εξέφρασε στο πρόσωπο του Χριστού. Το τρίτο είναι η ταπεινή προσέγγιση. Δεν αισθάνθηκε ικανή να βγει δημόσια να ζητήσει το θαύμα. Άξια να παρακαλέσει ή να απαιτήσει. Μόνο αγγίζει κρυφά το ιμάτιο του Χριστού, δείχνοντας ότι δεν ήθελε τον θόρυβο, αλλά γνώμονάς της η ελπίδα ότι ο Θεός δε θα την απορρίψει για την αμαρτωλότητά της, καθότι εκείνα τα χρόνια η αρρώστια θεωρούνταν ως η τιμωρία από τον Θεό για τις αμαρτίες των ανθρώπων. Και αναγνωρίζοντας τη δική της αναξιότητα, αγγίζει. Και σώζεται.
Δε θέλει θόρυβο η πίστη. Η σχέση με τον Χριστό. Δε θέλει καμία δημοσιότητα. Συναίσθηση της αναξιότητάς μας θέλει. Ελπίδα και τόλμη να αγγίξουμε, όχι όμως γιατί δικαιούμαστε, αλλά γιατί Εκείνος μας αγαπά.



Σάββατο 21 Οκτωβρίου 2017

Οι φόβοι των ανθρώπων

Σε δύο σημεία στη σημερινή ευαγγελική περικοπή αναφέρεται ότι οι άνθρωποι φοβήθηκαν. Ο Χριστός βρίσκεται στα Γάδαρα, στη λίμνη της Γενησαρέτ. Εκεί Τον συναντά ένας άνθρωπος ο οποίος ήταν αγρίμι. Ζούσε στην έρημο και στα μνήματα. Αποτελούσε φόβο και τρόμο για τους ανθρώπους του τόπου του, οι οποίοι τον αλυσόδεναν, αλλά μάταια. Ο Χριστός θα βγάλει την λεγεώνα των δαιμονίων από μέσα του και θα τα αφήσει να πνίξουν μία αγέλη χοίρων που έβοσκε εκεί κοντά. Οι Γαδαρηνοί μαθαίνουν από τους βοσκούς τι είχε γίνει, έρχονται να συναντήσουν τον Χριστό, βλέπουν στα πόδια Του «ιματισμένον και σωφρονούντα» τον πρώην δαιμονισμένο «και εφοβήθησαν. Απήγγειλαν δε αυτοίς οι ιδόντες πώς εσώθη ο δαιμονισθείς. Και ηρώτησαν αυτόν άπαν το πλήθος της περιχώρου των Γαδαρηνών απελθείν απ’ αυτών, ότι φόβω μεγάλω συνείχοντο» (Λουκ. 8, 35-37). Φοβήθηκαν και όσοι είχαν δει τι είχε γίνει, τους είπαν για το πώς ο δαιμονισμένος σώθηκε. Τότε όλο το πλήθος από την περιοχή των Γαδάρων παρακαλούσαν τον Ιησού να φύγει από κοντά τους, γιατί τους είχε πιάσει μεγάλος φόβος.
Πριν δούμε τι ήταν ακριβώς αυτό που φοβήθηκαν οι άνθρωποι των Γαδάρων, θα δούμε τί φοβίζει τους ανθρώπους γενικά.
Μία φυσική καταστροφή, ένας απρόσμενος θάνατος, η αστάθεια στις ανθρώπινες σχέσεις, μία δοκιμασία το αποτέλεσμα της οποίας θα διαδραματίσει μεγάλο ρόλο στην μετέπειτα πορεία μας, μία αρρώστια, η αβεβαιότητα στην εργασία και άλλα, είναι γεγονότα που γεννούν ανησυχία στην ψυχή μας. Αισθανόμαστε μετέωροι. Άλλοι αντιμετωπίζουν τον φόβο με τα μέσα της εποχής. Προσπαθούν να γελάσουν, να διασκεδάσουν, ακόμη και να πιούνε προκειμένου να ξεχάσουν. Άλλοι πάλι ζητούν από όσους τους αγαπούνε να τους καθησυχάζουν. Βρίσκουν στην αγάπη ανακούφιση για τον φόβο. Άλλοι πάλι με γενναιότητα και εμπιστοσύνη στον Θεό προχωρούν στην αντιμετώπιση του φόβου τους. Είναι αποφασισμένοι, ακόμη κι αν χάσουν, να μην αισθανθούν ότι υπέκυψαν στην καταστροφική του επίδραση. Παλεύουν και «ο Θεός βοηθός».
Υπάρχουν όμως και γεγονότα τα οποία έχουν να κάνουν με την αποκάλυψη του αληθινού εαυτού μας. Και εκεί ο φόβος, επειδή μας οδηγεί στην αλήθεια για το ποιοι είμαστε, γίνεται ισχυρότερος. Τρομάζουμε με την εικόνα μας. Αισθανόμαστε ότι δεν μπορούμε πλέον να κρυφτούμε όχι μόνο από τους άλλους, ούτε και από τον εαυτό μας. Είναι από τις καταστάσεις τις οποίες θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε κανονικά ως ευλογία, διότι μας δίνουν την ευκαιρία, συνειδητοποιώντας το ποιοι είμαστε ή ποιες είναι οι προτεραιότητές μας, να μπορέσουμε να μετανιώσουμε για τα λάθη και τα πάθη μας και να κάνουμε μια καινούργια αρχή. Κάτι τέτοιο όμως προϋποθέτει πίστη ότι η αλήθεια είναι το σημαντικότερο στη ζωή μας. Ότι η αλήθεια δεν μας καταβάλλει αλλά μας ελευθερώνει. Διότι μας δίνει τη δυνατότητα να συγχωρέσουμε και να συγχωρεθούμε. Και ξεκινώντας από την αρχή τη ζωή μας, να μπορέσουμε να εκτιμήσουμε τι πραγματικά αξίζει σ’ αυτήν και τι όχι.
Οι Γαδαρηνοί, λοιπόν, φοβήθηκαν τον πρώην δαιμονισμένο όταν τον είδαν ήρεμο κοντά στο Χριστό και τον Χριστό που ήταν κοντά τους. Γιατί μέσα από το θαύμα της θεραπείας του συντοπίτη τους είδαν την αλήθεια για τον εαυτό τους. Διαπίστωσαν ότι δεν τηρούσαν το θέλημα του Θεού, το οποίο, σύμφωνα με τον μωσαϊκό νόμο, απαγόρευε την κτήση και την χρήση χοίρων και χοιρινού κρέατος. Αυτοί όμως επέλεξαν να παραβιάσουν την εντολή του Θεού είτε από συμφέρον είτε από λαιμαργία και φιληδονία. Ο δαιμονισμένος ήταν μία διαρκής υπενθύμιση του Θεού στην κοινότητά τους ότι χρειάζονταν μετάνοια. Γι’ αυτό και φαίνεται ότι ήταν εκεί, για να τους ταράζει η παρουσία του και να αφορμώνται στο να επιστρέψουν στο θέλημα του Θεού. Οι Γαδαρηνοί όμως, παρότι φοβήθηκαν αρχικά με το θαύμα και το γεγονός ότι όχι μόνο θεραπεύθηκε ο δαιμονισμένος, αλλά έχασαν το κέρδος και το συμφέρον τους, με τον πνιγμό της αγέλης των χοίρων, δε νίκησαν τα πάθη τους. Προτίμησαν να αρνηθούν τον Χριστό παρά το συμφέρον, τη φιληδονία, τη λαιμαργία. Και ζήτησαν από τον Χριστό να φύγει από τη ζωή τους. Εκείνος σεβάστηκε την ελευθερία τους και τους άφησε. Έκλεισαν τα μάτια τους μπροστά στην αλήθεια και συνέχισαν τη ζωή τους σα να μην έζησαν τίποτα.
Αυτή είναι η στάση του ανθρώπου ο οποίος έχει υποκαταστήσει την παρουσία του Θεού στη ζωή του με τα πάθη και το συμφέρον του. Είναι συνειδητή η επιλογή του, όταν κάποτε βλέπει την αλήθεια, να αρνείται να αλλάξει. Να μετανοήσει. Βλέπει τον εαυτό του και προσποιείται ότι δεν βλέπει. Καταλαβαίνει ότι τον περιμένει ο πνευματικός θάνατος, με το να μην είναι ο Χριστός στη ζωή του, αλλά επιλέγει να απομακρυνθεί ακόμη περισσότερο από Εκείνον. Σκληραίνει η καρδιά του, διότι δε θέλει να αντέξει την αλήθεια για τη ζωή του. Αυτή προϋποθέτει προσανατολισμό προς τον ουρανό. Και ο ουρανός θέλει θυσία. Να αφήσουμε ό,τι μας ευχαριστεί πρόσκαιρα και να επιλέξουμε το θέλημα του Θεού. Οι άνθρωποι νομίζουμε ότι μπορούμε να κάνουμε αυτό που μας αρέσει ή μας συμφέρει, αλλά και να είμαστε εντάξει με τον Θεό. Η αυταπάτη όμως κάποτε θα διαλυθεί και θα κληθούμε να πάρουμε τις οριστικές μας αποφάσεις. Καιρός να αποφασίσουμε!

Σάββατο 14 Οκτωβρίου 2017

εν καρδία καλή καγαθή ακούσαντες τον λόγον κατέχουσι και καρποφορούσιν εν υπομονή

Είναι γεγονός πως ο άνθρωπος δύσκολα συμβιβάζεται με κάτι λιγότερο από αυτό που έχει σκεφτεί, ονειρευτεί ή επιθυμήσει. Είναι ανικανοποίητος όταν το θέλημά του δεν εκπληρώνεται και ζητά το απόλυτο, την τελειότητα. Δυστυχώς, όμως, αυτό δεν μεταφέρεται εύκολα στην πνευματική ζωή. Εκεί είμαστε ευχαριστημένοι με το λίγο. Με τη συνήθεια. Με την τυπικότητα. Θεωρούμε ότι έχουμε χρόνο, ή ότι το λίγο αρκεί και επειδή κάποτε συγκρίνουμε τον εαυτό μας με άλλους ανθρώπους, αισθανόμαστε ότι είμαστε καλά.
Σε μία από τις πιο όμορφες παραβολές της Καινής Διαθήκης ο Χριστός μιλά για την πνευματική ζωή ως αποτέλεσμα της σποράς που ο Ίδιος και η Εκκλησία κάνουν στον κόσμο. Αφού περιγράψει κατηγορίες ανθρώπων, στους οποίους η καρποφορία του σπόρου δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί λόγω της επέμβασης του διαβόλου, λόγω της απουσίας πνευματικού βάθους στις καρδιές, λόγω των βιοτικών και άλλων μεριμνών, αναφέρεται σε εκείνους που οι καρδιές τους είναι γη αγαθή. Αυτοί, όπως λέει ο Χριστός, «εν καρδία καλή καγαθή ακούσαντες τον λόγον κατέχουσι και καρποφορούσιν εν υπομονή» (Λουκ. 8, 15). Είναι «όσοι άκουσαν τον λόγο με καλή και αγαθή καρδιά, τον φυλάνε μέσα τους και καρποφορούν με υπομονή». Ο λόγος αυτός ουσιαστικά μας δείχνει τη στάση την οποία καλούμαστε να δείξουμε και στην πνευματική μας ζωή, αλλά και στην καθημερινότητα της ζωής. Το τρίπτυχο που είναι απαραίτητο για να έχει η ζωή μας νόημα.
«Ακούσαντες εν καρδία καλή και αγαθή τον λόγον». Πρωτίστως καλούμαστε να ακούμε. Να έχουμε τα αυτιά του σώματος και της ψυχής ανοιχτά. Να αναζητούμε τον λόγο του Θεού, να ενδιαφερόμαστε, να μαθαίνουμε, να ελέγχουμε τη ζωή μας με βάση το λόγο του Θεού. Εάν μεγαλώσαμε σε ένα περιβάλλον που μας ενέπνευσε ή μας έδωσε αρχές και αξίες δε συνεπάγεται ότι είμαστε αυτάρκεις. Αυτός που ακούει, υπερβαίνει την αυτάρκειά του. Έχει να διδαχθεί. Και αυτός που ακούει έχει ταπεινή καρδιά, δηλαδή καλή και αγαθή. Διότι η ταπείνωση φαίνεται στη δεκτικότητα. Στην απόφαση να ωφεληθούμε, να μάθουμε και να αλλάξουμε σύμφωνα με όσα μάθαμε.
«Τα ξέρουμε». Αυτή η φράση είναι η παγίδα. Αυτός που τα ξέρει, δεν έχει καλή και αγαθή καρδιά, διότι εκ των προτέρων δεν είναι δεκτικός σε τίποτε και κανέναν. Και η πνευματική ζωή δεν προχωρά, χωρίς να ακούμε από κάθε δυνατή πηγή λόγου. Κυρίως από τους πνευματικούς μας πατέρες.
«Τον λόγον κατέχουσι». Αυτή είναι η δεύτερη προϋπόθεση. Τον λόγο, την αλήθεια του Θεού, όχι απλά να γνωρίζουμε, αλλά να τον κατέχουμε σε βάθος, να τον κρατάμε στην καρδιά μας, εντός μας. Κρατώ σημαίνει δίνω χώρο και χρόνο, και προετοιμάζω τον εαυτό μου για να υλοποιήσει αυτό που έχω μέσα μου. Όπως η γη κατέχει τον σπόρο που ρίχνουμε. Και στην κατοχή αυτή απομακρύνουμε τους λογισμούς της κακίας και εργαζόμαστε την αλήθεια των λόγων του Ευαγγελίου. Η πνευματική ζωή θέλει διάρκεια.
«Καρποφορούσιν εν υπομονή». Αυτή είναι η τρίτη προϋπόθεση. Η καρποφορία θέλει υπομονή. Θέλει να βλέπουμε τη ζωή στην προοπτική της αιωνιότητας και όχι μόνο του παρόντος. Η υπομονή χρειάζεται θυσία. Δοκιμάζεται στις ήττες και στις δυσκολίες, ο κόπος δικαιώνεται και γινόμαστε αληθινά σοφοί. Η υπομονή γίνεται ταπείνωση και μετάνοια για τα λάθη και τα πάθη μας. Η υπομονή μας αγιάζει, διότι μας κάνει να στρεφόμαστε προς τον Θεό και όχι να κάνουμε θεό τον εαυτό μας και τις δυνάμεις μας.
Ο χριστιανός δεν πορεύεται στον πειρασμό του «εδώ και τώρα». Ακούει, κρατά και με υπομονή καρποφορεί.

Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2017

«μη κλαίε»

Τα δάκρυα και το κλάμα έχουν πολλές αιτίες στη ζωή των ανθρώπων. Είναι μία φυσική ένδειξη λύπης και πόνου, κάποτε και θυμού και οργής. Άλλοτε πάλι είναι ένδειξη ενός συναισθηματικού κόσμου, ο οποίος αντιδρά με υπερευαισθησία σε εξωτερικά ερεθίσματα ή στην ψυχολογική του κατάσταση ενεργοποιώντας τον μηχανισμό τους. Σπανιότερα τα δάκρυα είναι έκφραση μεγάλης χαράς.
Στην πνευματική ζωή τα δάκρυα είναι σημείο μετανοίας, για τις αμαρτίες. Άλλοτε είναι σημείο επίγνωσης του θελήματος του Θεού και ευγνωμοσύνης γι’ Αυτόν και την παρουσία Του στη ζωή μας. Τα δάκρυα πάλι είναι σημάδι μεγάλης αγάπης για τους ανθρώπους, η οποία, κυρίως στις αγιασμένες ψυχές, εκφράζεται μ’ αυτόν τον τρόπο από ένταση και αγωνία για την πορεία τους, όχι στην καθημερινότητα, αλλά στη σχέση τους με τον Θεό.
Στο Ευαγγέλιο διαβάζουμε μια ιδιαίτερα ξεχωριστή διήγηση για τον Χριστό, ο Οποίος εισέρχεται σε μία μικρή πόλη, την Ναΐν. Εκεί θα αναστήσει τον μοναχογιό μιας χήρας γυναίκας, ο οποίος πέθανε πρόωρα αφήνοντας απίστευτη λύπη στην καρδιά της μητέρας του. Βλέπουμε ότι η πρώτη και μοναδική φράση την οποία λέει ο Χριστός στην πονεμένη μητέρα είναι το «μη κλαίε» (Λουκ. 7,13). «Μην κλαις». Παράδοξη προτροπή. Τα δάκρυα και το κλάμα της μητέρας αποτελούν την μοναδική αντίδραση που θα περίμενε ο καθένας. Η πλήρης απόγνωση, η μοναξιά, η στέρηση του αγαπημένου προσώπου, η οποία έρχεται σε συνέχεια της στέρησης του συζύγου, το ανεπιστρεπτί του θανάτου, το παράπονο εναντίον του Θεού και της ζωής, αλλά και τα όνειρα για νόημα ζωής μέσα από το παιδί έχουν συντριβεί. Δεν μπορεί η μητέρα να κάνει κάτι άλλο, παρά μόνο να θρηνήσει. Και αντί ο Χριστός να της δείξει ότι την συμπονά, ότι καταλαβαίνει τα δάκρυα και το κλάμα της, την προτρέπει να σταματήσει. Και βέβαια θα αναστήσει το νέο παιδί, για να δώσει πίσω στη μάνα ό,τι φάνηκε να στερείται.
Την ίδια φράση «μη κλαίε» απευθύνει και σε μας ο Χριστός. Μοναδική προϋπόθεση για να έχει νόημα αυτό είναι η συνάντησή μας μαζί Του.
-Να μην κλαίμε για τα πρόσωπα που φεύγουν από τη ζωή μας, είτε οριστικά είτε γιατί δεν μπορούμε να τα βρούμε μαζί τους. Η αγάπη δεν νεκρώνεται. Όταν κάποιος φεύγει από τη ζωή μας, τότε συνειδητοποιούμε αν και πόσον τον αγαπούμε. Όμως το κλάμα εκεί δεν αλλάζει κάτι, αν στη σχέση μας δεν δείξαμε την αγάπη που μπορούσαμε να δείξουμε, υπερβαίνοντας τον εγωισμό μας.
-Να μην κλαίμε για την όποια μοναξιά νομίζουμε ότι βιώνουμε, γιατί συνήθως την μοναξιά την προκαλούμε μόνοι μας, με την κλειστή καρδιά και τον εγωκεντρισμό μας ή με την επίδειξη μιας αγάπης η οποία λειτουργεί στη λογική της ανταπόδοσης και όχι της προσφοράς.
-Να μην κλαίμε όταν επενδύουμε όνειρα στους άλλους και δε βλέπουμε να εκπληρώνονται, γιατί ο καθένας από μας καλείται να χτίσει τη ζωή του με τα δικά του όνειρα. Οι άλλοι συμπληρώνουν. Έχουν την προσωπικότητα και τις επιλογές τους.
-Να μην κλαίμε ούτε για τα υλικά αγαθά, όταν αισθανόμαστε ότι δεν τα έχουμε στην αφθονία που θα θέλαμε ή που δικαιούμαστε να έχουμε. Δεν είναι το παν στη ζωή μας αυτά.
-Να μην κλαίμε για τις ήττες μας, όταν έχουμε παλέψει για να μην συμβούν. Ειδάλλως, όταν οι ήττες είναι αποτέλεσμα οκνηρίας, εσφαλμένης στοχοθεσίας, παραθεώρησης του περιβάλλοντος στο οποίο ζούμε, τότε χρειάζεται να διορθώσουμε τα «καθ’ εαυτόν» μας και όχι να απελπιζόμαστε.
Αυτή τη θέαση μας τη δίνει η σχέση με τον Χριστό. Ακόμη κι αν έχουμε κάνει τα πάντα σωστά, ακόμη κι αν η απώλεια είναι αναπάντεχη και γεγονός ανεξάρτητο των προθέσεων και του αγώνα μας, όπως είναι ο θάνατος, η σχέση με τον Χριστό μας δίνει τη δυνατότητα να νοηματοδοτήσουμε τη ζωή μας και πάλι. Εμπιστευόμαστε το θέλημα του Θεού. Γνωρίζουμε ότι τίποτε δεν είναι μάταιο. Βλέπουμε τον κόσμο στην προοπτική της ανάστασης και δεν απελπιζόμαστε. Διότι το τελικό νόημα του λόγου του Χριστού στην μητέρα δεν ήταν το να μην κλαίει γιατί θα έπρεπε να είναι άπονη και να μην τη στενοχωρεί ο θάνατος του παιδιού της, αλλά να μην απελπίζεται. Να μην αισθάνεται ότι η ζωή της έπαψε να έχει νόημα. Γιατί ο άνθρωπος δίνει νόημα όταν στη ζωή υπάρχει ο Χριστός.
Ακόμη και τις αμαρτίες μας συγχωρεί ο Χριστός. Επομένως η συνάντηση μαζί Του αποτελεί ευκαιρία θέασης της ζωής μας μέσα από την αγάπη προς Αυτόν, την ελπίδα και την προοπτική της ανάστασης. Η λύπη τότε δεν μας κατατρώγει, αλλά μπορεί να γίνει αφορμή επαναπροσδιορισμού της ζωής μας μέσα στην Εκκλησία.

Σάββατο 23 Σεπτεμβρίου 2017

«Ανθρώπους έση ζωγρών»

Παρακολουθώντας τη ζωή των ανθρώπων, θα έλεγα νομίζω με ασφάλεια ότι κολυμπούν μέσα σε μια θάλασσα, στην οποία υπάρχουν πολλά αγκίστρια, παγίδες και δίχτυα για να μας αλιεύσουν. Γιατί ο πολιτισμός προσπαθεί να μας κάνει καταναλωτές ή και πολλές φορές προϊόντα προς κατανάλωση.
Το παράδοξο είναι ότι ο ίδιος ο Χριστός, όπως τον ακούσαμε σήμερα, λέει στον απόστολο Πέτρο και σε όλους τους αποστόλους Του «Από του νυν ανθρώπους έση ζωγρών» (Λουκ. 1,10), «Ανθρώπους από δω και πέρα θα αλιεύεις».
Ο κόσμος μας μάς αλιεύει για να γίνουμε καταναλωτές.
Η Εκκλησία, μάς αλιεύει για να οδηγηθούμε στο καθ’ ομοίωσιν Θεού.
Ο κόσμος προσπαθεί να μας πείσει να αδρανοποιηθούμε, να βρούμε τρόπους άκοπης διαβίωσης, αδιαφορώντας για τους άλλους.
Η Εκκλησία θέλει να ενεργοποιήσουμε τα χαρίσματά μας, την εικόνα του Θεού, αλλά και κάθε ιδιαίτερο γνώρισμα που έχουμε λάβει από το Άγιο Πνεύμα και να τα διαθέτουμε στη χρήση του συνόλου.
Ο κόσμος θέλει να μας κάνει εξαρτημένους στα πάθη και τις αδυναμίες μας, για να μας έχει δεσμίους του.
Η Εκκλησία ζητά από εμάς να γίνουμε ελεύθεροι από κάθε εξάρτηση και ανάγκη.
Ο κόσμος δεν έχει πρόβλημα να διακηρύξει ότι μας επιτρέπεται να «φάμε» τον άλλον, για να ζήσουμε καλύτερα εμείς.
Η Εκκλησία προβάλει τη θυσιαστική αγάπη για τον άλλον και μας καλεί να γευθούμε την αιώνια βρώση που είναι ο Χριστός στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.
Το αγκίστρι του πολιτισμού είναι το θέλημα και η ηδονή της αμαρτίας.
Το αγκίστρι της Εκκλησίας είναι η εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού και η χαρά της κοινωνίας τόσο με Εκείνον όσο και με τον συνάνθρωπό μας.
Ο κόσμος μας αφήνει να παλεύουμε στο σκοτάδι της πνευματικής άγνοιας, να ματαιοπονούμε διότι ο θάνατος είναι πιο ισχυρός και να απελπιζόμαστε, διότι βλέπουμε πως κατά βάθος το νόημα που βρίσκουμε δεν μας δίνει ευτυχία.
Η Εκκλησία μας δίνει πίστη στην ελπίδα. Μας κάνει να μην αισθανόμαστε μόνοι. Να μην απελπιζόμαστε, γνωρίζοντας ότι δεν είμαστε μόνοι και ότι η ζωή κοντά Του έχει νόημα
«Ανθρώπους έση ζωγρών».
Ο δρόμος αυτός δεν είναι μόνο για τους Αποστόλους. Είναι για τον καθέναν από εμάς. Όταν έχουμε επίγνωση του αληθινού σκοπού της ζωής μας, μπορούμε να αφήνουμε στην άκρη το άγχος μας για το εδώ και τώρα και να αφήνουμε τη ζωή μας στα δικά Του δίχτυα.


Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 2017

Ός γαρ εάν επαισχυνθή με και ... επαισχυνθήσεται αυτόν ...

Μας αρέσει να μας ανταποδίδουν το καλό που κάνουμε, ό,τι προσφέρουμε, ό,τι αφιερώνουμε στους άλλους. Και πολλές φορές αποτελεί κίνητρο. Το ίδιο συμβαίνει και στη θρησκευτική μας ζωή. Κι εκεί μετράμε τα έργα μας, την πίστη μας, την πορεία μας και ζητούμε από τον ουρανό ανταπόδοση. Ή ο φόβος ότι ο Χριστός θα μας αποστραφεί, εάν Τον αρνηθούμε πάλι μας κάνει να σκεφτόμαστε τη συμπεριφορά μας. Ο λόγος του Χριστού είναι αδιαμφισβήτητος: «Ός γαρ εάν επαισχυνθή με και τους εμούς λόγους εν τη γενεά ταύτη τη μοιχαλίδι και αμαρτωλώ και ο υιός του ανθρώπου επαισχυνθήσεται αυτόν όταν έλθη εν τη δόξη του πατρός αυτού μετά των αγγέλων των αγίων» (Μάρκ. 8, 38). «Όποιος, ζώντας μέσα σ’ αυτή τη γενιά την άπιστη και αμαρτωλή, ντραπεί για μένα και για τη διδασκαλία μου, θα ντραπεί γι’ αυτόν και ο Υιός του Ανθρώπου, όταν έρθει με όλη τη λαμπρότητα του Πατέρα Του, μαζί με τους αγίους αγγέλους».
Τι σημαίνει όμως ομολογία και τι αισχύνη σ’ αυτή τη ζωή;
Ομολογία σημαίνει αποδοχή ότι η ζωή μας κατά Χριστόν είναι σταυρική. Σταυρός η πίστη. Σταυρός η αγάπη. Σταυρός η σχέση με τους άλλους ανθρώπους. Και δεν είναι μόνο τα πάθη τόσο τα δικά μας όσο και των άλλων ανθρώπων που καθιστούν την πορεία του χριστιανού σταυρική. Είναι η δυσκολία μας να καταλάβουμε ποιο είναι το θέλημα του Θεού στην κάθε στιγμή της ζωής μας, είναι η αδυναμία μας να αφεθούμε στο θέλημα του Θεού, όχι μοιρολατρικά αλλά δυναμικά, είναι η ατολμία μας να ενεργήσουμε χωρίς να σκεφτούμε ότι οι άλλοι μπορεί να μας απορρίψουν γιατί δεν ακολουθούμε τη μάζα-τους πολλούς.
Ομολογία σημαίνει επιμονή στην κατά Χριστόν πορεία μας. Δεν αλλάζουμε τις πνευματικές μας αρχές, επειδή δεν βρίσκουμε ανταπόκριση στην κοινωνία. Ούτε όταν βρεθούμε σε δοκιμασία και δυσκολία. Δυσανασχετούμε μπροστά στην αρρώστια, τη φθορά, την αποτυχία, τον θάνατο. Όταν δεν ικανοποιείται το θέλημά μας και οι φιλοδοξίες μας. Όμως για τον Θεό, επειδή βλέπει τη ζωή με γνώμονα το μέλλον και τη βασιλεία Του, κακό είναι ό,τι μας καθηλώνει στο αυτόφωτο και την ετερονομία μας σε σχέση με Εκείνον. Και γι’ αυτό μας δίδει αφορμές μετανοίας μέσα από την ήττα. Αφορμής ταπείνωσης, προβληματισμού δηλαδή για την αυτάρκεια του εγωισμού μας. Αφορμή έκφρασης εμπιστοσύνης προς Εκείνον. Αν δεν επιμένουμε στην πίστη, τότε η ομολογία μας είναι κίβδηλη και επιφανειακή. Δεν έχει διάρκεια.
Ομολογία σημαίνει ανάληψη τελικά της ευθύνης μας έναντι του κόσμου και των ανθρώπων. Θεωρούμε συνήθως ότι πιστεύουμε στον Θεό για να σώσουμε τον εαυτό μας. την ψυχή μας. Να αποκτήσουμε την βασιλεία των ουρανών. Δεν είναι αρκετό αυτό. Πιστεύουμε για να βοηθήσουμε και τους άλλους να βρούνε αυτή την οδό. Όσο τουλάχιστον περνά από το χέρι μας. Και ομολογούμε με το παράδειγμά μας. Ομολογούμε όμως και με τα λόγια μας. Με την αίσθηση ότι υπάρχουμε, νοιαζόμαστε για τους άλλους. Όσο μπορούμε. Ακόμη και η συμπεριφορά μας διαδραματίζει ρόλο. Η ευγένεια και η αρχοντιά μας. Ό,τι μαρτυρεί ότι η ψυχή μας θέλει να συνδράμει. Να μιλήσει για τον Θεό. Η προσευχή μας για τους άλλους. Η μη ανάπαυσή μας. Η αίσθηση ότι μπορούμε να δώσουμε, όχι μόνο υλικά, αλλά και πνευματικά την Αλήθεια που είναι ο Χριστός. Δεν είμαστε ηττοπαθείς, ούτε κρυβόμαστε. Δεν μιλάμε για μας, αλλά για τον Θεό. Και δείχνουμε τον Θεό αισθανόμενοι ότι κάποιοι μπορούν να πάρουν κάτι. Ο καθένας στο μέτρο του χαρίσματος, του ρόλους και της αποστολής του. Αγωνιζόμαστε να μη αμαρτάνουμε όχι μόνο για να μη βλάψουμε πνευματικά τον εαυτό μας, αλλά γιατί αγαπούμε τους άλλους και αμαρτία είναι το ελλιπές της αγάπης.
Ποιος από μας μπορεί να ισχυριστεί ότι καταφέρνει να ομολογήσει τον Χριστό στη ζωή του; Συνήθως αρκούμαστε σε κομπορρημοσύνες. Η ομολογία δεν είναι μόνο πρόταση λόγων. Είναι σταυρός, επιμονή και ευθύνη αγάπης. Και την ίδια στιγμή η αποφασιστικότητα να μείνουμε κοντά σ’ Αυτόν που πρώτος μας αγάπησε και σήκωσε το σταυρό για όλους μας. Ας είναι λοιπόν η πορεία της ζωής μας συνέχεια του δικού Του δρόμου, για να μην ντραπεί για μας στη Βασιλεία Του.

Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2017

Ο Θεός ΔΕΝ είναι ψηλά, έχει ήδη κατεβεί στη γη!

Ο άνθρωπος θέλει να ανεβεί ψηλά. Να προχωρήσει στη ζωή του. Με το μυαλό του και τα χαρίσματά του, με το «έχειν» του, με τη δυνατότητα να παρακολουθεί την πρόοδο του πολιτισμού, αισθάνεται ότι όχι μόνο θέλει, αλλά και μπορεί να ανεβεί ψηλά. Να «φτάσει στον Θεό», όπως λέει ένα σύγχρονο τραγούδι. Δε συνειδητοποιεί όχι ότι ο Θεός είναι ψηλά, αλλά ότι έχει ήδη κατεβεί στη γη. Έχει γίνει άνθρωπος, για να ανεβάσει τον άνθρωπο στον ουρανό. Και δεν είναι μεταφορική αυτή η εικόνα. Είναι πραγματική. «Ουδείς αναβέβηκεν εις τον ουρανόν ει μη ο εκ του ουρανού καταβάς, ο υιός του ανθρώπου ο ων εν τω ουρανώ» (Ιωάν. 3, 13). «Κανένας δεν ανέβηκε στον ουρανό παρά μόνο ο Υιός του Ανθρώπου, που κατέβηκε από τον ουρανό και που είναι στον ουρανό».
Ο λόγος της πίστης είναι ανατρεπτικός. Διαλύει τις αυταπάτες της αυτοθέωσης. Στον ουρανό ανεβαίνει αυτός που μπορεί να υπερβεί τις διαστάσεις της φύσης του. Όχι μόνο την βαρύτητα, τον χρόνο, τον εγκλωβισμό στο πεπερασμένο της φθαρτότητας. Στον ουρανό μπορεί να ανεβεί αυτός που θα ζήσει για πάντα με τον τρόπο του ουρανού. Κι αυτό δεν είναι φύση αλλά δωρεά χάριτος. Δεν είναι η αμαρτία μόνο που μας εμποδίζει να ανεβούμε στον ουρανό. Η υπερηφάνεια. Η άγνοια. Είναι το ξαστόχημά του προσανατολισμού μας. Η άρνηση της καταγωγής μας, ότι είμαστε παιδιά του Θεού και μέσα από τη σχέση μαζί Του μπορούμε να ξαναβρούμε τον δρόμο για τον ουρανό. Σπαταλούμε τη ζωή μας, τις στιγμές της, την ομορφιά γύρω μας, τους άλλους, τελικά και τον ίδιο τον εαυτό μας διότι αισθανόμαστε ότι είμαστε θεοί, ο κόσμος και τα πάντα περιστρέφονται γύρω από εμάς, ότι γνωρίζουμε την αλήθεια και ότι είμαστε η αλήθεια, αλλά η ήττα μας από την φύση και τον χρόνο είναι δεδομένη.
Κι όμως, υπάρχει ο τρόπος το αίτημά μας να εκπληρωθεί. Διότι είναι δωρεά στην ύπαρξή μας η δίψα για ουρανό. Γι’ αυτό πλαστήκαμε από τον Θεό. Για να ζήσουμε αιώνια. Και η αιωνιότητα δεν μπορεί να δοθεί στον παρόντα φθαρτό κόσμο. Η αιωνιότητα έρχεται από το μέλλον. Και το μέλλον έχει μία μεγάλη απάντηση. Την αγάπη. Η αγάπη μας δίνει την αιωνιότητα και μας ανεβάζει στον ουρανό. Μόνο που δεν είμαστε μόνοι στον δρόμο αυτό. Έχουμε οδηγό τον Υιό του Θεού που έγινε υιός του ανθρώπου και ο οποίος όντας φύσει στον ουρανό και πληρώνοντας τα πάντα, προσλαμβάνει και τη δική μας φύση, ώστε να μας δείξει τον τρόπο της θέωσης. Τον τρόπο του ουρανού. Αρκεί να πιστέψουμε και να Τον ακολουθήσουμε στην πράξη.
Ο τρόπος είναι ο Σταυρός. Παραίτηση από την προτεραιότητα του θελήματός μας, όχι άρνησή του, διότι αν δεν θέλεις, τίποτε δε γίνεται. Οικείωση του θελήματός Του. Δηλαδή της αγάπης. Η αγάπη δίνει διάρκεια στην ύπαρξή μας. Η αγάπη ως διαθεσιμότητα στον άλλο. Η αγάπη ως προσευχή. Η αγάπη ως συγχώρεση και πλατυσμός της καρδιάς. Η αγάπη ως ειλικρίνεια. Η αγάπη ως παραίτηση από την προτεραιότητα του εγώ. Η αγάπη ως άρνηση να χρησιμοποιήσουμε τον άλλο και ως ανάληψη της ευθύνης γι’ αυτόν. Η αγάπη ως εμπιστοσύνη στον ουρανό. Η αγάπη ως ελεημοσύνη, αλλά και ως αποδοχή της ελεημοσύνης των άλλων. Όχι επειδή μας συμφέρει, αλλά ως αποδοχή του ότι γι’ αυτό πλαστήκαμε. Και την ίδια στιγμή η αγάπη ως η οδός που νικά τον θάνατο. Ακόμη κι αν αυτός φαίνεται επώδυνος και βασανιστικός. Κανένας σταυρός δεν έχει επάνω του την ευχαρίστηση, αλλά τον πόνο. Ο πόνος όμως αυτός αγιάζει και λυτρώνει όποιον δεν έχει παραιτηθεί από την δίψα του ουρανού. Όποιον δεν έχει αποφασίσει ότι είναι μόνο χώμα και στο χώμα θα πάει, καταδικάζοντας σε θάνατο και τις μνήμες του, διότι πιστεύει ότι δε θα τον συνοδεύσουν σε μία αιωνιότητα που γι’ αυτόν δεν υπάρχει. Η μεγαλύτερη και τραγικότερη αυταπάτη.
Ζούμε σε μια πραγματικότητα στην οποία ο άνθρωπος δεν συνειδητοποιεί εύκολα τα όρια του, παρά μόνο μπροστά στον θάνατο. Ο πολιτισμός μας και οι δωρεές της ζωής, τα επιτεύγματά μας και οι ρυθμοί μας, η αίσθηση ότι το «έχειν» είναι το παν, σωματικά και πνευματικά, και το κατέχειν τους άλλους νοηματοδοτεί τη ζωή μας, μας πάει στον Θεό, μας κρατούν δέσμιους της αυτοθέωσης. Η Εκκλησία, δείχνοντας τον δρόμο του Σταυρού, μας προετοιμάζει για τον αληθινό τρόπο του ουρανού, που τελικά κρύβει την χαρά της κοινωνίας με Αυτόν που κατέβηκε στη γη. Και γι’ αυτό στους ναούς μας σπουδάζουμε αυτή την κάθοδο. Μέσα από το φως, άλλοτε λιτό και άλλοτε μεγαλόπρεπο, που πηγάζει όμως από την αρχιτεκτονική που το ζητά. Μέσα από την εικονογράφηση, με τις μορφές των αγίων που ξεκινούν μαζί με μας να ανεβαίνουν για να συναντήσουν τον Παντοκράτορα. Και με την ελπίδα του κεριού και του λιβανιού να ανεβαίνει κι αυτή. Ο Σταυρωθείς υψώθηκε για να μας δείξει την οδό. Και όλα μας ακολουθούν τον δικό Του τρόπο. Και οι καρδιές μας, όσο πιστεύουμε.