Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

Ο πλούσιος και ο Λάζαρος

Μία από τις συγκλονιστικότερες σε διδάγματα παραβολές του Χριστού μας παραθέτει η Εκκλησία μας την πέμπτη Κυριακή του ευαγγελίου του Λουκά. Πρόκειται για την ιστορία του πλούσιου και του Λαζάρου (Λουκ. 16, 19-31). Του ανώνυμου κάτοχου περιουσίας, ο οποίος, παρότι γνωρίζει τον φτωχό συνάνθρωπό του Λάζαρο, δεν νιώθει την ανάγκη να τον συνδράμει στην απόλυτη δυστυχία που εκείνος βιώνει, αλλά απολαμβάνει τον δικό του τρόπο ζωής χωρίς διακοπή, σε ό,τι αφορά στην λαμπρότητα, με κύρια χαρακτηριστικά της την ενδυμασία και το πλούσιο φαγητό, ενώ ο Λάζαρος δεν έχει ούτε ρούχα ούτε τροφή.
Στην αιώνια ζωή τα πράγματα όμως αντιστρέφονται. Ο εντελώς μόνος του στην παρούσα ζωή Λάζαρος μεταφέρεται από τους αγγέλους και πηγαίνει στους κόλπους του Αβραάμ, όπου «παρακαλείται», παρηγορείται και χαίρεται, ενώ ο πλούσιος που απολάμβανε την συντροφιά των ανθρώπων και στη ζωή και στην ταφή του, εντελώς μόνος, χωρίς κάποιος να τον συνοδεύσει, υπάρχει εν βασάνοις στον άδη, στην κόλαση. Διαλέγεται με τον Αβραάμ, ζητώντας την παρηγοριά της καταψύξεως της γλώσσας του με λίγο νερό το οποίο θα του φέρει ο Λάζαρος. Αναγνωρίζει τόσο τον Αβραάμ ως πατέρα του, δηλαδή ως γενάρχη του λαού στον οποίο ανήκε, όσο και το Λάζαρο, γιατί τον έβλεπε στην επίγεια ζωή και ήξερε ποιος ήταν, ασχέτως της αδιαφορίας που επέδειξε.
Παράλληλα, στην πρότασή του να στείλει ο Αβραάμ τον Λάζαρο στον κόσμο και να προειδοποιήσει τα πέντε αδέρφια του να μην βρεθούν στην κατάσταση που ο ίδιος έχει περιπέσει, διαφαίνεται ότι ο πλούσιος διασώζει έστω και την αδελφική αγάπη, δηλαδή στο βάθος της ύπαρξής του δεν ήταν εντελώς διεστραμμένος, ενώ, από τον διάλογο με τον Αβραάμ διαφαίνεται ότι γνώριζε και τον λόγο του Μωυσή και τους προφήτες, δηλαδή δεν μπορούσε να προσποιηθεί έναντι του Θεού άγνοια για τη ζωή που είχε επιλέξει. Ο μωσαϊκός νόμος ξεκινούσε με την παραδοχή ότι ο Θεός του Ισραήλ είναι ο Θεός του καθενός Ιουδαίου και δεν επιτρεπόταν σ΄ αυτούς να έχουν οποιονδήποτε άλλο θεό, όπως για παράδειγμα το χρήμα. Γι’ αυτό και ο πλούσιος αναγνωρίζει ότι δικαίως υφίσταται ο ίδιος ό,τι υφίσταται, όμως δεν θα ήθελε για τα αδέρφια του να βρεθούν στον τόπο της βασάνου. Η μνήμη του όμως του επισημαίνει ότι, όπως και για τον ίδιο, έτσι και για τα αδέρφια του, εάν δεν συνέβαινε ένα συγκλονιστικό γεγονός, όπως η ανάσταση κάποιου από τους νεκρούς, θα ήταν αδύνατο να ακούσουν το λόγο του Θεού και να αλλάξουν ζωή. Ο Αβραάμ του δείχνει ότι η σκέψη του δεν θα έχει κανένα αντίκρισμα. Εάν τα αδέρφια του ήθελαν να σωθούν, θα μπορούσαν πολύ απλά να επιλέξουν να ακολουθήσουν τα όσα η Γραφή ορίζει και δεν θα χρειαζόταν τον καταναγκασμό του θαύματος για να υποχρεωθούν μέσα από το φόβο να αλλάξουν ζωή, κάτι που για τον Αβραάμ ήταν βέβαιο ότι δεν θα συνέβαινε, διότι, όπως και ο πλούσιος παρέμενε αμετανόητος για τη ζωή του, έτσι κι εκείνοι δεν θα άλλαζαν.
Η στάση του πλούσιου στην παρούσα ζωή ερμηνεύει την μοναξιά του στην αιώνια. Ο πλούσιος δεν αισθάνθηκε διαχειριστής των αγαθών που επέτρεψε ο Θεός να έχει, αλλά κάτοχός τους. Αυτό γίνεται με κάθε αγαθό το οποίο μας δίδει ο Κύριός μας, είτε υλικό, είτε σε μορφή χαρίσματος. Ακόμη και το πρόσωπό μας, η ύπαρξή μας δεν μας ανήκει, αλλά είμαστε διαχειριστές της. Μας προίκισε ο Θεός με ιδιώματα που εικονίζουν τον Ίδιο. Μας έδωσε την αγάπη. Την ελευθερία. Το λογικό και την δημιουργικότητα. Την συνείδηση της ύπαρξης και την διαφορετικότητα σε σχέση με τους άλλους. Την δίψα για σχέση και μοίρασμα. Και μας καλεί να προσπαθήσουμε στην παρούσα ζωή να καταστήσουμε τα χαρίσματα και τις δωρεές μας αφορμή κοινωνίας με τον πλησίον μας και τον Ίδιο. Όποιος από εμάς επιμένει να κρατά τα χαρίσματά του μόνο για τον εαυτό του, να αδιαφορεί για τους άλλους, να κλείνει την πόρτα της καρδιάς του σ’ αυτούς και να εντοπίζει το νόημα της ζωής του στα ρούχα, την εμφάνισή του κατ’ όψιν δηλαδή, και στην απόλαυση της τράπεζας, καθιστώντας την ύπαρξή του σάρκα, στην ουσία καλύπτει τα χαρίσματά του με το στρώμα της ατομικής αυτάρκειας και διαλύει κάθε ευκαιρία, όχι μόνο για καλές πράξεις ή προσφορά στους άλλους, αλλά για να συνειδητοποιήσει τη χαρά του να μοιράζεται. Και όποιος μοιράζεται, κάνει το βήμα να συναντήσει το Θεό, που είναι ο Δωρεοδότης των πάντων. Όποιος παραμένει «στα ίδια», στην ουσία είναι μόνος στην παρούσα ζωή. Και η μοναξιά του θα συνεχίζεται αιώνια, γιατί δεν θα έχει αφήσει την ύπαρξή του να ανοιχτεί. Και ό,τι γνωρίζει κάποιος, αυτό εξακολουθεί να εφαρμόζει.
Αξίζει, τέλος, να σταθούμε στην παρουσία του φτωχού Λαζάρου. Ένα είναι το χαρακτηριστικό του. Η σιωπή του. Δεν παραπονιέται. Δεν διαμαρτύρεται. Ούτε στα σκυλιά. Αλλά ούτε και στην αιωνιότητα ακούμε τη φωνή του. Σιωπηλός και ταπεινός αποδέχεται την αδικία του πλούσιου. Την αδικία της φτώχειας. Την αδικία, στην παρούσα ζωή, που επέτρεψε να του συμβεί ο Θεός. Και στην αιώνια παρηγορείται και χαίρεται στους κόλπους του Αβραάμ πάλι χωρίς να μιλά. Χωρίς να επιχαίρει για τον πλούσιο και την μοναξιά του. Ταπεινός στη γη, ταπεινός και στον ουρανό. Αυτό ήταν το χάρισμά του. Να υπομένει εν σιωπή. Και αυτό το φαινομενικά ασήμαντο για την κοινωνία χάρισμα, το οποίο πιθανότατα σήμερα θα ήταν η μεγάλη αδυναμία του που θα τον καθιστούσε κοινωνικά απόβλητο και περιθωριοποιημένο, τον οδηγεί στον παράδεισο.
Η παραβολή του πλούσιου και του Λαζάρου δεν είναι απλώς μια αφορμή να φιλοσοφήσουμε τη ζωή μας ή να σκεφτούμε ότι ο Θεός μας θέλει ελεήμονες ή ότι υπάρχει μεταθανάτια πραγματικότητα. Είναι μία πρόσκληση από την πλευρά της Εκκλησίας να ξαναδούμε πού βρισκόμαστε τόσο έναντι του Θεού όσο και έναντι των ανθρώπων. Είμαστε στην θύρα για να εισέλθουμε στην οικία του πλούτου των παθών, της αυτάρκειας, της φιληδονίας ή είμαστε στον πυλώνα του κόσμου, αγωνιζόμενοι να κρατήσουμε ταπείνωση, σιωπή και υπομονή και να στρέψουμε το βλέμμα μας στην άλλη θύρα, εκείνη της «Παράδεισος», που ξεκινά από το εδώ και τώρα, ώστε να εμπιστευθούμε την παράκλησή μας στη σχέση μας με το Θεό, ο Οποίος μας δίδει όνομα για την αιωνιότητα και αντοχή στα βάσανα του παρόντος κόσμου.
Η κρίση της εποχής μας μάς υπενθυμίζει την αλήθεια του Μωυσή ότι «ένας είναι ο Κύριος ο Θεός μας και δεν υπάρχουν άλλοι θεοί για μας». Στηρίξαμε την ελπίδα μας στο θεό του χρήματος, ενδυθήκαμε την πορφύρα της δόξας του φαίνεσθαι, κτίσαμε σπίτια και ζωές γεμάτα από λαμπρή ευφροσύνη αγαθών και ηδονών και τώρα τρεφόμαστε από τα ψιχία τα πίπτοντα από τα τραπέζια των ισχυρών. Ας στρέψουμε τα βλέμματά μας στον ουρανό και ο Θεός γνωρίζει να μας στηρίξει. Και, παράλληλα, ας επιστρέψουμε στο νόημα της αγάπης και του μοιράσματος ως καλοί οικονόμοι της χάριτος και των χαρισμάτων που μας έδωσε ο Θεός. Για να βρούμε τη χαρά της δικής Του αγάπης τόσο στην παρούσα όσο και
στην αιώνια ζωή, στην οποία δεν θα είμαστε μόνοι μας, εκτός αν το επιλέξουμε.

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΜΟΔΕΣΤΟΥ ΜΕΛΙΣΣΑΤΙΚΩΝ
 
ΕΒΔΟΜΑΔΙΑΙΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ
Δευτέρα 28 Οκτωβρίου – Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013:
8.00 – 10.30 π.μ. Όρθρος, Θεία Λειτουργία και Δοξολογία για την εθνική επέτειο.
Επιμνημόσυνη Δέηση στο Ηρώο.
5.00 μ.μ. Εσπερινός.

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013:
5.00 μ.μ. Εσπερινός και Αγιασμός Πρωτομηνιάς.

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013:
4.00 – 5.00 μ.μ. Κατηχητικό Δημοτικού.
5.00 μ.μ. Εσπερινός.
5.00 – 6.00 μ.μ. Μάθημα Βυζαντινής Μουσικής για παιδιά.
6.00 – 7.00 μ.μ. Κατηχητικό Γυμνασίου.

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013:
7.30 – 10.30 π.μ. Όρθρος και Θεία Λειτουργία.
10.30 π.μ. - 12.00 π.μ. Κατηχητικό για τα μικρότερα παιδιά και συζήτηση με τους γονείς.
8.00 – 9.00 μ.μ. Κατηχητικό μαθητών Λυκείου.

 Όσοι ενήλικες ενδιαφέρονται να μάθουν Βυζαντινή Μουσική, ας έλθουν το Σάββατο 2 Νοεμβρίου στις 5.00 μ.μ. στο Ναό για να κανονίσουν ώρα με τον υπεύθυνο.
 Την Τετάρτη 30 Οκτωβρίου και ώρα 12.00 μ. θα τελεσθεί ο Αγιασμός εγκαινίων του νέου Σχολείου της ενορίας μας.

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΜΟΔΕΣΤΟΥ ΜΕΛΙΣΣΑΤΙΚΩΝ
 
ΕΒΔΟΜΑΔΙΑΙΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ
Δευτέρα 21 – Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013


Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013:
5.00 μ.μ. Εσπερινός.

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013:
5.00 μ.μ. Εσπερινός.

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013 (Αγίου Δημητρίου):
7.30 – 9.45 π.μ. Όρθρος και Θεία Λειτουργία.
5.00 μ.μ. Εσπερινός.

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2013:
7.30 – 10.30 π.μ. Όρθρος και Θεία Λειτουργία.

 Την Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013, αμέσως μετά τη Θεία Λειτουργία, στο Πνευματικό Κέντρο του Ναού μας, θα πραγματοποιηθεί ο Αγιασμός και η εορτή έναρξης των κατηχητικών σχολείων.
Ενδιαφέρει Μικρούς και ΜΕΓΑΛΟΥΣ!!!

Η κυρία Τζοβάννα και ο Μάνος

Η κυρία Τζοβάννα και ο Μάνος
Καθώς στεκόταν μπρος στην τάξη της, την Ε' Δημοτικού, την πρώτη ημέρα του σχολείου η κυρία Τζοβάννα είπε στα παιδιά ένα ψέμα. Όπως οι περισσότερες δασκάλες, κοίταξε τους μαθητές της και είπε ότι τους αγαπούσε όλους το ίδιο.
Αλλά αυτό ήταν αδύνατον, διότι εκεί στην μπροστινή σειρά, βυθισμένο στο κάθισμά του ήταν ένα μικρό αγόρι, ο Μάνος Μανούσος... Η κυρία Τζοβάννα είχε παρακολουθήσει τον Μάνο την προηγούμενη χρονιά και είχε προσέξει ότι ο Μάνος δεν έπαιζε καλά με τα άλλα παιδιά. Τα ρούχα του ήταν τσαλακωμένα. Πάντα φαινόταν ότι χρειαζόταν μπάνιο. Και ο Μάνος μπορούσε να είναι πολύ δυσάρεστος.
Στο σχολείο που δούλευε η κυρία Τζοβάννα έπρεπε να επιθεωρήσει του κάθε μαθητού το ιστορικό. Άφησε του Μάνου το ιστορικό να το διαβάσει τελευταίο. Όταν όμως διάβασε το ιστορικό που έγραφαν οι προηγούμενες δασκάλες, έμεινε έκπληκτη!
Η δασκάλα της Α' Δημοτικού έγραφε: «Ο Μάνος είναι ένα φωτεινό παιδί με έτοιμο πάντα το χαμόγελο. Κάνει τις εργασίες του σωστά και προσεγμένα, και έχει καλούς τρόπους. Είναι χαρά να τον έχουμε κοντά μας».
Η δασκάλα της Β' Δημοτικού έγραφε: «Ο Μάνος είναι άριστος μαθητής. Αγαπητός από τους συμμαθητές του, αλλά φαίνεται προβληματισμένος εξ αιτίας της μητέρας του που έχει μια ανίατη ασθένεια∙ η ζωή στο σπίτι θα είναι δύσκολη».
Η δασκάλα της Γ' δημοτικού έγραφε: «Ο θάνατος της μητέρας του ήταν πολύ σκληρός και οδυνηρός γι΄ αυτόν. Προσπαθεί να κάνει καλά τις εργασίες του, αλλά ο πατέρας του δε δείχνει πολύ ενδιαφέρον. Η ζωή του σπιτιού σύντομα θα τον επηρεάσει, εάν δεν παρθούν ορισμένα μέτρα».
Η δασκάλα της Δ' Δημοτικού έγραφε: «Ο Μάνος έχει αποσυρθεί και δεν δείχνει ενδιαφέρον για το σχολείο. Δεν έχει πολλούς φίλους και πολλές φορές κοιμάται στην τάξη».
Διαβάζοντας όλα αυτά η κυρία Τζοβάννα κατάλαβε το πρόβλημα και ντράπηκε πολύ για τον εαυτό της. Αισθάνθηκε ακόμη χειρότερα, όταν οι μαθητές της της έφεραν χριστουγεννιάτικα δώρα. Όλα ήταν διπλωμένα σε πολύχρωμα χαρτιά με ωραίους φιόγκους, εκτός από του Μάνου. Το δώρο του ήταν άγαρμπα διπλωμένο σε μια καφετιά χοντρή σακούλα του μανάβη. Η κυρία Τζοβάννα δυσκολεύτηκε να το ανοίξει εν μέσω των άλλων δώρων. Μερικά παιδιά άρχισαν να γελάνε όταν έβγαλε από τη σακούλα ένα βραχιόλι που λείπανε μερικές από τις ψεύτικες αδαμάντινες χάντρες και ένα μπουκάλι ένα τέταρτο γεμάτο άρωμα. Αλλά έπνιξε τα γέλια των μαθητών, καθώς είπε θαυμαστικά πόσο όμορφο ήταν το βραχιόλι φορώντας το στο χέρι της και βάζοντας μερικές σταγόνες στον καρπό του χεριού της.
Ο Μάνος έμεινε λίγο παραπάνω στο σχολείο στο σχόλασμα για να πει «κυρία Τζοβάννα σήμερα μυρίζατε όπως ακριβώς μύριζε η μαμά μου». Όταν έφυγαν τα παιδιά, έκλαιγε για περίπου μισή ώρα. Από εκείνη την ημέρα η κυρία σταμάτησε να διδάσκει ανάγνωση, γραφή και αριθμητική. Έδειχνε ιδιαίτερη προσοχή στο Μάνο. Καθώς δούλευε μαζί του το μυαλό του ζωντάνευε. Όσο πιο πολύ τον ενθάρρυνε, τόσο πιο γρήγορα ανταποκρινόταν. Έως το τέλος του χρόνου ο Μάνος είχε γίνει ένα από τα πιο έξυπνα παιδιά της τάξης του, και παρόλο το ψέμα ότι θα αγαπούσε όλα τα παιδιά το ίδιο, η κυρία Τζοβάννα ευνοούσε τον Μάνο ιδιαίτερα.
Μετά από ένα χρόνο βρήκε ένα σημείωμα κάτω από την πόρτα της. Ήταν από τον Μάνο. Της έλεγε ότι ακόμη ήταν η καλύτερη δασκάλα, που είχε ποτέ στη ζωή του. Πέρασαν έξι χρόνια πριν πάρει άλλο σημείωμα από τον Μάνο. Της έγραφε ότι τελείωσε το Λύκειο και ήταν τρίτος στην τάξη του, και ότι ακόμη ήταν η καλύτερη δασκάλα που είχε ποτέ στη ζωή του.
Μετά τέσσερα χρόνια, πήρε άλλο ένα σημείωμα που της έλεγε ότι παρόλο που τα πράγματα ήταν αρκετά δύσκολα κατάφερε να επιμείνει και να συνεχίσει τις σπουδές του, και ότι σύντομα θα αποφοιτούσε από το πανεπιστήμιο με τις μεγαλύτερες διακρίσεις. Την διαβεβαίωνε ότι αυτή ήταν η πιο αγαπητή δασκάλα, που είχε σε όλη του την ζωή.
Πέρασαν ακόμη τέσσερα χρόνια και έφτασε ακόμα άλλο ένα γράμμα. Αυτή τη φορά εξηγούσε ότι, αφού πήρε το δίπλωμά του, αποφάσισε να προχωρήσει πιο πολύ και να κάνει διδακτορικό. Στο γράμμα εξηγούσε ότι αυτή παρέμεινε η πιο καλή και αγαπητή δασκάλα που είχε ποτέ στη ζωή του. Μα τώρα το όνομά του ήταν πιο μακρύ Dr. Εμμανουήλ Σ. Μανούσος.
Η ιστορία δεν τελείωνε εκεί. Υπήρξε ακόμη ένα γράμμα εκείνη την άνοιξη. Ο Μάνος της ανακοίνωνε ότι είχε γνωρίσει μια υπέροχη κοπέλα την οποία θα παντρευόταν. Της εξηγούσε ότι ο πατέρας του είχε πεθάνει πριν μερικά χρόνια και αναρωτιόταν αν θα συμφωνούσε να παραβρεθεί στο γάμο και να καθόταν στη θέση της μητέρας του γαμπρού. Βεβαίως η κυρία Τζοβάννα δέχτηκε. Μαντέψτε! Στο γάμο φορούσε εκείνο το βραχιόλι που της είχε δωρίσει κάποια Χριστούγεννα - χρόνια πίσω. Ναι, εκείνο το βραχιόλι που έλειπαν οι αδαμάντινες πέτρες. Και βεβαιώθηκε ότι φορούσε το ίδιο άρωμα που θυμόταν ότι φορούσε η μητέρα του Μάνου στα τελευταία τους Χριστούγεννα μαζί.
Όταν συναντήθηκαν, αγκαλιάστηκαν με στοργή. Ο κύριος Μανούσος ψιθύρισε στο αυτί της κυρίας Τζοβάννας «Σας ευχαριστώ κυρία Τζοβάννα που πιστεύατε σε μένα. Σαςευχαριστώ πάρα πολύ που με κάνατε να νιώθω σπουδαίος και μου δείξατε πως εγώ μπορούσα να διαφέρω».

Η κυρία Τζοβάννα με δάκρυα στα μάτια ψιθύρισε: «Μάνο μου λάθος κατάλαβες. Εσύ ήσουν που δίδαξες σε εμένα πώς να διαφέρω. Δεν ήξερα πώς να διδάσκω μέχρι που σε γνώρισα».

Λίγα λόγια για το θέμα του μήνα.
Το άνοιγμα των σχολείων κάθε Σεπτέμβριο σηματοδοτεί μια νέα αρχή για την ζωή σχεδόν όλων, αφού όλοι μας σχετιζόμαστε με παιδιά στην οικογένεια από τη μία και για όλους περνά ο καιρός της καλοκαιρινής χαλάρωσης από την άλλη.
Σ΄ αυτήν τη νέα περίοδο, που δυστυχώς για μία ακόμη χρονιά φαίνεται να ξεκινά με δυσκολίες και με ακόμη χειρότερη προοπτική για το μέλλον, θα είχε ιδιαίτερη αξία να προβληματιστούμε στις σχέσεις που δημιουργούμε με τους άλλους. Και αν ο ρόλος του δασκάλου είναι τόσο σπουδαίος, γιατί έχει να κάνει με τα παιδιά, τους πολίτες του μέλλοντος, ας μην ξεχνούμε ότι και ο καθένας μας στη συναναστροφή του με τους άλλους αφήνει σημάδια και παρακινεί με το ενδιαφέρον του, τα λόγια του, τις εκφράσεις του. Τι κι αν δεν έχουμε απέναντί μας πάντα παιδιά; Ακριβώς, το γεγονός ότι οι εξωτερικές συνθήκες της ζωής μας δυσκολεύουν, θα πρέπει να μας κάνει να στραφούμε σε κάτι βαθύτερο και ουσιαστικότερο. Στο τι πραγματικά μεταφέρουμε στους άλλους με τους οποίους συνυπάρχουμε, στο σπίτι, στη γειτονιά, στον εργασιακό χώρο, στην καθημερινότητά μας.
Ας δείξουμε ενδιαφέρον για τους άλλους, ας τους προσέξουμε, ας τους ακούσουμε, ας τους αγαπήσουμε!

ΤΟ ΣΥΝΘΗΜΑ ΤΟΥ ΜΗΝΑ:
Όσο αγαπώ, υπάρχω!

ἠρώτησαν αὐτὸν ... ἀπελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῶν

καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ᾿ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν. Ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς. Καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο•

Ίσως μας φαίνεται παράξενο το γεγονός ότι οι κάτοικοι των Γαδάρων έδιωξαν τόσο εύκολα και γρήγορα τον Χριστό από την περιοχή τους, ξεχνώντας ότι και μεις σήμερα, στην καθημερινότητά μας, συμπεριφερόμαστε ανάλογα.
Άλλοτε παρακινούμενοι από τον διάβολο (με πειρασμούς) και άλλοτε από τη δική μας υποδούλωση στην αμαρτία και την κακία απομακρίνουμε το Χριστό. Το πνεύμα του σημερινού κόσμου που εκφράζεται με το συμφέρον, το κέρδος, την απάτη, την εκμετάλλευση του ανθρώπου, την φιλοδοξία και την φιληδονία αντιστρατεύεται στο πνεύμα της αγάπης, της διακονίας, της προσφοράς και της θυσίας που επαγγέλλεται ο Χριστός.
Το δαιμονικό πνεύμα, ακόμη, προσπαθεί να ρίξει τον άνθρωπο στον γκρεμό μιας ζωής χωρίς Θεό, σπέρνοντας την αμφισβήτηση της υπάρξεως του Θεού και της αιωνιότητας.
Ο ορθολογισμός και η πίστη μόνο στα όσα γίνονται αντιληπτά δια των αισθήσεων, είναι ένα ακόμη βήμα για τον εξοστρακισμό του Χριστού από τη ζωή μας. Σ΄ αυτήν την περίπτωση, επειδή ο θάνατος είναι το σταμάτημα της λειτουργίας των αισθήσεων και της δυνατότητας κοινωνίας που αυτές παρέχουν, δεν υπάρχει αιωνιότητα. Έτσι όμως δεν μπορείς να κοινωνήσεις με τους αδελφούς σου στην εκκλησία κοινωνώντας και αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα το Χριστό ως Θεό, που σε αγιάζει και σε μεταμορφώνει εσωτερικά κάνοντάς σε να βλέπεις πέρα από τις αισθήσεις.
Και αυτή η κοινωνία Θεό, καταργεί τις διακρίσεις προς τους αδελφούς. Της μόρφωσης, του πλούτου της διανόησης, της καθαρότητας και της τελειότητας, της επίγειας σοφίας. Αυτή η κοινωνία με το Θεό απαιτεί την ταπείνωση, την πραότητα, την προσφορά, την θυσία, την δικαιοσύνη της αγάπης προς τους αδελφούς.
Αν έτσι πορευόμαστε στην καθημερινότητά μας, στο σπίτι, στη γειτονιά, στην εργασία μας, τότε θα εξασφαλίσουμε και την παρουσία του Χριστού κοντά μας.

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

Σε σας έδωσε ο Θεός να γνωρίσετε τα μυστήρια της Βασιλείας Του

«Σε σας έδωσε ο Θεός να γνωρίσετε τα μυστήρια της Βασιλείας Του, ενώ στους υπόλοιπους αυτά δίνονται με παραβολές, ώστε να κοιτάζουν αλλά να μην βλέπουν και να ακούνε αλλά να μην καταλαβαίνουν».
Οι μαθητές του Χριστού, και κατ’ επέκτασιν οι χριστιανοί , έχουν λάβει από τον ίδιο τον Κύριο το προνόμιο και την ευλογία να γνωρίζουν τα μυστήρια της Βασιλείας Του. Αυτό σημαίνει ότι η Βασιλεία του Θεού δεν είναι γι’ αυτούς « βρώσις και πόσις», δηλαδή υλικό γεγονός το οποίο καλύπτει τις ανθρώπινες ανάγκες, αλλά βαθύτερο οντολογικό, υπαρξιακό γεγονός.
Οι μαθητές γνωρίζουν ότι η Βασιλεία του Θεού είναι μία πρόσκληση επανεύρεσης του αληθινού ανθρώπινου προορισμού, του τι δηλαδή είναι ο άνθρωπος, το πώς μπορεί να βιώσει το αληθινό νόημα της ζωής, που δεν είναι άλλο από την σχέση του με το Θεό δια του Ιησού Χριστού.
Το πώς επιτυγχάνεται και βιώνεται αυτή η σχέση είναι ένα μυστήριο. Μυστήριο με την έννοια ότι δεν είναι ο άνθρωπος που σχετίζεται με το Θεό χάρις στις δικές του δυνάμεις, αλλά είναι ο Θεός που κατεβαίνει, γίνεται άνθρωπος και δείχνει στον άνθρωπο τι σημαίνει αγάπη, κοινωνία μαζί Του και αιώνια ζωή.
Και τότε ο άνθρωπος το μόνο που έχει να κάνει είναι να γίνεται «γη αγαθή», δηλαδή να απομακρύνει από τη ζωή του όλες εκείνες τις μικρές ή τις μεγάλες μέριμνες που γίνονται αγκάθια, τα οποία εμποδίζουν την καρποφορία της Βασιλείας εντός του. Να ξεπεράσει τον εγωισμό του, το ατομικό συμφέρον, την θεοποίηση του εαυτού του. Εδώ το μυστήριο έγκειται στη δύναμη της αγάπης προς το Θεό, που υπερβαίνει κάθε άλλη αγάπη.
Και δίνει ο Θεός και τα μυστήρια της Εκκλησία και η μετοχή σ’ αυτά μεταμορφώνει τον άνθρωπο.
Ο κόσμος σήμερα θυμίζει το λαό εκείνον που άκουγε τις παραβολές, κοίταζε αλλά δεν έβλεπε, άκουγε, αλλά δεν καταλάβαινε. Αυτό συμβαίνει και σε μας τους χριστιανούς. Ενώ βλέπουμε τη ζωή της Εκκλησίας, ακούμε το λόγο του Θεού, μαθαίνουμε ότι ο δρόμος της πίστης οδηγεί στη σχέση με το Χριστό, εντούτοις δεν κάνουμε την Εκκλησία ζωή μας. Κι έτσι ο σπόρος της παρουσίας του Θεού δεν βρίσκει γη αγαθή, αλλά απιστία, μέριμνες, υποταγή στο κοσμικό πνεύμα και την οδό του διαβόλου. Και η σχέση μας με την Εκκλησία γίνεται μία τυπική θρησκευτικότητα, η οποία δεν μας δίνει νόημα ζωής.

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

«οἱ δέ βαστάζοντες ἔστησαν»

«οἱ δέ βαστάζοντες ἔστησαν» Με τη νεκρική πομπή που συνόδευε έναν νέο άνθρωπο συναντάται ο Χριστός στην πόλη Ναΐν. Και από την πένθιμη αυτή πορεία, ξεχωρίζει το πρόσωπο της μητέρας του παιδιού που κλαίει για τη σκληρότητα του θανάτου, την απώλεια του υιού της, την μοναξιά στην οποία βυθίζεται! Αυτή τη μάνα βλέπει και ο Χριστός και την σπλαχνίζεται. Σπλαχνίζεται και όλη την ανθρωπότητα που πορεύεται προς το θάνατο, την ανθρωπότητα που είναι δημιουργημένη κατ΄ εικόνα και ομοίωσή Του, αθάνατη. Έτσι, αποφασίζει να δείξει τη θεϊκή ευσπλαχνία στον άνθρωπο και δύναμη πάνω και στο θάνατο. Θα προχωρήσει, θα ακουμπήσει τη σορό και εκείνη τη στιγμή, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ευαγγελιστής, «οἱ δέ βαστάζοντες ἔστησαν» (Λουκ. 7, 14). Σταμάτησαν να προχωρούν αυτοί που κρατούσαν το νεκροκρέβατο, μόλις είδαν το Χριστό να ακουμπά το νεκρό σώμα του μοναχογιού της χήρας. Σταμάτησαν την πορεία προς την ταφή. Με την παρουσία του Χριστού, ακόμη και ο πιο σκληρός και ο πιο αδιάφορος άνθρωπος, μπορεί για μία στιγμή να σταματήσει να πορεύεται προς το θάνατο και το τέλος. Και είναι ο θάνατος όχι μόνο βιολογικός. Είναι η κάθε μορφή κακού και αμαρτίας που μας χωρίζει από την αγάπη του Θεού και μας κάνει να απομακρυνόμαστε από το συνάνθρωπο. Η παρουσία του Χριστού ρίχνει λίγο φως στα έγκατα της ύπαρξής μας. Μας κάνει να στεκόμαστε με προβληματισμό απέναντι στο ζήτημα του θανάτου. Μας κάνει να βλέπουμε από την μία πλευρά το Χριστό που είναι η Ζωή και η Ανάστασις και από την άλλη τους εαυτούς μας, οι οποίοι πορευόμαστε, όσο κι αν προσπαθούμε, ολοταχώς με τα φορτία του θανάτου φορτωμένα στις πλάτες της ύπαρξής μας. Βιοτικές μέριμνες, άγχη και αγωνίες, αδυναμία να αγαπήσουμε και να συγχωρήσουμε, αδυναμία να προσευχηθούμε, αδυναμία να αποδεχτούμε ότι ο θάνατος δεν είναι το τέρμα της ζωής μας. Την ίδια στιγμή, τα δικαιώματά μας για ζωή, για χαρά και ευτυχία, για τις ηδονές του βίου τούτου, μας σπρώχνουν να προχωρήσουμε προς το μνήμα. Μας γεννούν την ψευδαίσθηση ότι έχουμε χρόνο. Ότι ο θάνατος είναι για τους άλλους και ότι εμείς με κάποιον τρόπο θα τον αποφύγουμε. Ή, έστω κι αν δεν τον αποφύγουμε, δεν ήρθε η ώρα μας. Έτσι, παρασυρόμαστε και πορευόμαστε κι εμείς με τους πολλούς, υποταγμένοι στο θάνατο. Ο Χριστός όμως, απλώνοντας το χέρι στη σορό, μας ζητά να περιμένουμε. Να έχουμε την μνήμη του θανάτου μεν, αλλά, την ίδια στιγμή, να στρέψουμε το βλέμμα μας σ’ Εκείνον με την ελπίδα ότι για όλους ο θάνατος νικήθηκε, αρκεί να είμαστε μαζί Του, δίπλα Του, αρκεί να μπορούμε τόσο όσο ζούμε, αλλά και όταν φεύγουμε απ’ αυτόν τον κόσμο να απλώσουμε το χέρι μας και να το βάλουμε στο δικό Του, για να μας παραδώσει στους συγγενείς μας εν πνεύματι, που είναι οι άγιοι της Εκκλησίας μας. Ο Χριστός κάνει τους μεταφέροντας τη σορό να σταματήσουν. Μαζί μ’ αυτούς καλεί τον καθέναν από εμάς να σταματήσει την πορεία του προς το θάνατο που η ζωή μακριά απ’ Αυτόν φέρει, να σταματήσουμε να νικιόμαστε από την αμαρτία, να σταματήσουμε να ζούμε σα να μην υπάρχει ψυχή, να σταματήσουμε να κατατρωγόμαστε από την αγωνία και το άγχος για το αύριο, και να μην αποκάμουμε από τον πνευματικό θάνατο, ο οποίος μας απειλεί αιώνια. Μας καλεί να σταματήσουμε σε προσωπικό επίπεδο μια ζωή που δεν έχει ως κύριο γνώμονα και μέτρο την αγάπη προς τον πλησίον, αλλά την φροντίδα μόνο για το εγώ και τη σάρκα μας. Και να ζούμε με το ήθος της προσευχής και της άσκησης, που μας γεννά την ελπίδα της κοινωνίας μαζί Του, εντός της Εκκλησίας και της πνευματικής της ζωής.