ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΟΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ Ο ΘΕΟΣ
«Κάποτε ένας μοναχός ζήτησε από
τον Θεό τη χάρη να δει αγίους ασκητές. Και ένας άγγελος του δείχνει κάποιους,
χωρίς να είναι μαζί τους ο Αββάς Αντώνιος. Ρωτά τον άγγελο πού είναι ο άγιος.
Και ο άγγελος του απαντά: στον τόπο, όπου βρίσκεται ο Θεός, εκεί είναι» (από το «Γεροντικό»).
Πού
βρίσκεται ο Θεός; Γιατί δεν απαντά στις προσευχές μας; Πού κληθήκαμε να είμαστε
οι άνθρωποι; Ποιος είναι ο τόπος και ποιος είναι ο τρόπος του Θεού; Ερωτήματα
που απασχολούν κάθε ψυχή που αναζητεί τον Θεό. Και ο Θεός όρισε να Τον
αναζητούμε, μας υπενθυμίζει ο πρώτος μετά τον Ένα, ο απόστολος Παύλος μιλώντας
στους Αθηναίους. Και η απάντηση της ασκητικής μας παράδοσης είναι ότι οι
άνθρωποι του Θεού βρίσκονται εκεί όπου βρίσκεται ο Θεός.
Ο
Θεός βρίσκεται στην αγάπη. Βρίσκεται στη σιωπή και στην ησυχία. Βρίσκεται στην
προσευχή. Βρίσκεται εκεί όπου ανοίγει η καρδιά, εκεί όπου οι επιθυμίες και οι
ανάγκες δεν νικούν τη δίψα για ουρανό. Δεν χρειάζεται τον άγιο ο Θεός για να
δείξει την παρουσία Του. Εμείς χρειαζόμαστε όμως τον τόπο και τον τρόπο του
Θεού, για να μπορούμε να βρίσκουμε νόημα στη ζωή μας.
Ο
Θεός βρίσκεται στον αμαρτωλό που δεν νιώθει ευχαριστημένος με την αμαρτωλότητά
του. Βρίσκεται στον ταπεινό που δεν περηφανεύεται για τις όποιες επιτυχίες του.
Βρίσκεται στον κουρασμένο, όχι από τη δουλειά για να πλουτίσει, αλλά από την
αγάπη για να μοιραστεί. Σ’ εκείνον που διψά για αλήθεια, για δικαιοσύνη, για
ανθρωπιά, αλλά και σ’ εκείνον που μπορεί να εκτιμήσει αυτά τα καλέσματα, χωρίς
να πιστέψει ότι μπορεί να κερδίζει δόξες και τιμές ο ίδιος από
αυτά. Σ’ εκείνον που νιώθει ότι αρκεί λίγο Σώμα κι Αίμα για ν’
αλλάξει η καρδιά, όχι γιατί αξίζουμε, αλλά γιατί μας αγαπά. Στην
άκρη της εκκλησιάς, σε μια προσευχή που αγκαλιάζει όχι το εγώ, αλλά το εμείς.
Σ’ εκείνον που μαθαίνει, για να δώσει. Σ’ εκείνον που σκορπά με ιλαρό πρόσωπο
τα λίγα ή τα πολλά. Σ’ εκείνον που ματώνει για να μην κατακρίνει. Σ’ εκείνον
που ματώνει για να συγχωρήσει. Σ’ εκείνον που έχει συμφιλιωθεί με τον θάνατο,
γιατί χαίρεται τη ζωή, αλλά και πιστεύει στην ανάσταση. Σ’ εκείνον που μιλά με
καλοσύνη και υπομονή.
Ζούμε
σε καιρούς στους οποίους νιώθουμε το κακό να κάνει μεγάλο θόρυβο. Εθισμένοι
στην επικράτηση με κάθε τίμημα, φωνάζουμε για έναν Θεό που θα εκδικηθεί και θα
ανταποδώσει για όσα εμείς υφιστάμεθα. Νιώθουμε τη σιωπή του Θεού και δεν
μπορούμε να την εξηγήσουμε. Ζητάμε αποδείξεις της παρουσίας Του και συχνά Τον
απορρίπτουμε, διότι στα πρόσωπα των ανθρώπων που νομίζουμε ότι πρέπει να Τον
υπηρετούν, ενώ αυτοί υπηρετούν εμάς ενώπιον Του, δεν βλέπουμε γνησιότητα. Αλλά δεν ζητάμε από τον Θεό τη χάρη να Τον
δούμε. Ζητάμε να φερθεί, όπως εμείς
θέλουμε. Σαν να δικαιούμαστε να είμαστε ενώπιόν Του κι όχι να ευχαριστούμε
και για τη φανέρωση, αλλά και για τη σιωπή Του. Όμως το κακό πάντοτε θα κυβερνά
στα μάτια αυτών που τα θέλουν όλα «εδώ και τώρα». Απομένει η αναζήτηση του
Θεού, εκεί σιωπηρά, στο εικονοστάσι του σπιτιού, στο δάκρυ ή στο χαμόγελο ενός
παιδιού, στο να σταθούμε δίπλα σ’ αυτόν που πονά, στο να παλέψουμε γι’ αγάπη.
Και τότε το αεράκι της χάριτος θα μας δροσίσει στον δρόμο της ζωής.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός Δημοσιεύθηκε
στην "Ορθόδοξη Αλήθεια" 5 Μαρτίου 2025
Λίγα
λόγια για το θέμα του μήνα
Μπήκαμε και φέτος από την αρχή
του μήνα στην ευλογημένη περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Στην περίοδο που η
Εκκλησία μας, μάς καλεί να
ακολουθήσουμε τον τρόπο των αγίων, τον τρόπο των ανθρώπων που βρήκαν τον Θεό.
Στην περίοδο της σωματικής νηστείας,
όπου
οι επιθυμίες και οι ανάγκες μένουν θεληματικά ανικανοποίητες, για να
στραφεί ο νους μας στα πνευματικά. Στην περίοδο της ταπείνωσης, της συναίσθησης
της αδυναμίας μας να ανοίξουμε την καρδιά μας
στους άλλους, να συγχωρήσουμε, να δικαιώσουμε, να υπομείνουμε τις
αδυναμίες και τα λάθη τους. Στην περίοδο της προσευχής για τους αδικούμενους μα
και για τους αδικούντας, τους ασθενείς μα και τους υγιείς, τους ζωντανούς και
τους κεκοιμημένους, να τους φωτίζει και
να τους ελεεί, να τους ενδυναμώνει και
να τους συγχωρεί!
Δυστυχώς,
εμείς κρίνουμε τους ανθρώπους και τους καταδικάζουμε θέλοντας να εξαφανίσουμε
τους «κακούς» άμεσα και οριστικά, και το χειρότερο θέλουμε ο Θεός να
πραγματοποιήσει αυτή την επιθυμία μας, γιατί εμείς είμαστε Κριτές, μα δεν
είμαστε Εκτελεστές, γιατί είμαστε παντογνώστες μα όχι παντοδύναμοι!
Η σαρακοστή μάς καλεί να
στραφούμε στο βάθος της ψυχής μας για να δούμε τα πάθη, τις κακίες, τους δαίμονες που κρύβονται
εκεί, που μπορεί να μην εκδηλώνονται, να μην εμφανίζονται με εξωτερικές
συμπεριφορές, μα σκιάζουν- καλύτερα σκεπάζουν- την παρουσία του Θεού μέσα μας,
την εικόνα του Θεού που πρέπει να μετατρέψουμε σε ομοίωμα! Σκεπάζουν την αγάπη,
την ταπείνωση, την υπομονή, την ελπίδα, την πίστη, την μακροθυμία, την σιωπή
και την ησυχία.
Μην ψάχνουμε μακριά, «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ
ἐντός ὑμῶν ἐστιν» (Λουκ. ιζ, 21 ), άρα και ο Βασιλιάς της βασιλείας εκεί βρίσκεται!. Ίσως κοιμώμενος ή ασθενής ή νεκρός ή θαμμένος και
φυλακισμένος, μα η προσπάθεια της
νηστείας της Μ. Σαρακοστής θα φέρει την Ανάστασή μας, μαζί με αυτή του Βασιλέα
Χριστού!
ΚΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ – ΚΑΛΟΝ ΑΓΩΝΑ!
Β΄ ευχή
κατηχουμένων θ. Λειτουργίας προηγιασμένων Δώρων
Ὁ Θεός, ὁ μέγας καὶ αἰνετός, ὁ τῷ ζωοποιῷ τοῦ Χριστοῦ σου θανάτῳ
εἰς ἀφθαρσίαν ἡμᾶς ἐκ φθορᾶς μεταστήσας, σὺ πάσας ἡμῶν τὰς αἰσθήσεις τῆς
ἐμπαθοῦς νεκρώσεως ἐλευθέρωσον, ἀγαθὸν ταύταις ἡγεμόνα τὸν ἔνδοθεν λογισμὸν
ἐπιστήσας, καὶ ὀφθαλμὸς μὲν ἀπέστω παντὸς πονηροῦ βλέμματος, ἀκοὴ δὲ λόγοις
ἀργοῖς ἀνεπίβατος, ἡ δὲ γλῶσσα καθαρευέτω ῥημάτων ἀπρεπῶν. Ἅγνισον ἡμῶν τὰ
χείλη, τὰ αἰνοῦντά σε, Κύριε, τὰς χεῖρας ἡμῶν ποίησον, τῶν μὲν φαύλων ἀπέχεσθαι
πράξεων, ἐνεργεῖν δὲ μόνα τὰ σοὶ εὐάρεστα, πάντα ἡμῶν τὰ μέλη, καὶ τὴν
διάνοιαν, τῇ σῇ κατασφαλιζόμενος χάριτι.
«Σὺ Θεέ μας, ποὺ εἶσαι μέγας καὶ ἄξιος νὰ σὲ
ὑμνοῦμε, ἐσὺ ποὺ μὲ τὸ ζωοποιὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ σου μᾶς μετέστησες ἀπὸ τὴ
φθορὰ στὴν ἀφθαρσία, ἐλευθέρωσε τὶς αἰσθήσεις μας ἀπὸ τὴ νέκρωση ποὺ προκαλοῦν
τὰ πάθη, θέτοντας σ’ αὐτὲς ὡς καλὸ ἡγεμόνα τὸν ἐσωτερικὸ λογισμό, τὴ συνείδηση.
Καὶ τὰ μάτια νὰ ἀπέχουν ἀπὸ κάθε πονηρὸ βλέμμα, ἡ ἀκοὴ νὰ μὴ δίνει σημασία σὲ
λόγια ποὺ δὲν ὠφελοῦν, καὶ ἡ γλῶσσα νὰ καθαρίζεταί ἀπὸ λόγια ἄπρεπα. Ἅγνισέ
μας, Κύριε, τὰ χείλη ποὺ σὲ ὑμνοῦν· τὰ χέρια μας κάνε νὰ ἀπέχουν ἀπὸ πράξεις
κακὲς καὶ νὰ ἐνεργοῦν μόνο αὐτὰ ποὺ εἶναι ἀρεστὰ σὲ σένα, κατασφαλίζοντας ὅλα
μας τὰ μέλη καὶ τὴ διάνοια μὲ τὴ δική σου χάρη».